Τα παιδιά σήμερα μπορεί να συναντήσουν εικόνες βίας σε πολύ περισσότερα περιβάλλοντα από ό,τι παλαιότερα: στην τηλεόραση και στις ταινίες, σε βιντεοπαιχνίδια, σε πλατφόρμες βίντεο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ακόμη και σε ειδήσεις που εμφανίζονται αυτόματα στην οθόνη τους. Η βία μπορεί να είναι φανταστική και εμφανώς μη ρεαλιστική, αλλά μπορεί επίσης να αφορά πραγματικούς τραυματισμούς, πολέμους, τρομοκρατικές επιθέσεις ή άλλα γεγονότα που καταγράφονται και αναπαράγονται συνεχώς στο διαδίκτυο. Η επίδραση αυτού του περιεχομένου δεν είναι ίδια σε όλα τα παιδιά. Εξαρτάται από την ηλικία και την αναπτυξιακή τους ωριμότητα, το είδος και τον ρεαλισμό της βίας, πόσο συχνά εκτίθενται, αν η βία παρουσιάζεται ως δικαιολογημένη ή επιβραβεύεται, αν υπάρχουν ήδη συναισθηματικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες και από το αν ένας ενήλικας βοηθά το παιδί να κατανοήσει αυτό που βλέπει.
Τι γνωρίζουμε για την επίδραση της βίας στις οθόνες;
Ένα μεγάλο σώμα ερευνητικών δεδομένων έχει συνδέσει την έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο με βραχυπρόθεσμες αυξήσεις στις επιθετικές σκέψεις, στον θυμό, στη σωματική διέγερση και σε ορισμένες μορφές επιθετικής συμπεριφοράς, καθώς και με μειωμένη ευαισθησία απέναντι στη βία. Υπάρχουν επίσης δεδομένα που δείχνουν συσχετίσεις με πιο μακροχρόνιες αλλαγές στην επιθετική συμπεριφορά. Χρειάζεται όμως προσοχή στον τρόπο με τον οποίο μεταφράζονται αυτά τα ευρήματα. Η επιστημονική συζήτηση για το μέγεθος και ιδιαίτερα για τη μακροχρόνια σημασία αυτών των επιδράσεων παραμένει ενεργή. Ορισμένες μετα-αναλύσεις έχουν βρει μικρές αλλά σημαντικές επιδράσεις, ενώ άλλες έχουν αμφισβητήσει το μέγεθός τους όταν λαμβάνονται υπόψη μεθοδολογικά προβλήματα και πιθανή μεροληψία δημοσίευσης. Επομένως, δεν είναι σωστό να λέμε ότι ένα παιδί που βλέπει μια βίαιη ταινία ή παίζει ένα βίαιο παιχνίδι «θα γίνει βίαιο». Η σοβαρή βίαιη συμπεριφορά είναι πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο, στο οποίο συμμετέχουν ατομικοί, οικογενειακοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Η έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο μπορεί να αποτελεί έναν από πολλούς παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί αντιλαμβάνεται και αντιδρά στη βία, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή εξήγηση για πραγματική σοβαρή βία.
Τα μικρότερα παιδιά κατανοούν διαφορετικά αυτό που βλέπουν
Ένα μικρό παιδί δεν επεξεργάζεται μια βίαιη σκηνή όπως ένας έφηβος ή ένας ενήλικας. Μπορεί να δυσκολεύεται περισσότερο να ξεχωρίσει τη φαντασία από την πραγματικότητα, να κατανοήσει τα κίνητρα των χαρακτήρων ή να αντιληφθεί ότι ένας ηθοποιός που φαίνεται να τραυματίζεται δεν έχει πραγματικά τραυματιστεί. Για αυτό το ίδιο περιεχόμενο μπορεί να είναι πολύ περισσότερο τρομακτικό ή συγχυτικό για ένα μικρότερο παιδί. Η ηλικία και η αναπτυξιακή ωριμότητα είναι σημαντικοί παράγοντες όταν οι γονείς αποφασίζουν τι είναι κατάλληλο να παρακολουθεί ένα παιδί. Τα μικρά παιδιά μαθαίνουν επίσης σε μεγάλο βαθμό μέσω της παρατήρησης και της μίμησης. Όταν μια επιθετική πράξη παρουσιάζεται επανειλημμένα ως αποτελεσματικός τρόπος επίλυσης ενός προβλήματος, χωρίς σοβαρές συνέπειες για αυτόν που την ασκεί, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα το παιδί να ενσωματώσει τέτοια πρότυπα στο παιχνίδι ή στις αντιδράσεις του. Η πιθανότητα μίμησης είναι μεγαλύτερη όταν η βία φαίνεται ρεαλιστική, επαναλαμβάνεται συχνά ή παρουσιάζεται χωρίς αρνητικές συνέπειες.
