Η δυσκολία στον αποχωρισμό από τους γονείς αποτελεί φυσιολογικό μέρος της ανάπτυξης, ιδιαίτερα στα μικρά παιδιά. Από το δεύτερο μισό του πρώτου έτους της ζωής και κατά την προσχολική ηλικία, ένα παιδί μπορεί να διαμαρτύρεται όταν απομακρύνεται ο γονέας, να προσκολλάται περισσότερο σε οικεία πρόσωπα ή να χρειάζεται χρόνο για να αισθανθεί ασφαλές σε ένα καινούργιο περιβάλλον. Καθώς το παιδί μεγαλώνει και αποκτά περισσότερες εμπειρίες ασφαλούς αποχωρισμού και επιστροφής, η δυσκολία συνήθως μειώνεται. Όταν όμως ο φόβος του αποχωρισμού είναι πολύ έντονος για την ηλικία, επιμένει και αρχίζει να περιορίζει το σχολείο, τον ύπνο, τις δραστηριότητες ή την αυτονομία του παιδιού, μπορεί να υπάρχει διαταραχή άγχους αποχωρισμού.
Πότε το άγχος αποχωρισμού είναι φυσιολογικό;
Ένα βρέφος ή ένα μικρό παιδί δεν έχει ακόμη την ίδια αντίληψη με έναν μεγαλύτερο άνθρωπο ότι ο γονέας που φεύγει θα επιστρέψει. Για αυτό η διαμαρτυρία κατά τον αποχωρισμό μπορεί να είναι έντονη χωρίς να αποτελεί ένδειξη διαταραχής. Ένα παιδί που ξεκινά παιδικό σταθμό ή νηπιαγωγείο μπορεί επίσης να κλαίει τις πρώτες ημέρες, να ζητά τον γονέα του ή να χρειάζεται μια περίοδο προσαρμογής. Η αντίδραση θεωρείται περισσότερο αναμενόμενη όταν μειώνεται σταδιακά καθώς το παιδί εξοικειώνεται με το περιβάλλον και όταν, μετά τον αρχικό αποχωρισμό, μπορεί να συμμετέχει στο παιχνίδι, στο σχολείο και στις συνηθισμένες δραστηριότητές του.
Πότε γίνεται περισσότερο ανησυχητικό;
Το άγχος χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή όταν είναι πολύ εντονότερο από αυτό που αναμένεται για την ηλικία και όταν δεν υποχωρεί με τον χρόνο. Το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται σημαντικά να αποχωριστεί τους γονείς για να πάει σχολείο, να μείνει με συγγενείς, να συμμετάσχει σε μια δραστηριότητα ή να κοιμηθεί μόνο του. Μερικές φορές η καθημερινότητα ολόκληρης της οικογένειας αρχίζει να οργανώνεται γύρω από την προσπάθεια να μην αποχωρίζεται ποτέ το παιδί από το πρόσωπο στο οποίο είναι προσκολλημένο. Σε αυτές τις περιπτώσεις το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι το παιδί «είναι πολύ δεμένο με τη μητέρα ή τον πατέρα του». Ο φόβος έχει αρχίσει να περιορίζει την αναπτυξιακά αναμενόμενη αυτονομία του.
Τι φοβάται ένα παιδί με άγχος αποχωρισμού;
Ο φόβος δεν αφορά πάντα τον ίδιο τον αποχωρισμό. Συχνά το παιδί ανησυχεί ότι κάτι κακό θα συμβεί όσο βρίσκεται μακριά από τον γονέα. Μπορεί να φοβάται ότι ο γονέας θα αρρωστήσει, θα πάθει ατύχημα, θα πεθάνει ή δεν θα επιστρέψει. Μπορεί επίσης να ανησυχεί ότι κάτι θα συμβεί στο ίδιο και δεν θα υπάρχει ο γονέας για να το βοηθήσει. Σε ορισμένα παιδιά οι φόβοι αυτοί επαναλαμβάνονται πολλές φορές μέσα στην ημέρα. Μπορεί να τηλεφωνούν συνεχώς στον γονέα, να ζητούν διαβεβαίωση ότι είναι καλά ή να χρειάζονται να γνωρίζουν ακριβώς πού βρίσκεται.
