Βίαιη και επιθετική συμπεριφορά στα παιδιά και στους εφήβους

Η επιθετικότητα μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές φάσεις της ανάπτυξης. Ένα μικρό παιδί μπορεί να χτυπήσει όταν θυμώνει ή ματαιώνεται, δύο παιδιά μπορεί να εμπλακούν σε έναν καβγά και ένας έφηβος μπορεί να εκφράσει έντονο θυμό σε μια σύγκρουση. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο δεν σημαίνει από μόνο του ότι υπάρχει σοβαρή διαταραχή συμπεριφοράς ή ότι το παιδί θα γίνει βίαιο στο μέλλον. Χρειάζεται όμως να παίρνουμε σοβαρά την επαναλαμβανόμενη, κλιμακούμενη ή επικίνδυνη βίαιη συμπεριφορά, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν απειλές σοβαρού τραυματισμού, χρήση όπλων ή άλλων επικίνδυνων αντικειμένων, σκληρότητα προς ανθρώπους ή ζώα, εμπρησμός, σοβαρές καταστροφές ή συμπεριφορές που θέτουν σε κίνδυνο το ίδιο το παιδί ή τους άλλους. Η βία στους νέους είναι σύνθετο φαινόμενο και σπάνια εξηγείται από έναν μόνο παράγοντα.

Επιθετικότητα και βία δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα


Η επιθετικότητα περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών, από λεκτική εχθρότητα και απειλές έως σωματικές πράξεις. Η βίαιη συμπεριφορά αφορά συνήθως σοβαρότερες μορφές επιθετικότητας που μπορούν να προκαλέσουν ή αποσκοπούν να προκαλέσουν σημαντική σωματική βλάβη ή καταστροφή. Στην αξιολόγηση έχει σημασία να μην τοποθετούμε στο ίδιο επίπεδο ένα νήπιο που χτυπά τον γονέα του σε μια έκρηξη θυμού, έναν μαθητή που εμπλέκεται περιστασιακά σε έναν καβγά και έναν έφηβο που επανειλημμένα επιτίθεται σε άλλους ή απειλεί να χρησιμοποιήσει όπλο. Η ηλικία, η πρόθεση, η σοβαρότητα, η συχνότητα, οι συνέπειες και το πλαίσιο στο οποίο εμφανίζεται η συμπεριφορά είναι καθοριστικά.

Ποιες συμπεριφορές χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή;


Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται συμπεριφορές όπως:

  • επαναλαμβανόμενες σοβαρές σωματικές επιθέσεις,
  • επίμονες απειλές ότι θα τραυματίσει ή θα σκοτώσει κάποιον,
  • χρήση ή αναζήτηση όπλων ή άλλων επικίνδυνων αντικειμένων,
  • σκληρότητα απέναντι σε ανθρώπους ή ζώα,
  • εσκεμμένος εμπρησμός,
  • σοβαρή και σκόπιμη καταστροφή περιουσίας,
  • συστηματικός εκφοβισμός ή εξαναγκασμός άλλων,
  • έντονες εκρήξεις στις οποίες το παιδί χάνει επανειλημμένα τον έλεγχο και υπάρχει πραγματικός κίνδυνος τραυματισμού.

Δεν έχουν όλες αυτές οι συμπεριφορές την ίδια κλινική σημασία ούτε προκύπτουν από τις ίδιες αιτίες. Αποτελούν όμως λόγους για προσεκτική αξιολόγηση και δεν είναι σκόπιμο να απορρίπτονται ως «φάση» χωρίς να διερευνηθεί τι συμβαίνει.

Δεν υπάρχει ένα «προφίλ του βίαιου παιδιού»


Δεν υπάρχει μία προσωπικότητα, ένα χαρακτηριστικό ή ένα τεστ που να μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα ποιο παιδί θα εκδηλώσει βίαιη συμπεριφορά. Ο κίνδυνος διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων σε επίπεδο παιδιού, οικογένειας, συνομηλίκων, σχολείου και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Αυτό είναι σημαντικό γιατί ένας παράγοντας κινδύνου δεν αποτελεί αιτία ούτε πρόβλεψη. Για παράδειγμα, η παρουσία ΔΕΠ-Υ, οικογενειακών δυσκολιών ή προηγούμενης έκθεσης σε βία δεν σημαίνει ότι ένα παιδί θα γίνει βίαιο. Οι περισσότεροι νέοι που έχουν έναν ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου δεν αναπτύσσουν σοβαρή βίαιη συμπεριφορά.

