Η ζωή των παιδιών και των εφήβων περιλαμβάνει αναπόφευκτα απογοητεύσεις, αλλαγές, αποτυχίες, συγκρούσεις και περιόδους αυξημένου στρες. Ένα παιδί μπορεί να δυσκολευτεί με μια σχολική αποτυχία, μια σύγκρουση με φίλους, μια μετακόμιση, μια οικογενειακή αλλαγή ή μια εμπειρία απώλειας. Δεν είναι δυνατό ούτε επιθυμητό οι γονείς να το προστατεύσουν από κάθε δύσκολη εμπειρία. Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα του παιδιού να προσαρμόζεται όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες, να αξιοποιεί τους διαθέσιμους πόρους και, σταδιακά, να ανακτά τη λειτουργικότητά του. Δεν σημαίνει ότι δεν στενοχωριέται, δεν φοβάται ή δεν χρειάζεται βοήθεια. Ένα ψυχικά ανθεκτικό παιδί μπορεί να βιώσει έντονα δυσάρεστα συναισθήματα και παρ' όλα αυτά να μπορέσει, με την κατάλληλη υποστήριξη, να συνεχίσει την ανάπτυξη και την καθημερινή του ζωή. Η ανθεκτικότητα δεν είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό με το οποίο κάποιος γεννιέται ή δεν γεννιέται. Αναπτύσσεται μέσα από τις σχέσεις, τις εμπειρίες, τις ευκαιρίες για αυτονομία και την επανειλημμένη εμπειρία ότι οι δυσκολίες μπορούν να αντιμετωπιστούν.
Τι σημαίνει πραγματικά ψυχική ανθεκτικότητα;
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι ένα παιδί πρέπει να είναι πάντα δυνατό ή να αντιμετωπίζει μόνο του ό,τι συμβαίνει. Ένα παιδί που κλαίει επειδή απέτυχε σε μια εξέταση, ζητά βοήθεια όταν το εκφοβίζουν ή χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί σε μια απώλεια δεν είναι λιγότερο ανθεκτικό. Η αναγνώριση μιας δυσκολίας και η αναζήτηση υποστήριξης αποτελούν συχνά μέρος μιας αποτελεσματικής αντιμετώπισης. Αντίθετα, η προσπάθεια να φαίνεται κάποιος διαρκώς δυνατός, να κρύβει τα συναισθήματά του ή να αρνείται ότι δυσκολεύεται δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη ανθεκτικότητας. Η ανθεκτικότητα αφορά περισσότερο την ικανότητα προσαρμογής παρά την απουσία δυσφορίας.
Γιατί ορισμένα παιδιά αντιμετωπίζουν καλύτερα τις δυσκολίες;
Τα παιδιά διαφέρουν ως προς την ιδιοσυγκρασία, τις εμπειρίες και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν. Για αυτό δύο παιδιά μπορεί να αντιδράσουν πολύ διαφορετικά στην ίδια κατάσταση. Η ανθεκτικότητα επηρεάζεται από την ποιότητα των σχέσεων με τους γονείς και άλλους σημαντικούς ενήλικες, την αίσθηση ασφάλειας, τις κοινωνικές σχέσεις, τις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων, την αυτοεκτίμηση, τη δυνατότητα ρύθμισης των συναισθημάτων και την εμπειρία ότι το ίδιο το παιδί μπορεί να επηρεάζει ορισμένες πλευρές της ζωής του. Σημαντικό ρόλο έχει επίσης το είδος και η σοβαρότητα της δυσκολίας. Δεν είναι λογικό να περιμένουμε την ίδια αντίδραση απέναντι σε μια μικρή απογοήτευση και απέναντι σε ένα σοβαρό τραυματικό γεγονός.