Πώς μπορεί να εκδηλώνεται στα μικρότερα παιδιά;
Τα μικρότερα παιδιά δεν μπορούν πάντοτε να περιγράψουν τι ακριβώς φοβούνται. Το άγχος μπορεί να εκδηλώνεται με κλάμα, έντονη προσκόλληση, εκρήξεις θυμού ή άρνηση να απομακρυνθούν από τον γονέα. Ένα παιδί μπορεί να ακολουθεί τον γονέα από δωμάτιο σε δωμάτιο, να δυσκολεύεται να μείνει ακόμη και για λίγο μόνο του ή να αντιδρά έντονα όταν καταλαβαίνει ότι πρόκειται να φύγει. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί εύκολα να ερμηνευτεί ως πείσμα ή προσπάθεια ελέγχου. Στην πραγματικότητα, σε ένα παιδί με σοβαρό άγχος αποχωρισμού η αντίδραση μπορεί να οφείλεται σε πραγματικό και πολύ έντονο φόβο.
Πώς μπορεί να εμφανίζεται στα μεγαλύτερα παιδιά;
Στα παιδιά σχολικής ηλικίας οι ανησυχίες μπορεί να γίνουν περισσότερο συγκεκριμένες. Το παιδί μπορεί να φοβάται ότι οι γονείς θα πάθουν κάτι ενώ εκείνο βρίσκεται στο σχολείο ή ότι ένα ατύχημα θα το χωρίσει από την οικογένεια. Μπορεί να αποφεύγει εκδρομές, διανυκτερεύσεις σε φίλους ή δραστηριότητες χωρίς τους γονείς. Σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους το πρόβλημα μπορεί να είναι λιγότερο εμφανές ως προσκόλληση και περισσότερο ως επίμονη αποφυγή καταστάσεων που απαιτούν αυτονομία.
Ποια είναι η σχέση με τη σχολική άρνηση;
Το άγχος αποχωρισμού αποτελεί μία από τις καταστάσεις που μπορεί να βρίσκονται πίσω από τη σχολική άρνηση. Το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται έντονα το πρωί, να κλαίει, να αρνείται να ντυθεί ή να ζητά να παραμείνει στο σπίτι. Μερικές φορές εμφανίζει κοιλιακό πόνο, πονοκέφαλο, ναυτία ή άλλα σωματικά συμπτώματα λίγο πριν χρειαστεί να φύγει. Τα συμπτώματα μπορεί να μειώνονται σημαντικά όταν επιτρέπεται στο παιδί να παραμείνει στο σπίτι και να επανεμφανίζονται την επόμενη σχολική ημέρα. Σε ορισμένα παιδιά η έντονη δυσφορία αφορά κυρίως την απομάκρυνση από το σπίτι και, όταν τελικά φτάσουν και παραμείνουν στο σχολείο, μπορεί να ηρεμήσουν. Η σχολική άρνηση όμως μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές αιτίες. Μπορεί επίσης να σχετίζεται με κοινωνικό άγχος, εκφοβισμό, μαθησιακές δυσκολίες, κατάθλιψη ή άλλες καταστάσεις. Για αυτό χρειάζεται να διερευνάται τι ακριβώς φοβάται το συγκεκριμένο παιδί.
Μπορεί το άγχος να προκαλεί πραγματικά σωματικά συμπτώματα;
Ναι. Ένα παιδί μπορεί να αισθάνεται πραγματικό πόνο στην κοιλιά, πονοκέφαλο, ναυτία, ζάλη ή άλλα σωματικά συμπτώματα όταν πλησιάζει ο αποχωρισμός. Τα συμπτώματα δεν σημαίνουν ότι το παιδί προσποιείται για να αποφύγει το σχολείο. Το άγχος μπορεί να προκαλέσει σημαντικές σωματικές αντιδράσεις. Παράλληλα, τα επίμονα ή ασυνήθιστα σωματικά συμπτώματα χρειάζονται κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση και δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα στο άγχος.
Πώς μπορεί να επηρεάζεται ο ύπνος;
Ο ύπνος αποτελεί συχνή περιοχή δυσκολίας. Ένα παιδί μπορεί να φοβάται να κοιμηθεί μόνο του, να ζητά να κοιμάται στο κρεβάτι των γονέων ή να χρειάζεται έναν γονέα δίπλα του μέχρι να αποκοιμηθεί. Μπορεί επίσης να ξυπνά μέσα στη νύχτα και να αναζητά τους γονείς ή να εμφανίζει εφιάλτες που σχετίζονται με αποχωρισμό, ατυχήματα ή απώλεια. Η περιστασιακή ανάγκη για περισσότερη εγγύτητα, ιδιαίτερα μετά από μια αλλαγή ή ένα τρομακτικό γεγονός, δεν αποτελεί απαραίτητα πρόβλημα. Μεγαλύτερη σημασία έχει όταν η δυσκολία είναι επίμονη και το παιδί δεν μπορεί να κοιμηθεί χωρίς συγκεκριμένες συνθήκες που απαιτούν διαρκή παρουσία του γονέα.