Παράγοντες που μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο


Η πιθανότητα σοβαρής επιθετικής συμπεριφοράς μπορεί να αυξάνεται όταν συνυπάρχουν αρκετοί παράγοντες. Σε ατομικό επίπεδο μπορεί να περιλαμβάνονται προηγούμενο ιστορικό βίαιης συμπεριφοράς, σημαντικές δυσκολίες ελέγχου της παρόρμησης και της συμπεριφοράς, προβλήματα διαγωγής, χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών, υψηλή συναισθηματική δυσφορία και σχολικές δυσκολίες. Σε επίπεδο οικογένειας και σχέσεων μπορεί να έχουν σημασία η έκθεση σε βία μέσα στο σπίτι, η κακοποίηση ή παραμέληση, η σοβαρή και χρόνια οικογενειακή σύγκρουση, η ανεπαρκής επίβλεψη, η πολύ σκληρή ή πολύ ασυνεπής πειθαρχία και η σύνδεση με συνομηλίκους που εμπλέκονται συστηματικά σε παραβατική ή βίαιη συμπεριφορά. Σε επίπεδο κοινότητας, η έκθεση σε βία, η παρουσία συμμοριών και παράνομων ουσιών, η κοινωνική αποδιοργάνωση, η φτώχεια και η εύκολη πρόσβαση σε όπλα μπορούν να αυξάνουν τον κίνδυνο. Η πρόληψη επομένως δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην προσπάθεια «να αλλάξει το παιδί».

Η προηγούμενη βίαιη συμπεριφορά έχει ιδιαίτερη σημασία


Όταν αξιολογούμε τον κίνδυνο, ένα από τα στοιχεία που χρειάζεται να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη είναι τι έχει ήδη κάνει το παιδί ή ο έφηβος, όχι μόνο τι έχει πει. Επαναλαμβανόμενες επιθέσεις, σοβαρή κλιμάκωση της επιθετικότητας, χρήση όπλων ή συμπεριφορές που έχουν ήδη προκαλέσει σημαντική βλάβη μεταβάλλουν ουσιαστικά την εκτίμηση του κινδύνου. Το ιστορικό βίαιης συμπεριφοράς αναγνωρίζεται ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου για μελλοντική εμπλοκή σε βία. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μέλλον του παιδιού είναι προκαθορισμένο. Σημαίνει ότι όσο σοβαρότερο είναι το ιστορικό, τόσο λιγότερο κατάλληλη είναι η στάση «θα περιμένουμε να δούμε».

Τι σημαίνει μια απειλή;


Τα παιδιά και οι έφηβοι μπορεί σε στιγμές έντονου θυμού να πουν πράγματα που δεν πρόκειται να πραγματοποιήσουν. Παρ' όλα αυτά, μια σοβαρή απειλή βίας δεν είναι σωστό να αγνοείται ή να αντιμετωπίζεται αυτόματα ως «λόγια της στιγμής», ιδιαίτερα όταν είναι συγκεκριμένη, επαναλαμβανόμενη ή συνοδεύεται από άλλες ανησυχητικές συμπεριφορές. Κατά την αξιολόγηση χρειάζεται να διερευνηθεί, μεταξύ άλλων:

  • τι ακριβώς είπε ή σχεδίασε ο νέος,
  • αν υπάρχει συγκεκριμένο πρόσωπο-στόχος,
  • αν έχει σκεφτεί συγκεκριμένο τρόπο,
  • αν έχει πρόσβαση στα μέσα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν,
  • αν έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες,
  • αν υπάρχει προηγούμενο ιστορικό βίας,
  • αν βρίσκεται υπό την επήρεια ουσιών,
  • αν υπάρχει σοβαρή ψυχική αποδιοργάνωση ή απώλεια επαφής με την πραγματικότητα,
  • τι συνέβη αμέσως πριν από την απειλή και αν η κατάσταση εξακολουθεί να κλιμακώνεται.

Η εκτίμηση του κινδύνου δεν βασίζεται επομένως σε μία μόνο φράση αλλά στη συνολική εικόνα και στη δυναμική της κατάστασης.