Οι ασφαλείς σχέσεις είναι βασικός προστατευτικός παράγοντας
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που βοηθούν ένα παιδί να αντιμετωπίσει δύσκολες εμπειρίες είναι η παρουσία τουλάχιστον ενός σταθερού, διαθέσιμου και υποστηρικτικού ενήλικου. Το παιδί χρειάζεται να γνωρίζει ότι υπάρχει κάποιος που θα το ακούσει, θα πάρει στα σοβαρά τη δυσκολία του και θα παραμείνει διαθέσιμος ακόμη και όταν το ίδιο κάνει λάθη ή αποτυγχάνει. Η σχέση αυτή δεν χρειάζεται να είναι τέλεια. Οι γονείς μπορεί να κάνουν λάθη, να θυμώνουν ή να μην καταλαβαίνουν πάντα αμέσως τι χρειάζεται το παιδί. Σημασία έχει να υπάρχει μια αρκετά σταθερή εμπειρία ασφάλειας, αποδοχής και δυνατότητας επανασύνδεσης μετά από μια σύγκρουση.
Πρέπει οι γονείς να προστατεύουν το παιδί από τις απογοητεύσεις;
Οι γονείς φυσιολογικά θέλουν να αποτρέψουν τον πόνο και την απογοήτευση. Αν όμως λύνουν κάθε πρόβλημα πριν προλάβει να το αντιμετωπίσει το παιδί, μπορεί άθελά τους να του στερούν ευκαιρίες να αναπτύξει εμπιστοσύνη στις δικές του δυνατότητες. Ένα παιδί χρειάζεται εμπειρίες μικρών και διαχειρίσιμων δυσκολιών. Μπορεί να απογοητευτεί επειδή έχασε σε ένα παιχνίδι, να αντιμετωπίσει μια διαφωνία με έναν φίλο, να κάνει ένα λάθος σε μια εργασία ή να χρειαστεί να προσπαθήσει ξανά για κάτι που δεν κατάφερε. Ο ρόλος του γονέα δεν είναι πάντα να εξαφανίσει τη δυσκολία. Συχνά είναι να βρίσκεται δίπλα στο παιδί όσο εκείνο προσπαθεί να την αντιμετωπίσει.
Η αποτυχία μπορεί να γίνει ευκαιρία μάθησης
Η αποτυχία δεν είναι ευχάριστη, αλλά αποτελεί αναπόφευκτο μέρος της ανάπτυξης. Όταν ένα παιδί μαθαίνει ότι κάθε λάθος είναι καταστροφή ή ότι πρέπει πάντα να πετυχαίνει, μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει οτιδήποτε δύσκολο. Αντίθετα, όταν μαθαίνει ότι μια αποτυχία μπορεί να εξεταστεί, να κατανοηθεί και να ακολουθηθεί από νέα προσπάθεια, αναπτύσσει μεγαλύτερη ευελιξία. Οι γονείς μπορούν να ενδιαφέρονται όχι μόνο για το αποτέλεσμα αλλά και για τη διαδικασία. Αντί να επικεντρώνονται αποκλειστικά στο αν το παιδί πέτυχε, μπορούν να συζητούν τι δοκίμασε, τι έμαθε, τι δεν λειτούργησε και τι μπορεί να κάνει διαφορετικά την επόμενη φορά. Αυτό βοηθά το παιδί να διαχωρίζει την αποτυχία σε μια δραστηριότητα από την προσωπική του αξία.
Η σημασία της αυτονομίας
Η ανθεκτικότητα συνδέεται στενά με την εμπειρία ότι το παιδί μπορεί να κάνει πράγματα μόνο του και να επηρεάζει τη ζωή του. Η αυτονομία αναπτύσσεται σταδιακά. Ένα μικρό παιδί μπορεί να επιλέγει ανάμεσα σε δύο ρούχα ή να αναλαμβάνει μια απλή δουλειά στο σπίτι. Ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί να οργανώνει μέρος του διαβάσματός του, να λύνει μικρές διαφωνίες με φίλους και να συμμετέχει σε αποφάσεις που το αφορούν. Ο έφηβος χρειάζεται όλο και μεγαλύτερο χώρο για επιλογές, μαζί με τα κατάλληλα όρια. Όταν οι ενήλικοι κάνουν συνεχώς για το παιδί όσα μπορεί να κάνει μόνο του, μπορεί να μεταφέρουν άθελά τους το μήνυμα ότι δεν είναι ικανό να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες. Η υποστήριξη χρειάζεται να είναι αρκετή ώστε το παιδί να μην αισθάνεται εγκαταλελειμμένο, αλλά όχι τόσο μεγάλη ώστε να μην έχει την ευκαιρία να προσπαθήσει.