Γιατί το παιδί ζητά συνεχώς διαβεβαίωση;
Ένα παιδί που φοβάται ότι κάτι θα συμβεί στους γονείς του μπορεί να ρωτά επανειλημμένα αν είναι καλά, πότε ακριβώς θα επιστρέψουν ή αν υπάρχει περίπτωση να πάθουν κάτι. Η απάντηση του γονέα μειώνει προσωρινά το άγχος. Λίγο αργότερα όμως η αμφιβολία μπορεί να επιστρέψει και το παιδί να ζητήσει νέα διαβεβαίωση. Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας κύκλος στον οποίο η συνεχής επιβεβαίωση ανακουφίζει βραχυπρόθεσμα αλλά δεν βοηθά το παιδί να αναπτύξει μεγαλύτερη ανοχή στην αβεβαιότητα. Ο στόχος δεν είναι να αρνούνται οι γονείς κάθε καθησυχασμό, αλλά σταδιακά να βοηθούν το παιδί να βασίζεται λιγότερο στην ανάγκη για απόλυτη βεβαιότητα.
Γιατί η αποφυγή μπορεί να διατηρεί το πρόβλημα;
Αν ένα παιδί φοβάται πολύ να πάει σχολείο και τελικά μένει στο σπίτι, το άγχος μειώνεται αμέσως. Αν φοβάται να κοιμηθεί μόνο του και μεταφέρεται κάθε βράδυ στο κρεβάτι των γονέων, επίσης αισθάνεται ανακούφιση. Αυτή η άμεση ανακούφιση μπορεί να ενισχύσει την αποφυγή. Το παιδί δεν έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει ότι μπορεί να αντέξει τον αποχωρισμό και ότι ο γονέας τελικά επιστρέφει. Με τον χρόνο μπορεί να χρειάζεται όλο και περισσότερη παρουσία και διαβεβαίωση για να αισθανθεί ασφαλές. Για αυτό η αντιμετώπιση συνήθως περιλαμβάνει σταδιακή επιστροφή στις δραστηριότητες που έχουν αρχίσει να αποφεύγονται.
Πρέπει οι γονείς να φεύγουν κρυφά για να μην κλάψει το παιδί;
Συνήθως όχι. Όταν ένας γονέας εξαφανίζεται χωρίς το παιδί να γνωρίζει ότι θα φύγει, μπορεί να μειώνεται η άμεση αντίδραση εκείνη τη στιγμή, αλλά το παιδί δυσκολεύεται να μάθει ότι ο αποχωρισμός είναι προβλέψιμος και ότι ο γονέας επιστρέφει. Είναι περισσότερο βοηθητικό να υπάρχει ένας σύντομος και σαφής αποχαιρετισμός. Ο γονέας μπορεί να εξηγήσει πού πηγαίνει και πότε περίπου θα επιστρέψει με τρόπο που το παιδί μπορεί να κατανοήσει. Οι πολύ παρατεταμένοι αποχαιρετισμοί, οι επαναλαμβανόμενες επιστροφές στην πόρτα και η μεγάλη αβεβαιότητα του γονέα μπορεί επίσης να αυξήσουν το άγχος.
Πώς μπορούν οι γονείς να αντιδρούν στον αποχωρισμό;
Είναι χρήσιμο να αναγνωρίζουν ότι το παιδί φοβάται χωρίς να μεταφέρουν το μήνυμα ότι ο αποχωρισμός είναι πράγματι επικίνδυνος. Ο γονέας μπορεί να δείξει ότι κατανοεί τη δυσκολία και ταυτόχρονα να παραμένει σταθερός στο σχέδιο. Ένα μήνυμα όπως «ξέρω ότι σου είναι δύσκολο να φύγω, αλλά θα είσαι ασφαλής και θα επιστρέψω μετά το σχολείο» βοηθά περισσότερο από μακρές διαπραγματεύσεις ή επανειλημμένες υποσχέσεις ότι τίποτα κακό δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί. Η ηρεμία του γονέα έχει σημασία. Αν ο ίδιος φαίνεται πολύ φοβισμένος ή αβέβαιος για το αν το παιδί μπορεί να αντέξει τον αποχωρισμό, μπορεί άθελά του να ενισχύσει την αντίληψη ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.