Έντονος θυμός δεν σημαίνει απαραίτητα βία


Ένα παιδί μπορεί να θυμώνει πολύ χωρίς να έχει πρόθεση να τραυματίσει κανέναν. Αντίστοιχα, ένας νέος μπορεί να αποτελεί σημαντικό κίνδυνο χωρίς να εμφανίζεται διαρκώς θυμωμένος. Η έντονη ευερεθιστότητα, οι συχνές εκρήξεις, η μεγάλη παρορμητικότητα και η πολύ χαμηλή ανοχή στη ματαίωση είναι στοιχεία που χρειάζονται προσοχή όταν συνδυάζονται με άλλους παράγοντες κινδύνου, αλλά δεν αποτελούν από μόνα τους πρόβλεψη βίαιης συμπεριφοράς. Για αυτό είναι προτιμότερο να αποφεύγονται γενικεύσεις του τύπου «έχει πολύ θυμό, άρα είναι επικίνδυνος».

Η βίαιη συμπεριφορά μπορεί να έχει διαφορετικές αιτίες


Η ίδια εξωτερική συμπεριφορά μπορεί να προκύπτει από πολύ διαφορετικές δυσκολίες. Σε ένα παιδί μπορεί να υπάρχει σοβαρή διαταραχή διαγωγής. Σε άλλο μπορεί να κυριαρχούν η παρορμητικότητα και ο ανεπαρκής έλεγχος της συμπεριφοράς. Άλλος νέος μπορεί να αντιδρά μέσα σε ένα πλαίσιο τραύματος, χρόνιας θυματοποίησης ή συνεχούς έκθεσης σε βία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχουν διαταραχές της διάθεσης, χρήση ουσιών ή άλλες σοβαρές ψυχικές δυσκολίες. Αυτός είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο η αντιμετώπιση δεν μπορεί να είναι ίδια για κάθε παιδί που παρουσιάζει επιθετικότητα.

Η ψυχική διαταραχή δεν ταυτίζεται με τη βία


Είναι σημαντικό να αποφεύγεται η σύνδεση της βίαιης συμπεριφοράς γενικά με την ύπαρξη ψυχικής διαταραχής. Οι παράγοντες που σχετίζονται με τη βία είναι πολλαπλοί και περιλαμβάνουν ατομικές, οικογενειακές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιδράσεις. Όταν ένας νέος με ψυχική διαταραχή παρουσιάζει βίαιη συμπεριφορά, χρειάζεται να διερευνηθεί ποιοι συγκεκριμένοι παράγοντες συνδέονται με τον κίνδυνο, για παράδειγμα η παρορμητικότητα, η χρήση ουσιών, η έκθεση σε βία, η προηγούμενη επιθετικότητα ή μια οξεία ψυχική αποδιοργάνωση, και όχι να θεωρηθεί η διάγνωση από μόνη της εξήγηση της συμπεριφοράς.

Ο ρόλος της θυματοποίησης και της έκθεσης στη βία


Ένα παιδί που είναι επιθετικό μπορεί να είναι ταυτόχρονα και παιδί που έχει υπάρξει θύμα βίας. Η κακοποίηση, η έκθεση σε ενδοοικογενειακή βία, ο εκφοβισμός και η βία στην κοινότητα συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο μεταγενέστερης εμπλοκής σε βίαιες συμπεριφορές. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα θύματα βίας γίνονται αναπόφευκτα θύτες. Σημαίνει ότι σε ένα παιδί με σοβαρή επιθετικότητα χρειάζεται να ρωτήσουμε όχι μόνο: «Τι κάνει στους άλλους;» αλλά και: «Τι έχει συμβεί στο ίδιο;» Η κατανόηση πιθανής θυματοποίησης δεν αναιρεί την ανάγκη να προστατευθούν οι άλλοι από τη βίαιη συμπεριφορά. Είναι όμως απαραίτητη για να οργανωθεί κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση.

Βία και εκφοβισμός


Ο εκφοβισμός δεν είναι απλώς μια «σύγκρουση μεταξύ παιδιών». Περιλαμβάνει σκόπιμη επιθετική συμπεριφορά, συνήθως επαναλαμβανόμενη, σε μια σχέση όπου υπάρχει ανισορροπία δύναμης. Μπορεί να είναι σωματικός, λεκτικός, κοινωνικός ή διαδικτυακός. Ένα παιδί μπορεί να είναι θύτης, θύμα ή να βρίσκεται και στους δύο ρόλους σε διαφορετικές καταστάσεις. Η αντιμετώπιση χρειάζεται επομένως να εξετάζει ολόκληρο το πλαίσιο των σχέσεων με τους συνομηλίκους και όχι μόνο το μεμονωμένο περιστατικό. Η θυματοποίηση μέσω εκφοβισμού αποτελεί επίσης παράγοντα που μπορεί να συνδέεται με αυξημένη ψυχολογική δυσφορία και προβλήματα συμπεριφοράς.