Φόβος και εφιάλτες
Η επίδραση του βίαιου περιεχομένου δεν αφορά μόνο την επιθετικότητα. Ορισμένα παιδιά μπορεί να φοβηθούν σημαντικά από αυτά που βλέπουν, να εμφανίσουν εφιάλτες, δυσκολία στον ύπνο, μεγαλύτερη προσκόλληση στους γονείς ή φόβο ότι κάτι παρόμοιο θα συμβεί στα ίδια ή στην οικογένειά τους. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν περιγραφεί ιδιαίτερα μετά από έντονη έκθεση σε βίαιο ή τρομακτικό περιεχόμενο. Ένα παιδί που είδε κάτι τρομακτικό δεν χρειάζεται να ακούσει: «Μα ήταν μόνο ταινία.» Περισσότερο βοηθά: «Βλέπω ότι αυτό που είδες σε τρόμαξε. Θέλεις να μου πεις ποιο σημείο σε φόβισε περισσότερο;» Στη συνέχεια ο ενήλικας μπορεί να εξηγήσει με απλό τρόπο τι ήταν πραγματικό και τι όχι και να αποκαταστήσει την αίσθηση ασφάλειας.
Όταν πρόκειται για πραγματικές εικόνες βίας
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν οι πραγματικές εικόνες από πολέμους, τρομοκρατικές επιθέσεις, φυσικές καταστροφές, εγκλήματα ή άλλες τραυματικές καταστάσεις. Σήμερα ένα παιδί μπορεί να δει τέτοιες εικόνες όχι μόνο σε τηλεοπτικές ειδήσεις αλλά επανειλημμένα μέσα από αναρτήσεις, βίντεο και αυτόματες προτάσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Για ένα μικρό παιδί η συνεχής επανάληψη του ίδιου γεγονότος μπορεί ακόμη και να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η καταστροφή συμβαίνει ξανά και ξανά. Όταν ένα πραγματικό βίαιο γεγονός κυριαρχεί στην επικαιρότητα, είναι χρήσιμο οι γονείς να περιορίζουν την επαναλαμβανόμενη έκθεση, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες, και να δίνουν πληροφορίες ανάλογες με την ηλικία του παιδιού. Η συζήτηση, η ειλικρινής απάντηση στις ερωτήσεις και η σταθερή παρουσία των ενηλίκων βοηθούν περισσότερο από τη συνεχή παρακολούθηση εικόνων.
Απευαισθητοποίηση στη βία
Όταν ένα παιδί βλέπει επανειλημμένα βίαιες σκηνές, μπορεί με τον χρόνο να αντιδρά λιγότερο έντονα σε αυτές. Η διαδικασία αυτή περιγράφεται ως απευαισθητοποίηση. Έχουν βρεθεί σχέσεις ανάμεσα στη συστηματική έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο και σε μικρότερη συναισθηματική αντίδραση απέναντι στη βία, αν και η ακριβής έκταση και η μακροχρόνια σημασία της επίδρασης εξακολουθούν να μελετώνται. Η απευαισθητοποίηση δεν σημαίνει ότι ένα παιδί «χάνει την ενσυναίσθησή του» επειδή είδε ορισμένες βίαιες ταινίες. Η ανθρώπινη ενσυναίσθηση και η επιθετική συμπεριφορά επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες. Περισσότερο σωστό είναι να θεωρούμε την επαναλαμβανόμενη έκθεση ως έναν παράγοντα που μπορεί να αλλάζει σταδιακά το πόσο συνηθισμένη ή αποδεκτή φαίνεται η βία.