Είναι λάθος να παρηγορούμε ένα παιδί που κλαίει;
Όχι. Η συναισθηματική υποστήριξη δεν προκαλεί διαταραχή άγχους αποχωρισμού. Το παιδί μπορεί να χρειάζεται αγκαλιά, αναγνώριση του φόβου και βοήθεια για να ηρεμήσει. Η διαφορά βρίσκεται στο αν η υποστήριξη βοηθά το παιδί να προχωρήσει σταδιακά προς τον αποχωρισμό ή αν κάθε φορά καταλήγει στην πλήρη ακύρωσή του. Ο στόχος δεν είναι να γίνει ο γονέας ψυχρός ή να αγνοεί τη δυσφορία. Είναι να συνδυάζει τη ζεστή παρουσία με την εμπιστοσύνη ότι το παιδί μπορεί σταδιακά να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία.
Μπορούν οι γονείς να έχουν και οι ίδιοι άγχος αποχωρισμού;
Ο αποχωρισμός μπορεί να είναι δύσκολος και για τους γονείς. Ένας γονέας μπορεί να ανησυχεί πολύ για το αν το παιδί θα τα καταφέρει, να τηλεφωνεί συχνά στο σχολείο ή να δυσκολεύεται να το αφήσει να συμμετέχει σε δραστηριότητες χωρίς την παρουσία του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γονέας ευθύνεται για τη διαταραχή. Η σχέση όμως είναι αμφίδρομη και οι αντιδράσεις των ενηλίκων μπορούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το παιδί μαθαίνει να αντιμετωπίζει το άγχος. Μερικές φορές μέρος της θεραπείας είναι να βοηθηθούν και οι γονείς να αισθανθούν περισσότερο ασφαλείς επιτρέποντας στο παιδί να κάνει αναπτυξιακά κατάλληλα βήματα αυτονομίας.
Τι μπορεί να προκαλέσει την έναρξη ή την επιδείνωση του άγχους;
Σε ορισμένα παιδιά υπάρχει από νωρίς μεγαλύτερη ευαισθησία στο άγχος και στον αποχωρισμό. Σε άλλα η δυσκολία μπορεί να γίνει περισσότερο έντονη μετά από σημαντικές αλλαγές. Μια μετακόμιση, αλλαγή σχολείου, σοβαρή ασθένεια στην οικογένεια, νοσηλεία, θάνατος ή άλλη εμπειρία που έκανε το παιδί να αισθανθεί ότι η ασφάλεια των σημαντικών ανθρώπων δεν είναι δεδομένη μπορεί να αυξήσει το άγχος. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άγχος αποχωρισμού οφείλεται σε κάποιο τραυματικό γεγονός. Συνήθως συμμετέχουν περισσότεροι παράγοντες.
Μπορεί να συνυπάρχουν άλλες δυσκολίες;
Ναι. Το άγχος αποχωρισμού μπορεί να συνυπάρχει με άλλες αγχώδεις διαταραχές, ειδικές φοβίες, κοινωνικό άγχος ή κρίσεις πανικού. Μπορεί επίσης να εμφανίζονται καταθλιπτικά συμπτώματα, ιδιαίτερα όταν η δυσκολία έχει περιορίσει για μεγάλο χρονικό διάστημα το σχολείο, τις φιλίες και τις δραστηριότητες. Για αυτό η αξιολόγηση χρειάζεται να εξετάζει συνολικά την ψυχική και αναπτυξιακή κατάσταση του παιδιού και όχι μόνο τον αποχωρισμό.
Πώς γίνεται η αξιολόγηση;
Η αξιολόγηση εξετάζει τι ακριβώς φοβάται το παιδί, πόσο καιρό διαρκεί η δυσκολία, σε ποιες καταστάσεις εμφανίζεται και πόσο περιορίζει την καθημερινή λειτουργία. Χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία. Μια συμπεριφορά που μπορεί να είναι απολύτως αναμενόμενη σε ένα μικρό παιδί έχει διαφορετική σημασία όταν επιμένει με την ίδια ένταση σε μεγαλύτερη ηλικία. Συγκεντρώνονται πληροφορίες από το παιδί και τους γονείς και, όταν η δυσκολία αφορά το σχολείο, μπορεί να είναι χρήσιμη η συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς. Εξετάζεται επίσης αν υπάρχουν πραγματικές συνθήκες που δικαιολογούν τον φόβο. Ένα παιδί που ανησυχεί για έναν γονέα με σοβαρό πρόβλημα υγείας βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση από ένα παιδί που φοβάται επίμονα ότι ένας υγιής γονέας θα πεθάνει κάθε φορά που βγαίνει από το σπίτι.
