Αυτισμός στα παιδιά και στους εφήβους: πρώιμα σημεία, αξιολόγηση και υποστήριξη

Η Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ), ή αυτισμός, είναι μια νευροαναπτυξιακή κατάσταση που επηρεάζει κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο επικοινωνεί και αλληλεπιδρά κοινωνικά, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνει τη συμπεριφορά, τα ενδιαφέροντα και τις δραστηριότητές του. Τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται από την πρώιμη ανάπτυξη, αν και σε ορισμένα παιδιά γίνονται περισσότερο εμφανή αργότερα, όταν οι κοινωνικές και σχολικές απαιτήσεις αυξάνονται. Ο όρος «φάσμα» έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν υπάρχει μία και μοναδική εικόνα αυτισμού. Ένα παιδί μπορεί να έχει πολύ αναπτυγμένο λόγο αλλά σημαντικές δυσκολίες στην κοινωνική επικοινωνία, ενώ ένα άλλο μπορεί να χρησιμοποιεί ελάχιστο ή καθόλου προφορικό λόγο και να χρειάζεται εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας. Η νοητική λειτουργία επίσης ποικίλλει σημαντικά, όπως και ο βαθμός υποστήριξης που χρειάζεται κάθε άτομο στην καθημερινή ζωή.

Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του αυτισμού;


Τα χαρακτηριστικά του αυτισμού αφορούν δύο βασικούς τομείς. Ο πρώτος αφορά την κοινωνική επικοινωνία και την κοινωνική αλληλεπίδραση. Το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να συμμετέχει στην αμοιβαία επικοινωνία, να μοιράζεται ενδιαφέροντα και συναισθήματα, να χρησιμοποιεί ή να κατανοεί βλέμματα, χειρονομίες και εκφράσεις προσώπου ή να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του σε διαφορετικές κοινωνικές καταστάσεις. Ο δεύτερος αφορά περιορισμένα ή επαναλαμβανόμενα πρότυπα συμπεριφοράς, ενδιαφερόντων ή δραστηριοτήτων. Μπορεί να υπάρχουν επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή τρόποι χρήσης αντικειμένων, μεγάλη ανάγκη για σταθερότητα και προβλεψιμότητα, ιδιαίτερα έντονα ή περιορισμένα ενδιαφέροντα και ασυνήθιστα έντονη ή μειωμένη αντίδραση σε αισθητηριακά ερεθίσματα. Κανένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό δεν σημαίνει από μόνο του ότι ένα παιδί έχει αυτισμό. Παιδιά χωρίς αυτισμό μπορεί επίσης να παρουσιάζουν ορισμένες από αυτές τις συμπεριφορές. Η σημασία τους αξιολογείται μέσα στη συνολική αναπτυξιακή εικόνα του παιδιού.

Ποια μπορεί να είναι τα πρώιμα σημεία;


Σε αρκετά παιδιά οι πρώτες ενδείξεις εμφανίζονται κατά τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής. Οι γονείς μπορεί να παρατηρήσουν ότι το παιδί:

  • ανταποκρίνεται λίγο ή ασυνεπώς όταν ακούει το όνομά του,
  • χρησιμοποιεί λιγότερο το βλέμμα, τις εκφράσεις προσώπου ή τις χειρονομίες για επικοινωνία,
  • δείχνει ή φέρνει λιγότερο συχνά αντικείμενα για να μοιραστεί το ενδιαφέρον του με κάποιον άλλον,
  • δυσκολεύεται να συμμετέχει σε αμοιβαία παιχνίδια και κοινωνικές ανταλλαγές,
  • παρουσιάζει καθυστέρηση ή ιδιαίτερο τρόπο ανάπτυξης του λόγου,
  • επαναλαμβάνει λέξεις ή φράσεις που έχει ακούσει,
  • επαναλαμβάνει συγκεκριμένες κινήσεις ή δραστηριότητες,
  • αντιδρά πολύ έντονα σε μικρές αλλαγές της καθημερινής ρουτίνας,
  • εμφανίζει ασυνήθιστα έντονα ή πολύ συγκεκριμένα ενδιαφέροντα,
  • αντιδρά με ιδιαίτερο τρόπο σε ήχους, υφές, μυρωδιές, γεύσεις, φώτα ή άγγιγμα.