Πώς μαθαίνουν τα παιδιά να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους;
Τα παιδιά δεν γεννιούνται με πλήρως αναπτυγμένη ικανότητα συναισθηματικής ρύθμισης. Στα πρώτα χρόνια χρειάζονται σε μεγάλο βαθμό τη βοήθεια των ενηλίκων για να ηρεμήσουν, να κατανοήσουν τι αισθάνονται και να οργανώσουν τη συμπεριφορά τους. Σταδιακά, μέσα από αυτή τη σχέση, αρχίζουν να αποκτούν δικούς τους τρόπους διαχείρισης των συναισθημάτων. Οι γονείς μπορούν να βοηθούν αναγνωρίζοντας και ονομάζοντας τα συναισθήματα χωρίς να τα κρίνουν. Ένα παιδί μπορεί να ακούσει ότι είναι κατανοητό να θυμώνει επειδή έχασε ή να στενοχωριέται επειδή ένας φίλος το απέρριψε. Η αποδοχή του συναισθήματος δεν σημαίνει αποδοχή κάθε συμπεριφοράς. Ένα παιδί μπορεί να είναι πολύ θυμωμένο, αλλά εξακολουθεί να μην επιτρέπεται να χτυπά άλλους.
Χρειάζεται να προσπαθούμε να κάνουμε το παιδί να αισθανθεί αμέσως καλύτερα;
Όχι πάντα. Οι ενήλικοι συχνά αισθάνονται την ανάγκη να καθησυχάσουν γρήγορα το παιδί λέγοντας ότι «δεν έγινε τίποτα», ότι «δεν υπάρχει λόγος να στενοχωριέται» ή ότι «όλα θα πάνε καλά». Αυτές οι φράσεις μπορεί να έχουν καλή πρόθεση, αλλά μερικές φορές δίνουν στο παιδί την εντύπωση ότι τα συναισθήματά του είναι υπερβολικά ή ανεπιθύμητα. Μπορεί να είναι περισσότερο βοηθητικό να αναγνωριστεί πρώτα η δυσκολία. Ένα παιδί που απέτυχε σε κάτι που ήθελε πολύ μπορεί να χρειάζεται αρχικά να ακούσει ότι είναι λογικό να είναι απογοητευμένο. Στη συνέχεια μπορεί να αρχίσει η συζήτηση για το τι μπορεί να κάνει από εδώ και πέρα.
Η επίλυση προβλημάτων είναι δεξιότητα που μαθαίνεται
Όταν ένα παιδί αντιμετωπίζει μια δυσκολία, οι γονείς συχνά γνωρίζουν μια πιθανή λύση και θέλουν να τη δώσουν αμέσως. Μπορεί όμως να είναι περισσότερο χρήσιμο να βοηθήσουν το παιδί να σκεφτεί το ίδιο. Τι ακριβώς συνέβη; Ποιο μέρος του προβλήματος μπορεί να αλλάξει; Ποιες πιθανές λύσεις υπάρχουν; Τι μπορεί να συμβεί αν δοκιμάσει καθεμία από αυτές; Με αυτόν τον τρόπο το παιδί μαθαίνει ότι τα προβλήματα μπορούν να αναλυθούν και ότι συνήθως υπάρχουν περισσότερες από μία πιθανές αντιδράσεις. Οι μικρές καθημερινές δυσκολίες αποτελούν ευκαιρίες εξάσκησης για μεγαλύτερες προκλήσεις στο μέλλον.