Πώς αντιμετωπίζεται;
Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία αποτελεί βασική προσέγγιση για το άγχος αποχωρισμού. Το παιδί μαθαίνει να αναγνωρίζει τις σκέψεις που αυξάνουν τον φόβο και να αντιμετωπίζει σταδιακά τους αποχωρισμούς που απέφευγε. Ένα μικρότερο παιδί μπορεί να ξεκινήσει μένοντας για λίγο με έναν οικείο συγγενή ενώ ο γονέας βρίσκεται κοντά και σταδιακά να προχωρήσει σε μεγαλύτερες περιόδους αποχωρισμού. Ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί να εξασκηθεί στην παραμονή στο σχολείο, σε δραστηριότητες ή σε άλλες καταστάσεις χωρίς συνεχή επικοινωνία με τους γονείς. Τα βήματα προσαρμόζονται στην ηλικία και στη σοβαρότητα της δυσκολίας.
Γιατί είναι σημαντική η συμμετοχή των γονέων;
Στα παιδιά η αντιμετώπιση του άγχους συνήθως δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από το οικογενειακό περιβάλλον. Οι γονείς μαθαίνουν πώς να αναγνωρίζουν τον φόβο χωρίς να διευκολύνουν συστηματικά την αποφυγή, πώς να περιορίζουν σταδιακά την υπερβολική διαβεβαίωση και πώς να ενισχύουν τα βήματα αυτονομίας. Η στάση αυτή δεν σημαίνει λιγότερη συναισθηματική υποστήριξη. Αντίθετα, το παιδί χρειάζεται να αισθάνεται ότι ο γονέας είναι διαθέσιμος και ταυτόχρονα εμπιστεύεται την ικανότητά του να αντιμετωπίσει τον αποχωρισμό.
Χρησιμοποιούνται φάρμακα;
Σε πολλές περιπτώσεις η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση είναι επαρκής. Όταν όμως το άγχος είναι σοβαρό, προκαλεί σημαντική λειτουργική έκπτωση ή συνυπάρχουν άλλες σημαντικές αγχώδεις δυσκολίες, μπορεί να εξεταστεί και φαρμακευτική θεραπεία μετά από παιδοψυχιατρική αξιολόγηση. Η φαρμακευτική αγωγή, όταν χρησιμοποιείται, αποτελεί μέρος ενός συνολικού θεραπευτικού σχεδίου και δεν αντικαθιστά τη σταδιακή αντιμετώπιση των καταστάσεων που το παιδί αποφεύγει.
Πότε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια;
Αξιολόγηση είναι χρήσιμη όταν η δυσκολία αποχωρισμού επιμένει, είναι πολύ έντονη για την ηλικία ή αρχίζει να περιορίζει σημαντικά την καθημερινότητα. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν το παιδί δεν μπορεί να παρακολουθήσει κανονικά το σχολείο, δεν μπορεί να κοιμηθεί χωρίς τον γονέα, αποφεύγει όλες τις δραστηριότητες χωρίς την οικογένεια ή βρίσκεται σε συνεχή φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί στους ανθρώπους που αγαπά. Οι σοβαρές αγχώδεις δυσκολίες μπορούν να αντιμετωπιστούν και η έγκαιρη αναγνώριση βοηθά ώστε η αποφυγή να μην περιορίσει σταδιακά όλο και περισσότερες πλευρές της ζωής του παιδιού.
Ο στόχος δεν είναι να πάψει το παιδί να χρειάζεται τους γονείς του
Η σταδιακή ανάπτυξη της αυτονομίας δεν σημαίνει ότι μειώνεται η σημασία της σχέσης με τους γονείς. Αντίθετα, η δυνατότητα ενός παιδιού να απομακρύνεται με μεγαλύτερη ασφάλεια βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εμπειρία ότι μπορεί να επιστρέψει σε μια σταθερή και διαθέσιμη σχέση. Το ζητούμενο δεν είναι να μην αισθανθεί ποτέ στενοχώρια στον αποχωρισμό. Είναι να μπορεί να πηγαίνει σχολείο, να κοιμάται, να συμμετέχει σε δραστηριότητες και σταδιακά να διευρύνει τον κόσμο του χωρίς ο φόβος ότι θα χάσει τα αγαπημένα του πρόσωπα να περιορίζει την ανάπτυξή του. Με κατάλληλη υποστήριξη από την οικογένεια και, όταν χρειάζεται, θεραπευτική παρέμβαση, τα παιδιά μπορούν να μάθουν ότι ο αποχωρισμός είναι προσωρινός, ότι μπορούν να παραμένουν ασφαλή ακόμη και όταν ο γονέας δεν βρίσκεται δίπλα τους και ότι η σχέση συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και όταν δεν βρίσκονται στον ίδιο χώρο.