Τα σημεία αυτά δεν αποτελούν έναν κατάλογο τον οποίο πρέπει να «συμπληρώνει» ένα παιδί για να έχει αυτισμό. Ορισμένα παιδιά παρουσιάζουν πολύ εμφανή χαρακτηριστικά από νωρίς, ενώ σε άλλα η εικόνα είναι περισσότερο διακριτική.

Η απώλεια δεξιοτήτων χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή


Μερικά παιδιά αναπτύσσονται αρχικά με σχετικά αναμενόμενο τρόπο και στη συνέχεια σταματούν να αποκτούν νέες δεξιότητες ή χάνουν δεξιότητες που είχαν ήδη κατακτήσει, συχνά στον λόγο ή στην κοινωνική επικοινωνία. Αυτό μπορεί να συμβεί ιδιαίτερα κατά το δεύτερο έτος της ζωής. Η απώλεια λέξεων, χειρονομιών, κοινωνικής ανταπόκρισης ή άλλων αναπτυξιακών δεξιοτήτων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη λογική «ας περιμένουμε, είναι ακόμη μικρό». Αποτελεί λόγο για έγκαιρη αναπτυξιακή και ιατρική αξιολόγηση.

Η καθυστέρηση του λόγου σημαίνει αυτισμό;


Όχι. Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου μπορεί να εμφανιστεί για πολλούς διαφορετικούς λόγους και δεν σημαίνει από μόνη της ότι ένα παιδί έχει αυτισμό. Στην αξιολόγηση έχει σημασία όχι μόνο πόσες λέξεις χρησιμοποιεί ένα παιδί αλλά και πώς επικοινωνεί. Ένα παιδί χωρίς ανεπτυγμένο προφορικό λόγο μπορεί να προσπαθεί έντονα να επικοινωνήσει με βλέμματα, χειρονομίες, εκφράσεις, δείξιμο και κοινό παιχνίδι. Στον αυτισμό μπορεί να υπάρχουν πιο ευρείες διαφορές στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η επικοινωνία για κοινωνική αλληλεπίδραση. Για αυτό η αξιολόγηση ενός παιδιού με καθυστέρηση λόγου δεν πρέπει να περιορίζεται απλώς στην καταμέτρηση των λέξεων που χρησιμοποιεί.

Το παιδί μπορεί να μιλά πολύ καλά και να βρίσκεται στο φάσμα


Ο αυτισμός δεν ταυτίζεται με την απουσία λόγου. Μερικά παιδιά έχουν πλούσιο λεξιλόγιο και σωστή γραμματική, αλλά δυσκολεύονται στον κοινωνικό τρόπο χρήσης της γλώσσας. Μπορεί, για παράδειγμα, να μιλούν εκτενώς για ένα αγαπημένο θέμα χωρίς να αντιλαμβάνονται εύκολα αν ο συνομιλητής ενδιαφέρεται, να δυσκολεύονται να κατανοήσουν υπονοούμενα ή μη κυριολεκτική γλώσσα, να μην ξέρουν εύκολα πώς να αρχίσουν ή να διατηρήσουν μια συζήτηση ή να δυσκολεύονται να προσαρμόσουν τον τρόπο επικοινωνίας ανάλογα με τον συνομιλητή και την περίσταση. Οι ικανότητες επικοινωνίας των ατόμων στο φάσμα ποικίλλουν από απουσία προφορικού λόγου έως ιδιαίτερα ανεπτυγμένη λεκτική ικανότητα.