Έχει σημασία ποιος ασκεί τη βία και τι ακολουθεί
Τα παιδιά δεν βλέπουν μόνο την πράξη. Παρατηρούν και το κοινωνικό μήνυμα γύρω από αυτή. Διαφορετική επίδραση μπορεί να έχει μια ιστορία στην οποία η βία παρουσιάζεται ως τραγική, έχει πραγματικές συνέπειες και αμφισβητείται ηθικά, και διαφορετική μια σκηνή στην οποία ένας δημοφιλής ήρωας χρησιμοποιεί συνεχώς βία, ανταμείβεται για αυτήν και κανείς δεν φαίνεται πραγματικά να υποφέρει. Η πιθανότητα μίμησης αυξάνεται όταν η βία είναι ρεαλιστική, επαναλαμβανόμενη και δεν τιμωρείται ή δεν παρουσιάζονται οι συνέπειές της. Για αυτό η αξιολόγηση του περιεχομένου δεν πρέπει να περιορίζεται στο «υπάρχει αίμα ή όχι;». Χρειάζεται να εξετάζουμε τι μήνυμα δίνει η ιστορία για τη χρήση της βίας.
Βίαια βιντεοπαιχνίδια
Τα βιντεοπαιχνίδια διαφέρουν από την παθητική παρακολούθηση επειδή ο παίκτης συμμετέχει ενεργά στη δράση. Στα βίαια παιχνίδια μπορεί να επαναλαμβάνει επιθετικές ενέργειες, να ανταμείβεται για αυτές και να τις χρησιμοποιεί για να επιτύχει τους στόχους του παιχνιδιού. Μετα-αναλύσεις και διαχρονικές μελέτες έχουν βρει μικρές συσχετίσεις μεταξύ επαναλαμβανόμενου παιχνιδιού βίαιων παιχνιδιών και μεταγενέστερης επιθετικής συμπεριφοράς. Παράλληλα, υπάρχουν σημαντικές επιστημονικές διαφωνίες σχετικά με το μέγεθος, την κλινική σημασία και την επίδραση πιθανών μεθοδολογικών παραγόντων. Για τους γονείς, το πρακτικό συμπέρασμα δεν χρειάζεται να είναι ότι «τα βίαια παιχνίδια κάνουν τα παιδιά βίαια». Περισσότερο χρήσιμο είναι να εξετάζουν την ηλικιακή καταλληλότητα, τον βαθμό ρεαλισμού και βιαιότητας, τον χρόνο παιχνιδιού, τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά το συγκεκριμένο παιδί και αν το παιχνίδι αρχίζει να επηρεάζει αρνητικά τη συμπεριφορά, τον ύπνο ή άλλους σημαντικούς τομείς της ζωής του.
Ορισμένα παιδιά μπορεί να είναι περισσότερο ευάλωτα
Η επίδραση του ίδιου περιεχομένου δεν είναι ίδια σε όλα τα παιδιά. Παιδιά που ήδη παρουσιάζουν σημαντικές δυσκολίες στη ρύθμιση των παρορμήσεων, έντονη επιθετικότητα, συναισθηματικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες μπορεί να χρειάζονται περισσότερο προσεκτική επιλογή του περιεχομένου που παρακολουθούν. Το ίδιο ισχύει για παιδιά που είναι ιδιαίτερα αγχώδη ή έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες. Ένα παιδί με ιστορικό πραγματικής βίας μπορεί να αντιδρά πολύ διαφορετικά σε μια βίαιη σκηνή από ένα παιδί χωρίς ανάλογες εμπειρίες. Δεν υπάρχει επομένως ένα μοναδικό όριο καταλληλότητας που να ισχύει μόνο με βάση τη χρονολογική ηλικία. Χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη η ωριμότητα και η ψυχική κατάσταση του συγκεκριμένου παιδιού.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;
Οι γονείς δεν είναι δυνατόν να ελέγξουν κάθε εικόνα που θα συναντήσει ένα παιδί. Μπορούν όμως να διαμορφώσουν σημαντικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιεί τα ψηφιακά μέσα.