Οι ρεαλιστικές προσδοκίες βοηθούν
Η ανθεκτικότητα δεν αναπτύσσεται όταν οι απαιτήσεις είναι είτε συνεχώς πολύ χαμηλές είτε υπερβολικά υψηλές. Ένα παιδί χρειάζεται προκλήσεις που είναι λίγο πάνω από όσα μπορεί ήδη να κάνει αλλά παραμένουν εφικτές με προσπάθεια και κατάλληλη υποστήριξη. Όταν οι γονείς περιμένουν διαρκώς περισσότερα από όσα μπορεί αναπτυξιακά να πετύχει το παιδί, επαναλαμβανόμενες εμπειρίες αποτυχίας μπορούν να υπονομεύσουν την αυτοπεποίθησή του. Αντίθετα, όταν δεν του επιτρέπεται να αντιμετωπίσει καμία δυσκολία, δεν αποκτά την εμπειρία ότι μπορεί να τα καταφέρει.
Η καθημερινή ρουτίνα ως πηγή ασφάλειας
Οι σταθερές καθημερινές συνήθειες μπορούν να λειτουργούν προστατευτικά, ιδιαίτερα σε περιόδους αλλαγής ή στρες. Ο σχετικά προβλέψιμος ύπνος, τα γεύματα, το σχολείο, η σωματική δραστηριότητα και ο χρόνος με την οικογένεια δημιουργούν ένα πλαίσιο σταθερότητας όταν άλλες πλευρές της ζωής είναι αβέβαιες. Αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία μετά από σημαντικά γεγονότα, όπως μια μετακόμιση, ένας χωρισμός, μια απώλεια ή μια περίοδος ασθένειας. Η επιστροφή στις συνηθισμένες δραστηριότητες δεν σημαίνει ότι αγνοείται αυτό που συνέβη. Βοηθά το παιδί να αισθανθεί ότι, παρά τη δυσκολία, η ζωή εξακολουθεί να έχει συνοχή και προβλεψιμότητα.
Οι φιλίες και η αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου
Οι σχέσεις με συνομηλίκους αποτελούν σημαντική πηγή υποστήριξης, ιδιαίτερα όσο τα παιδιά μεγαλώνουν. Το να έχει ένα παιδί ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να παίξει, να μιλήσει ή να μοιραστεί εμπειρίες μπορεί να λειτουργεί προστατευτικά σε περιόδους στρες. Δεν χρειάζεται να έχει μεγάλο αριθμό φίλων. Μία ή λίγες σταθερές και θετικές σχέσεις μπορεί να είναι περισσότερο σημαντικές από την κοινωνική δημοτικότητα. Η συμμετοχή σε σχολικές, αθλητικές, καλλιτεχνικές ή άλλες δραστηριότητες μπορεί επίσης να δημιουργεί αίσθηση συμμετοχής και να προσφέρει ευκαιρίες να αναπτύξει το παιδί ικανότητες πέρα από τον τομέα στον οποίο μπορεί να δυσκολεύεται.
Γιατί έχει σημασία να έχει το παιδί περισσότερες από μία πηγές αυτοεκτίμησης;
Ένα παιδί που στηρίζει ολόκληρη την αυτοεκτίμησή του σε έναν μόνο τομέα είναι περισσότερο ευάλωτο όταν αντιμετωπίζει αποτυχία σε αυτόν. Αν ένας έφηβος θεωρεί ότι η αξία του εξαρτάται αποκλειστικά από τους βαθμούς του, μια σχολική αποτυχία μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη ψυχολογική σημασία. Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν η αυτοεκτίμηση βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην εμφάνιση, στον αθλητισμό ή στην κοινωνική αποδοχή. Είναι προστατευτικό το παιδί να αναγνωρίζει διαφορετικές πλευρές της ταυτότητάς του: τις σχέσεις, τα ενδιαφέροντα, τις αξίες, τις ικανότητες, τον χαρακτήρα, τη δημιουργικότητα και τη συμμετοχή του σε διαφορετικές δραστηριότητες.