Επαναλήψεις, ρουτίνες και έντονα ενδιαφέροντα


Η επανάληψη και η προβλεψιμότητα μπορεί να έχουν ιδιαίτερη σημασία για ένα παιδί στο φάσμα. Μπορεί να θέλει να ακολουθεί μια συγκεκριμένη διαδρομή, να εκτελεί δραστηριότητες πάντοτε με την ίδια σειρά ή να δυσκολεύεται πολύ όταν αλλάζει απροειδοποίητα το πρόγραμμα. Μπορεί επίσης να αναπτύσσει πολύ έντονο ενδιαφέρον για συγκεκριμένα θέματα ή αντικείμενα και να αφιερώνει σε αυτά μεγάλο μέρος του χρόνου και της προσοχής του. Τα ενδιαφέροντα αυτά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αυτομάτως ως κάτι αρνητικό. Μπορούν να αποτελούν πηγή χαράς, γνώσης και δεξιοτήτων. Η κλινική σημασία τους εξαρτάται από την ένταση, την ακαμψία και το κατά πόσο περιορίζουν την καθημερινή λειτουργία.

Αισθητηριακές διαφορές


Πολλά παιδιά στο φάσμα αντιλαμβάνονται ορισμένα αισθητηριακά ερεθίσματα διαφορετικά. Ένας συνηθισμένος ήχος μπορεί να βιώνεται ως εξαιρετικά έντονος, μια συγκεκριμένη υφή ρούχου να είναι πολύ ενοχλητική ή ορισμένες γεύσεις και μυρωδιές να προκαλούν έντονη αποστροφή. Άλλα παιδιά μπορεί να αναζητούν έντονα αισθητηριακά ερεθίσματα, όπως συγκεκριμένες κινήσεις, πιέσεις ή ήχους. Οι ιδιαίτερες αντιδράσεις σε αισθητηριακά ερεθίσματα αποτελούν αναγνωρισμένο μέρος της κλινικής εικόνας του αυτισμού. Έχει σημασία να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι βιώνει το παιδί πριν ερμηνεύσουμε μια αντίδραση ως «δύσκολη συμπεριφορά». Ένα παιδί που καλύπτει τα αυτιά του, αρνείται να μπει σε έναν θορυβώδη χώρο ή δεν αντέχει συγκεκριμένα ρούχα μπορεί να προσπαθεί να διαχειριστεί μια πραγματικά πολύ δυσάρεστη αισθητηριακή εμπειρία.

Πώς μπορεί να φαίνεται ο αυτισμός στη σχολική ηλικία;


Μερικά παιδιά αναγνωρίζονται αργότερα, όταν αυξάνονται οι κοινωνικές απαιτήσεις. Στο σχολείο μπορεί να δυσκολεύονται να κατανοήσουν τους άγραφους κανόνες της παρέας, να συμμετέχουν σε ομαδικά παιχνίδια, να διαχειρίζονται τις αλλαγές, να καταλαβαίνουν τη σκοπιά των άλλων ή να δημιουργούν και να διατηρούν φιλίες. Μπορεί να είναι πολύ άνετα όταν συζητούν για ένα συγκεκριμένο ενδιαφέρον αλλά να αισθάνονται αβέβαια σε περισσότερο αυθόρμητες κοινωνικές καταστάσεις. Η δυσκολία στην κοινωνική αλληλεπίδραση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί δεν θέλει φίλους. Πολλά παιδιά και έφηβοι στο φάσμα επιθυμούν ουσιαστικές σχέσεις αλλά δυσκολεύονται να καταλάβουν πώς να τις δημιουργήσουν ή να τις διατηρήσουν.

Και στην εφηβεία;


Καθώς οι κοινωνικές σχέσεις γίνονται πιο σύνθετες, ορισμένες δυσκολίες μπορεί να γίνουν περισσότερο εμφανείς. Οι παρέες, οι έμμεσοι κοινωνικοί κανόνες, οι ερωτικές σχέσεις, η αυξανόμενη ανάγκη ανεξαρτησίας και οι μεγαλύτερες απαιτήσεις αυτοοργάνωσης μπορεί να δημιουργήσουν νέες προκλήσεις. Παράλληλα χρειάζεται να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην ψυχική υγεία. Άγχος, κατάθλιψη και ΔΕΠ-Υ εμφανίζονται συχνότερα σε άτομα στο φάσμα και δεν πρέπει να θεωρούνται απλώς «μέρος του αυτισμού» όταν προκαλούν σημαντική δυσφορία ή έκπτωση της λειτουργικότητας.