Ο ρόλος του αλκοόλ και των ουσιών


Η χρήση αλκοόλ και άλλων ουσιών αποτελεί σημαντικό στοιχείο που πρέπει να διερευνάται στους εφήβους με βίαιη ή επικίνδυνη συμπεριφορά. Η χρήση ουσιών μπορεί να συνδέεται με μειωμένο έλεγχο των παρορμήσεων, έκθεση σε περισσότερο επικίνδυνα περιβάλλοντα και γενικότερα αυξημένη πιθανότητα εμπλοκής σε βίαια περιστατικά. Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση ενός εφήβου μετά από σοβαρό περιστατικό επιθετικότητας χρειάζεται να περιλαμβάνει συγκεκριμένες ερωτήσεις για αλκοόλ, κάνναβη και άλλες ουσίες και όχι απλώς μια γενική ερώτηση αν «παίρνει κάτι».

Πρόσβαση σε όπλα και άλλα μέσα


Η διαθεσιμότητα όπλων αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη σοβαρότητα που μπορεί να αποκτήσει ένα βίαιο επεισόδιο. Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, η πρόσβαση σε πυροβόλα όπλα αναγνωρίζεται μεταξύ των παραγόντων που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νεανικής βίας. Όταν υπάρχουν συγκεκριμένες απειλές ή σοβαρή επιθετικότητα, η αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει την πραγματική δυνατότητα πρόσβασης του νέου σε όπλα, μαχαίρια, φάρμακα ή άλλα μέσα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για σοβαρή βλάβη. Η προστασία του παιδιού και των άλλων έχει προτεραιότητα.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς την ώρα μιας επικίνδυνης έκρηξης;


Όταν η συμπεριφορά έχει ήδη κλιμακωθεί, ο πρώτος στόχος δεν είναι να αποδείξει ο γονέας ότι έχει δίκιο ούτε να επιβάλει εκείνη τη στιγμή μια συνέπεια. Είναι η ασφάλεια και η αποκλιμάκωση. Βοηθά να:

  • μειώνεται ο αριθμός των ανθρώπων που συμμετέχουν στην αντιπαράθεση,
  • χρησιμοποιείται ήρεμος και σύντομος λόγος,
  • αποφεύγονται προσβολές, απειλές και προκλήσεις,
  • δίνεται προσωπικός χώρος όπου αυτό είναι ασφαλές,
  • απομακρύνονται άλλα παιδιά και επικίνδυνα αντικείμενα,
  • μην επιχειρείται μακροσκελής συζήτηση όσο ο νέος βρίσκεται σε πολύ υψηλή διέγερση,
  • αναζητείται άμεση επαγγελματική ή επείγουσα βοήθεια όταν η κατάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί με ασφάλεια.

Οι αρχές της πρόληψης, της αποκλιμάκωσης και της ελαχιστοποίησης της αντιπαράθεσης αποτελούν βασικό μέρος της διαχείρισης σοβαρής επιθετικότητας.

Τι δεν πρέπει να κάνουν οι γονείς;


Η απάντηση στη βία με περισσότερη βία δεν αποτελεί αποτελεσματική στρατηγική. Η σωματική τιμωρία, οι απειλές, η ταπείνωση και η προσπάθεια να «σπάσει» κανείς το παιδί μπορεί να αυξήσουν τη σύγκρουση και δεν διδάσκουν αποτελεσματικούς τρόπους ρύθμισης του θυμού και επίλυσης προβλημάτων. Η έκθεση σε βία μέσα στις στενές σχέσεις αποτελεί η ίδια αναγνωρισμένο παράγοντα κινδύνου για μεταγενέστερη βίαιη συμπεριφορά. Δεν είναι επίσης βοηθητικό να γίνεται η συμπεριφορά ταυτότητα: «Είσαι βίαιος.» «Είσαι επικίνδυνος.» «Θα καταλήξεις εγκληματίας.» Χρειάζεται να μιλάμε με σαφήνεια για τη σοβαρότητα της πράξης και για τις συνέπειές της χωρίς να θεωρούμε ότι η μελλοντική πορεία του νέου έχει ήδη καθοριστεί.