Πώς επηρεάζει το παράδειγμα των γονέων;
Τα παιδιά παρατηρούν τον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικοι αντιμετωπίζουν τις δικές τους δυσκολίες. Ένας γονέας που κάνει ένα λάθος και λέει «δεν πήγε όπως ήθελα, θα δω τι μπορώ να κάνω διαφορετικά» δείχνει έναν τρόπο αντιμετώπισης πολύ διαφορετικό από το να αντιδρά σαν κάθε αποτυχία να είναι καταστροφή. Δεν χρειάζεται οι γονείς να κρύβουν κάθε δυσάρεστο συναίσθημα. Μπορούν να δείχνουν ότι οι ενήλικοι επίσης αγχώνονται, απογοητεύονται και χρειάζονται βοήθεια, αλλά ότι υπάρχουν τρόποι να αντιμετωπίζουν αυτές τις καταστάσεις. Το παιδί μαθαίνει όχι μόνο από όσα του λέγονται αλλά και από όσα βλέπει.
Η αισιοδοξία χρειάζεται να είναι ρεαλιστική
Η ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι πρέπει να λέμε στο παιδί ότι όλα θα έχουν πάντα καλή κατάληξη. Υπάρχουν δυσκολίες που δεν μπορούν να διορθωθούν πλήρως και απώλειες που δεν μπορούν να αναιρεθούν. Η υπερβολικά θετική διαβεβαίωση μπορεί να φαίνεται αναξιόπιστη όταν το παιδί γνωρίζει ότι η πραγματικότητα είναι δύσκολη. Περισσότερο βοηθά μια ρεαλιστική στάση: μπορεί να μην γνωρίζουμε ακριβώς πώς θα εξελιχθεί μια κατάσταση, αλλά μπορούμε να σκεφτούμε τι είναι δυνατό να γίνει τώρα, ποιοι άνθρωποι μπορούν να βοηθήσουν και πώς θα αντιμετωπιστούν τα επόμενα βήματα. Το μήνυμα δεν χρειάζεται να είναι «τίποτα κακό δεν θα συμβεί», αλλά «αν συμβεί κάτι δύσκολο, δεν θα χρειαστεί να το αντιμετωπίσεις μόνος σου».
Η αναζήτηση βοήθειας είναι δύναμη και όχι αποτυχία
Μια σημαντική πλευρά της ανθεκτικότητας είναι η ικανότητα να αναγνωρίζει κάποιος πότε οι δικές του δυνάμεις δεν είναι αρκετές και να ζητά βοήθεια. Τα παιδιά χρειάζεται να γνωρίζουν σε ποιους ανθρώπους μπορούν να απευθυνθούν όταν αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα. Αυτοί μπορεί να είναι οι γονείς, ένας άλλος συγγενής, ένας εκπαιδευτικός, ένας προπονητής ή ένας επαγγελματίας υγείας. Ιδιαίτερα στην εφηβεία, είναι σημαντικό ο νέος να μη θεωρεί ότι η ανεξαρτησία σημαίνει πως πρέπει να αντιμετωπίζει μόνος του κάθε δυσκολία. Η αυτονομία και η δυνατότητα να χρησιμοποιούμε την υποστήριξη των άλλων μπορούν να συνυπάρχουν.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς όταν το παιδί αντιμετωπίζει μια δυσκολία;
Πριν προσφέρουν λύση, οι γονείς μπορούν να προσπαθήσουν να καταλάβουν πώς αντιλαμβάνεται το ίδιο το παιδί την κατάσταση. Αυτό που σε έναν ενήλικο φαίνεται μικρό μπορεί να είναι πολύ σημαντικό για το παιδί. Στη συνέχεια μπορούν να το βοηθήσουν να διαχωρίσει όσα μπορεί να αλλάξει από όσα δεν μπορεί να ελέγξει. Μερικές φορές χρειάζεται δράση, όπως να ζητήσει βοήθεια για ένα σχολικό πρόβλημα. Άλλες φορές χρειάζεται κυρίως να αντέξει ένα συναίσθημα και να προσαρμοστεί σε κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει. Το κατάλληλο επίπεδο βοήθειας εξαρτάται από την ηλικία, τη σοβαρότητα της κατάστασης και τις δυνατότητες του παιδιού.