Τι προκαλεί τον αυτισμό;


Δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία. Ο αυτισμός προκύπτει από μια σύνθετη αναπτυξιακή διαδικασία στην οποία συμμετέχουν πολλοί γενετικοί και άλλοι βιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Σε ορισμένα παιδιά υπάρχει συγκεκριμένη γενετική ή χρωμοσωμική κατάσταση, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορεί να προσδιοριστεί μία μοναδική αιτία. Ο αυτισμός δεν προκαλείται από τον τρόπο ανατροφής ή από έλλειψη συναισθηματικής φροντίδας των γονέων. Επίσης, τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν αιτιώδη σχέση ανάμεσα στους παιδικούς εμβολιασμούς και στον αυτισμό. Μια νέα συνολική ανασκόπηση των δεδομένων έως το 2025 κατέληξε ξανά ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεση μεταξύ εμβολίων και αυτισμού.

Πώς γίνεται η διάγνωση;


Δεν υπάρχει εξέταση αίματος, μαγνητική τομογραφία ή άλλο μεμονωμένο ιατρικό τεστ που να διαγιγνώσκει τον αυτισμό. Η διάγνωση βασίζεται στην αναπτυξιακή πορεία και στη συμπεριφορά του παιδιού. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει συνήθως λεπτομερές αναπτυξιακό ιστορικό από τους γονείς, άμεση παρατήρηση και αξιολόγηση της κοινωνικής επικοινωνίας και της συμπεριφοράς και διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το παιδί λειτουργεί στην καθημερινότητα. Ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού μπορεί επίσης να χρειάζεται αξιολόγηση:

  • του λόγου και της επικοινωνίας,
  • της γνωστικής λειτουργίας,
  • των προσαρμοστικών δεξιοτήτων,
  • της σχολικής λειτουργίας,
  • της ακοής και της όρασης,
  • της κινητικής και αισθητηριακής ανάπτυξης,
  • πιθανών συνυπαρχουσών ψυχικών ή ιατρικών καταστάσεων.

Κανένα ερωτηματολόγιο ή δοκιμασία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο του για να τεθεί η διάγνωση.

Πόσο νωρίς μπορεί να γίνει η διάγνωση;


Σε ορισμένα παιδιά χαρακτηριστικά μπορεί να εντοπιστούν ήδη από τους 18 μήνες ή και νωρίτερα. Περίπου στην ηλικία των 2 ετών, μια διάγνωση από έμπειρο επαγγελματία μπορεί να είναι αρκετά αξιόπιστη, αν και πολλά παιδιά εξακολουθούν να διαγιγνώσκονται πολύ αργότερα. Δεν χρειάζεται όμως να περιμένουμε την οριστική διάγνωση για να αντιμετωπιστεί μια σαφής αναπτυξιακή δυσκολία. Αν, για παράδειγμα, ένα παιδί έχει σημαντική καθυστέρηση στην επικοινωνία, η κατάλληλη υποστήριξη της επικοινωνίας μπορεί να ξεκινήσει ενώ η συνολική διαγνωστική διερεύνηση συνεχίζεται.

Γιατί έχει σημασία η έγκαιρη αναγνώριση;


Η έγκαιρη αναγνώριση δεν έχει στόχο να τοποθετήσει μια «ταμπέλα» σε ένα μικρό παιδί. Στόχος είναι να κατανοηθούν εγκαίρως οι ιδιαίτερες ανάγκες και δυνατότητές του και να αποκτήσει πρόσβαση στην κατάλληλη υποστήριξη. Οι πρώιμες, τεκμηριωμένες παρεμβάσεις μπορούν να υποστηρίξουν την ανάπτυξη της επικοινωνίας, της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, των δεξιοτήτων καθημερινής ζωής και της συμμετοχής του παιδιού. Η παρέμβαση χρειάζεται να προσαρμόζεται στο συγκεκριμένο παιδί και να εξελίσσεται καθώς αλλάζουν οι ανάγκες του.