Οι συνέπειες παραμένουν απαραίτητες


Η προσπάθεια κατανόησης της αιτίας μιας επιθετικής πράξης δεν σημαίνει ότι η συμπεριφορά γίνεται αποδεκτή. Ένα παιδί χρειάζεται να γνωρίζει ξεκάθαρα: «Μπορείς να είσαι πολύ θυμωμένος. Δεν μπορείς να τραυματίζεις άλλους ανθρώπους.» Οι συνέπειες χρειάζεται να είναι ασφαλείς, προβλέψιμες, ανάλογες με τη συμπεριφορά και να εφαρμόζονται όσο γίνεται με συνέπεια. Παράλληλα πρέπει να συνδυάζονται με παρέμβαση που βοηθά το παιδί να αποκτήσει διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης του θυμού, της ματαίωσης και των συγκρούσεων. Προγράμματα ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων, επίλυσης προβλημάτων και διαχείρισης θυμού αποτελούν μέρος των τεκμηριωμένων στρατηγικών πρόληψης της βίας.

Τι περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση;


Όταν η επιθετικότητα είναι σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη, η αξιολόγηση χρειάζεται να είναι ευρύτερη από την ερώτηση «γιατί θυμώνει τόσο πολύ;». Χρειάζεται να εξεταστούν:

  • το ιστορικό προηγούμενης επιθετικότητας και βίας,
  • η ακριβής φύση και η σοβαρότητα των πρόσφατων επεισοδίων,
  • τυχόν απειλές και ο βαθμός στον οποίο είναι συγκεκριμένες,
  • η πρόσβαση σε επικίνδυνα μέσα,
  • η παρορμητικότητα και ο έλεγχος της συμπεριφοράς,
  • η διάθεση, το άγχος και άλλες ψυχικές δυσκολίες,
  • πιθανή χρήση ουσιών,
  • προβλήματα διαγωγής,
  • η σχολική λειτουργία,
  • οι σχέσεις με συνομηλίκους και πιθανή συμμετοχή σε εκφοβισμό,
  • πιθανή κακοποίηση ή άλλη θυματοποίηση,
  • η έκθεση σε οικογενειακή ή κοινοτική βία,
  • οι οικογενειακές σχέσεις και οι τρόποι διαχείρισης των συγκρούσεων,
  • οι προστατευτικοί παράγοντες και οι ενήλικες στους οποίους μπορεί να στηριχθεί ο νέος.

Η αξιολόγηση χρειάζεται συχνά πληροφορίες όχι μόνο από το παιδί και τους γονείς αλλά και από το σχολείο ή άλλους ανθρώπους που γνωρίζουν τη συμπεριφορά του σε διαφορετικά περιβάλλοντα.

Πότε χρειάζεται άμεση αξιολόγηση;


Δεν χρειάζεται κάθε καβγάς ή έκρηξη θυμού επείγουσα παιδοψυχιατρική εκτίμηση. Υπάρχουν όμως καταστάσεις στις οποίες η αναμονή δεν είναι κατάλληλη. Άμεση αξιολόγηση χρειάζεται ιδιαίτερα όταν:

  • υπάρχει σαφής πρόθεση να τραυματιστεί ή να σκοτωθεί συγκεκριμένο άτομο,
  • έχει διαμορφωθεί συγκεκριμένο σχέδιο,
  • υπάρχει πρόσβαση σε όπλο ή άλλο μέσο σοβαρής βλάβης,
  • έχει ήδη συμβεί σοβαρή επίθεση,
  • η βία κλιμακώνεται γρήγορα,
  • υπάρχει σοβαρή μέθη ή χρήση ουσιών,
  • ο νέος παρουσιάζει σοβαρή αποδιοργάνωση ή απώλεια επαφής με την πραγματικότητα,
  • οι γονείς ή άλλοι ενήλικες δεν μπορούν να διατηρήσουν με ασφάλεια την κατάσταση.

Σε μια τέτοια κατάσταση η προτεραιότητα είναι η ασφάλεια και χρειάζεται άμεση προσφυγή σε κατάλληλη υπηρεσία επείγουσας ψυχικής ή ιατρικής φροντίδας.