Πότε η δυσκολία ξεπερνά αυτό που μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη συνηθισμένη υποστήριξη;
Δεν πρέπει κάθε έντονη συναισθηματική αντίδραση να θεωρείται έλλειψη ανθεκτικότητας. Μετά από μια σημαντική απογοήτευση, απώλεια ή αλλαγή είναι αναμενόμενο ένα παιδί να χρειάζεται χρόνο. Χρειάζεται όμως μεγαλύτερη προσοχή όταν η δυσφορία επιμένει, επιδεινώνεται ή αρχίζει να επηρεάζει σημαντικά τον ύπνο, τη σχολική λειτουργία, τις φιλίες, την όρεξη ή τη συμμετοχή στις καθημερινές δραστηριότητες. Έντονη κοινωνική απόσυρση, επίμονη απελπισία, συχνές κρίσεις άγχους, σημαντική πτώση της λειτουργικότητας, αυτοτραυματισμός ή σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλώς με την προσδοκία ότι το παιδί χρειάζεται να γίνει «πιο δυνατό». Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται κατάλληλη επαγγελματική αξιολόγηση.
Δεν είναι όλες οι δυσκολίες κατάλληλες για να «σκληραγωγήσουν» ένα παιδί
Η έκθεση σε δυσκολίες μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη δεξιοτήτων όταν οι προκλήσεις είναι διαχειρίσιμες και το παιδί διαθέτει επαρκή υποστήριξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι σοβαρές ή επαναλαμβανόμενες αντιξοότητες είναι ωφέλιμες επειδή «χτίζουν χαρακτήρα». Η κακοποίηση, η παραμέληση, η ενδοοικογενειακή βία, ο σοβαρός εκφοβισμός και άλλες τραυματικές καταστάσεις μπορεί να έχουν σημαντικές συνέπειες και χρειάζονται προστασία και παρέμβαση. Η ανθεκτικότητα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως λόγος για να παραμένει ένα παιδί σε ένα επιβλαβές περιβάλλον. Πρώτη προτεραιότητα σε μια επικίνδυνη κατάσταση είναι η ασφάλεια.
Η ανθεκτικότητα αναπτύσσεται σταδιακά
Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία ένα παιδί γίνεται «ανθεκτικό». Η ικανότητα αντιμετώπισης των δυσκολιών εξελίσσεται σε όλη την παιδική ηλικία και την εφηβεία. Κάθε φορά που ένα παιδί αντιμετωπίζει μια διαχειρίσιμη δυσκολία, λαμβάνει την κατάλληλη υποστήριξη, δοκιμάζει έναν τρόπο επίλυσης και ανακαλύπτει ότι μπορεί να προχωρήσει, αποκτά μια νέα εμπειρία αποτελεσματικότητας. Με την πάροδο του χρόνου αυτές οι εμπειρίες μπορούν να ενισχύσουν την πεποίθηση ότι μια δύσκολη κατάσταση δεν σημαίνει απαραίτητα αδιέξοδο. Ο στόχος των γονέων δεν είναι να μεγαλώσουν ένα παιδί που δεν φοβάται, δεν αποτυγχάνει ή δεν χρειάζεται ποτέ βοήθεια. Είναι να το βοηθήσουν να αναπτύξει σταδιακά την ικανότητα να αναγνωρίζει όσα αισθάνεται, να χρησιμοποιεί τις δυνατότητές του, να αναζητά υποστήριξη όταν τη χρειάζεται και να συνεχίζει την πορεία του ακόμη και όταν τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως θα ήθελε.