Πώς υποστηρίζεται ένα παιδί στο φάσμα;


Δεν υπάρχει μία παρέμβαση που να είναι κατάλληλη για όλα τα παιδιά. Το σχέδιο υποστήριξης εξαρτάται από το αναπτυξιακό επίπεδο, τον τρόπο επικοινωνίας, τις γνωστικές και προσαρμοστικές ικανότητες, τις αισθητηριακές ανάγκες, τη συμπεριφορά, το σχολικό περιβάλλον και τις προτεραιότητες του ίδιου του παιδιού και της οικογένειας. Μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Παρεμβάσεις κοινωνικής επικοινωνίας. Μέσα από παιχνίδι και καθημερινές δραστηριότητες μπορούν να ενισχυθούν η κοινή προσοχή, η αμοιβαιότητα και η επικοινωνία, με ενεργή συμμετοχή γονέων, φροντιστών και εκπαιδευτικών.
  • Λογοθεραπευτική υποστήριξη. Ανάλογα με τις ανάγκες μπορεί να αφορά τον προφορικό λόγο, την κατανόηση, τον κοινωνικό τρόπο χρήσης της γλώσσας ή εναλλακτικά και επαυξητικά μέσα επικοινωνίας, όπως εικόνες ή ηλεκτρονικά συστήματα.
  • Εκπαιδευτικές και αναπτυξιακές παρεμβάσεις. Η προσαρμογή του περιβάλλοντος, η χρήση οπτικών βοηθημάτων, η προβλεψιμότητα και η διδασκαλία δεξιοτήτων σε κατανοητά βήματα μπορούν να διευκολύνουν τη μάθηση και την αυτονομία.
  • Υποστήριξη δεξιοτήτων καθημερινής ζωής. Για ορισμένα παιδιά χρειάζεται δουλειά σε θέματα όπως ντύσιμο, φαγητό, προσωπική φροντίδα, οργάνωση και σταδιακή ανεξαρτησία.

Ο στόχος δεν είναι να εξαφανιστεί κάθε αυτιστικό χαρακτηριστικό ή να μάθει το παιδί να φαίνεται «μη αυτιστικό». Η παρέμβαση έχει περισσότερο νόημα όταν στοχεύει σε δεξιότητες που βελτιώνουν την επικοινωνία, την αυτονομία, την ασφάλεια, τη συμμετοχή και την ποιότητα ζωής.

Υπάρχει φαρμακευτική θεραπεία;


Δεν υπάρχει φάρμακο που να θεραπεύει τα βασικά χαρακτηριστικά του αυτισμού. Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί όμως να είναι χρήσιμη για συγκεκριμένες συνυπάρχουσες δυσκολίες ή συμπτώματα, όταν υπάρχει σαφής κλινική ένδειξη. Για παράδειγμα, μπορεί να χρειάζεται θεραπεία για σημαντική ΔΕΠ-Υ, άγχος ή κατάθλιψη, σοβαρές διαταραχές ύπνου ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, πολύ έντονη ευερεθιστότητα, επιθετικότητα ή αυτοτραυματιστική συμπεριφορά. Η απόφαση πρέπει να βασίζεται στη συγκεκριμένη δυσκολία που επιχειρείται να αντιμετωπιστεί και να συνοδεύεται από παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας και των ανεπιθύμητων ενεργειών.

Χρειάζεται προσοχή στις θεραπείες που υπόσχονται «ίαση»


Οι οικογένειες μπορεί να συναντήσουν στο διαδίκτυο θεραπείες, συμπληρώματα, ειδικές δίαιτες ή άλλες μεθόδους που υπόσχονται ότι θα «θεραπεύσουν» τον αυτισμό. Οι ισχυρισμοί αυτοί χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή. Ορισμένες μη τεκμηριωμένες παρεμβάσεις όχι μόνο δεν έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές αλλά μπορεί να είναι επικίνδυνες. Θεραπείες όπως η χηλίωση, η υπερβαρική οξυγονοθεραπεία ή η σεκρετίνη δεν συνιστώνται ως θεραπείες του αυτισμού. Πριν από οποιαδήποτε συμπληρωματική ή εναλλακτική παρέμβαση είναι σημαντικό να συζητούνται η επιστημονική τεκμηρίωση, οι πιθανοί κίνδυνοι και το κόστος της με κατάλληλο επαγγελματία υγείας.