Γνωρίστε τι βλέπει το παιδί
Ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες, είναι χρήσιμο να γνωρίζουν οι γονείς τις ταινίες, τις σειρές, τα παιχνίδια και τις πλατφόρμες που χρησιμοποιεί το παιδί. Οι ηλικιακές διαβαθμίσεις αποτελούν ένα χρήσιμο πρώτο φίλτρο, αλλά δεν αντικαθιστούν την κρίση του γονέα για το συγκεκριμένο παιδί. Η κοινή παρακολούθηση κάποιου περιεχομένου δίνει επίσης στους γονείς πολύ περισσότερες πληροφορίες από έναν απλό έλεγχο του ιστορικού χρήσης. Η παρακολούθηση μαζί με το παιδί και η συζήτηση γύρω από όσα βλέπει αποτελούν βασικές συστάσεις για τον περιορισμό πιθανών αρνητικών επιδράσεων.
Μην αφήνετε απλώς τις εικόνες να «μιλήσουν μόνες τους»
Αν εμφανιστεί μια βίαιη σκηνή, μπορεί να γίνει αφορμή για συζήτηση: «Τι θα συνέβαινε αν κάποιος το έκανε αυτό στην πραγματική ζωή;» «Πιστεύεις ότι αυτός ήταν καλός τρόπος να λύσει το πρόβλημα;» «Τι άλλο θα μπορούσε να είχε κάνει;» «Στην πραγματικότητα ένας άνθρωπος που τραυματίζεται έτσι μπορεί να πονέσει σοβαρά ή να πεθάνει, ακόμη κι αν στην ταινία ο ήρωας σηκώνεται αμέσως.» Η ενεργή γονεϊκή συζήτηση βοηθά το παιδί να επεξεργάζεται κριτικά αυτό που βλέπει αντί να το αποδέχεται ως αυτονόητο πρότυπο συμπεριφοράς.
Πείτε καθαρά ποια είναι η θέση σας για τη βία
Δεν χρειάζεται ένα μακροσκελές ηθικό μάθημα. Μπορεί να ειπωθεί απλά: «Το να χτυπάμε κάποιον δεν είναι τρόπος να λύνουμε μια διαφωνία.» Τα παιδιά μαθαίνουν όχι μόνο από το περιεχόμενο που παρακολουθούν αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο οι σημαντικοί ενήλικες το ερμηνεύουν. Η σαφής γονεϊκή αποδοκιμασία της βίας και η συζήτηση εναλλακτικών τρόπων επίλυσης προβλημάτων αποτελούν χρήσιμες στρατηγικές.
Δεν χρειάζεται να ολοκληρώσει μια ταινία επειδή την ξεκίνησε
Αν το περιεχόμενο είναι προφανώς ακατάλληλο ή το παιδί αναστατώνεται, ο γονέας μπορεί απλώς να το σταματήσει. Δεν υπάρχει όφελος στο: «Αφού το ξεκινήσαμε, ας δούμε πού καταλήγει.» Ιδιαίτερα στα μικρότερα παιδιά, είναι απολύτως λογικό να απομακρύνεται βίαιο ή τρομακτικό περιεχόμενο και να εξηγείται με απλό τρόπο γιατί δεν είναι κατάλληλο.
Τι γίνεται αν το βλέπουν όλοι οι φίλοι του;
Η πίεση των συνομηλίκων γίνεται σημαντικότερη όσο το παιδί μεγαλώνει: «Όλοι στην τάξη βλέπουν αυτή τη σειρά.» «Όλοι παίζουν αυτό το παιχνίδι.» Αυτό μπορεί πράγματι να δημιουργεί κοινωνική δυσκολία όταν οι οικογενειακοί κανόνες είναι πολύ διαφορετικοί. Οι γονείς μπορούν να ακούσουν την άποψη του παιδιού και να επανεξετάζουν τα όρια όσο ωριμάζει, χωρίς όμως να θεωρούν ότι η δημοτικότητα ενός προϊόντος καθορίζει αυτόματα την καταλληλότητά του. Στις μικρότερες ηλικίες μπορεί επίσης να βοηθά η επικοινωνία μεταξύ γονέων σχετικά με το τι θα παρακολουθήσουν ή θα παίξουν τα παιδιά όταν βρίσκονται σε σπίτια φίλων.