Πώς αντιμετωπίζεται;


Δεν υπάρχει μία θεραπεία για κάθε παιδί με βίαιη συμπεριφορά, επειδή η βία δεν αποτελεί από μόνη της μία συγκεκριμένη διάγνωση. Η παρέμβαση μπορεί να χρειάζεται να περιλαμβάνει:

  • θεραπεία μιας υποκείμενης ψυχικής ή νευροαναπτυξιακής διαταραχής,
  • εκπαίδευση του παιδιού στη ρύθμιση του θυμού και στην επίλυση προβλημάτων,
  • εκπαίδευση και υποστήριξη των γονέων,
  • οικογενειακή παρέμβαση,
  • αντιμετώπιση πιθανής χρήσης ουσιών,
  • παρέμβαση για τραυματικές εμπειρίες ή θυματοποίηση,
  • συνεργασία με το σχολείο,
  • αντιμετώπιση του εκφοβισμού και των προβληματικών σχέσεων με συνομηλίκους,
  • σε σοβαρότερες περιπτώσεις, συντονισμένη παρέμβαση μεταξύ οικογένειας, σχολείου, υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλων κατάλληλων υπηρεσιών.

Οι αποτελεσματικές στρατηγικές πρόληψης περιλαμβάνουν οικογενειακή και γονεϊκή υποστήριξη, ανάπτυξη κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων, σχολικές παρεμβάσεις και θεραπευτικές προσεγγίσεις για νέους υψηλού κινδύνου.

Οι προστατευτικοί παράγοντες έχουν εξίσου μεγάλη σημασία


Η αξιολόγηση δεν πρέπει να καταγράφει μόνο τι αυξάνει τον κίνδυνο. Χρειάζεται να εξετάζει και τι μπορεί να προστατεύσει το παιδί. Σταθερές και υποστηρικτικές οικογενειακές σχέσεις, σαφή και μη βίαια όρια, θετικές σχέσεις με συνομηλίκους, σύνδεση με το σχολείο, παρουσία αξιόπιστων ενηλίκων εκτός οικογένειας και ευκαιρίες συμμετοχής σε θετικές δραστηριότητες μπορούν να λειτουργούν προστατευτικά. Αυτό έχει πρακτική σημασία. Η πρόληψη δεν αφορά μόνο τη μείωση των «κακών» παραγόντων, αλλά και τη συστηματική ενίσχυση των σχέσεων, των δεξιοτήτων και των πλαισίων που βοηθούν έναν νέο να αναπτύσσεται με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Μπορεί να προληφθεί η βίαιη συμπεριφορά;


Ένα σημαντικό μέρος της βίας στους νέους μπορεί να προληφθεί. Οι αποτελεσματικότερες στρατηγικές δεν περιορίζονται σε προειδοποιήσεις προς τα παιδιά «να μην είναι βίαια». Περιλαμβάνουν υποστήριξη των οικογενειών, θετικές γονεϊκές πρακτικές, εκπαίδευση σε κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες, ασφαλέστερο σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον, έγκαιρη παρέμβαση σε παιδιά υψηλού κινδύνου, περιορισμό της βλαβερής χρήσης αλκοόλ και ουσιών και μείωση της πρόσβασης σε όπλα. Η πρόληψη της κακοποίησης και της έκθεσης των παιδιών στη βία αποτελεί επίσης βασική στρατηγική, καθώς η θυματοποίηση στην παιδική ηλικία έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ψυχική και σωματική υγεία και συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο μεταγενέστερης εμπλοκής σε βία.

Το βασικό είναι να κατανοήσουμε τον κίνδυνο χωρίς να στιγματίσουμε το παιδί


Η βίαιη συμπεριφορά πρέπει να αντιμετωπίζεται σοβαρά, αλλά η σοβαρότητα δεν απαιτεί στιγματισμό. Χρειάζεται να προστατεύσουμε άμεσα το παιδί και τους άλλους όταν υπάρχει κίνδυνος και ταυτόχρονα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι οδήγησε στη συμπεριφορά και τι μπορεί να αλλάξει την πορεία της. Ούτε η στάση «είναι παιδί, θα του περάσει» ούτε η στάση «είναι επικίνδυνος και δεν αλλάζει» είναι επαρκείς. Πιο χρήσιμα ερωτήματα είναι: Τι ακριβώς συνέβη; Πόσο σοβαρός είναι ο σημερινός κίνδυνος; Τι έχει προηγηθεί; Ποιοι παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο και ποιοι μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά; Τι χρειάζεται να αλλάξει ώστε να μην επαναληφθεί η βία; Η έγκαιρη και ολοκληρωμένη παρέμβαση μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο και να βοηθήσει το παιδί ή τον έφηβο να αναπτύξει αποτελεσματικότερους τρόπους να διαχειρίζεται τον θυμό, τη ματαίωση, τις συγκρούσεις και τις σχέσεις του.