Συχνά υπάρχουν και άλλες ανάγκες


Η διάγνωση του αυτισμού δεν σημαίνει ότι κάθε δυσκολία του παιδιού οφείλεται στον αυτισμό. Μπορεί να συνυπάρχουν ΔΕΠ-Υ, αγχώδεις ή καταθλιπτικές δυσκολίες, επιληψία, διαταραχές ύπνου, μαθησιακές ή γλωσσικές δυσκολίες και άλλες ιατρικές ή αναπτυξιακές καταστάσεις. Η αναγνώρισή τους είναι σημαντική επειδή πολλές από αυτές μπορούν να αντιμετωπιστούν και η θεραπεία τους μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής του παιδιού.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;


Όταν υπάρχει ανησυχία για την ανάπτυξη, είναι προτιμότερο να τη συζητήσουν με επαγγελματία που γνωρίζει την ανάπτυξη των παιδιών παρά να περιμένουν απλώς «να μεγαλώσει». Ιδιαίτερα όταν υπάρχει απώλεια δεξιοτήτων ή σαφής δυσκολία στην κοινωνική επικοινωνία, η αξιολόγηση δεν είναι σκόπιμο να αναβάλλεται. Μετά τη διάγνωση, είναι χρήσιμο οι γονείς να ενημερωθούν όχι μόνο για τις δυσκολίες αλλά και για το ιδιαίτερο αναπτυξιακό προφίλ του παιδιού τους: τι το βοηθά να επικοινωνεί, τι το αγχώνει, ποιες αισθητηριακές ανάγκες έχει, ποια ενδιαφέροντα το κινητοποιούν και σε ποιους τομείς χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη. Η καθημερινή ζωή μπορεί να γίνει πιο εύκολη όταν υπάρχει προβλεψιμότητα, σαφής και κατανοητή επικοινωνία, προετοιμασία για αλλαγές και προσαρμογή των απαιτήσεων στις πραγματικές δυνατότητες του παιδιού.

Κάθε παιδί έχει διαφορετικό αναπτυξιακό προφίλ και διαφορετικές ανάγκες


Ο αυτισμός αποτελεί μέρος του τρόπου με τον οποίο ένα παιδί αναπτύσσεται και αντιλαμβάνεται τον κόσμο, αλλά δεν περιγράφει ολόκληρο το παιδί. Δύο παιδιά με την ίδια διάγνωση μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική προσωπικότητα, ενδιαφέροντα, δυνατότητες, δυσκολίες και ανάγκες. Η καλή υποστήριξη επομένως δεν ξεκινά από την ερώτηση «τι κάνουν γενικά τα παιδιά με αυτισμό;», αλλά από την ερώτηση «τι χρειάζεται αυτό το συγκεκριμένο παιδί για να επικοινωνεί, να μαθαίνει, να αισθάνεται ασφαλές, να συμμετέχει και να αναπτύσσει όσο γίνεται μεγαλύτερη αυτονομία;» Οι ανάγκες μπορεί επίσης να αλλάζουν με την ηλικία. Η υποστήριξη στην προσχολική ηλικία μπορεί να επικεντρώνεται περισσότερο στην επικοινωνία και στο παιχνίδι, στη σχολική ηλικία στη μάθηση και στις σχέσεις και στην εφηβεία στην αυτονομία, στην ψυχική υγεία, στις φιλίες, στην ταυτότητα και στη μετάβαση προς την ενήλικη ζωή. Η φροντίδα χρειάζεται επομένως να εξελίσσεται μαζί με το παιδί.