Οι γονείς αποτελούν πρότυπο και ως προς τη βία
Η συζήτηση για τη βία στις οθόνες έχει περιορισμένη αξία αν το παιδί βλέπει στην πραγματική ζωή τους ενήλικες να αντιμετωπίζουν τις συγκρούσεις με φωνές, απειλές ή σωματική βία. Το σημαντικότερο πρότυπο για το πώς λύνονται οι διαφωνίες εξακολουθεί να βρίσκεται στις πραγματικές σχέσεις του παιδιού. Η βίαιη συμπεριφορά στους νέους έχει πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πραγματική έκθεση σε βία. Για αυτό η γονεϊκή στάση μπορεί να είναι συνεπής: «Στις ταινίες μπορεί να βλέπουμε ανθρώπους να λύνουν τα προβλήματά τους με βία. Στη δική μας οικογένεια προσπαθούμε να τα λύνουμε διαφορετικά.»
Πότε χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή;
Δεν χρειάζεται ένα παιδί επαγγελματική αξιολόγηση επειδή του αρέσουν οι ταινίες δράσης ή ένα παιχνίδι με βίαιο περιεχόμενο. Χρειάζεται όμως να εξεταστεί περισσότερο η κατάσταση όταν οι γονείς παρατηρούν:
- σημαντική και επίμονη αύξηση της επιθετικότητας,
- επαναλαμβανόμενη μίμηση επικίνδυνων βίαιων συμπεριφορών,
- ασυνήθιστα μεγάλη ενασχόληση με βίαιες εικόνες ή πράξεις,
- έντονο και επίμονο φόβο μετά από όσα έχει δει,
- εφιάλτες ή σημαντική διαταραχή του ύπνου,
- πραγματικές απειλές βίας προς άλλους,
- σοβαρή δυσκολία των γονέων να θέσουν οποιοδήποτε όριο στη χρήση,
- ή γενικότερα σημαντική αλλαγή στη σχολική, οικογενειακή ή κοινωνική λειτουργία.
Η αξιολόγηση σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει στόχο να αποφασίσει αν «φταίει η οθόνη». Χρειάζεται να εξετάσει συνολικά τη συμπεριφορά, την ψυχική κατάσταση, τις σχέσεις, το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον και τους υπόλοιπους παράγοντες που μπορεί να συμβάλλουν στη δυσκολία.
Στόχος δεν είναι να μεγαλώσουν τα παιδιά σε έναν κόσμο χωρίς βίαιες εικόνες
Κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε ρεαλιστικό ούτε απαραίτητο. Καθώς μεγαλώνουν, τα παιδιά θα συναντήσουν βία στη λογοτεχνία, στην ιστορία, στις ειδήσεις, στον κινηματογράφο και στην ψηφιακή ψυχαγωγία. Το ζητούμενο είναι να μπορούν σταδιακά να την τοποθετούν σε πλαίσιο, να κατανοούν τις πραγματικές συνέπειές της και να διαχωρίζουν την ψυχαγωγία από αποδεκτούς τρόπους πραγματικής συμπεριφοράς. Για τους γονείς, μια περισσότερο χρήσιμη ερώτηση από το: «Έχει καθόλου βία αυτό που βλέπει;» είναι: «Είναι κατάλληλο για την ηλικία και την ωριμότητά του; Πόσο ρεαλιστική και έντονη είναι η βία; Πώς παρουσιάζεται; Τι καταλαβαίνει το παιδί από αυτήν; Και μπορούμε να μιλήσουμε μαζί του για όσα βλέπει;» Η προσεκτική επιλογή του περιεχομένου, η κοινή παρακολούθηση στις μικρότερες ηλικίες και η ανοιχτή συζήτηση καθώς το παιδί μεγαλώνει είναι περισσότερο χρήσιμες από μια απλή γενική απαγόρευση όλων των ιστοριών που περιέχουν βία.


