Διατροφικές διαταραχές στα παιδιά και στους εφήβους

Οι διατροφικές διαταραχές είναι σοβαρές ψυχικές διαταραχές που επηρεάζουν τη σχέση του παιδιού ή του εφήβου με το φαγητό, το βάρος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την εικόνα του σώματος. Μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σωματική ανάπτυξη, την ψυχική υγεία, τη σχολική και κοινωνική λειτουργία και, όταν είναι σοβαρές, να προκαλέσουν επικίνδυνες ιατρικές επιπλοκές. Η έγκαιρη αναγνώριση και θεραπεία συνδέονται με καλύτερη πορεία. Δεν αφορούν μόνο κορίτσια, ούτε μόνο πολύ αδύνατα παιδιά. Μπορούν να εμφανιστούν σε αγόρια και κορίτσια, σε διαφορετικές ηλικίες και σε άτομα με διαφορετικό σωματικό βάρος. Ένα παιδί μπορεί να έχει σοβαρή διατροφική διαταραχή χωρίς να φαίνεται υπερβολικά αδύνατο και χωρίς ο δείκτης μάζας σώματος να βρίσκεται κάτω από κάποιο συγκεκριμένο όριο. Για αυτό η αξιολόγηση δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στο βάρος ή στον ΔΜΣ.

Δεν είναι κάθε δίαιτα διατροφική διαταραχή


Οι έφηβοι μπορεί να ενδιαφερθούν περισσότερο για την εμφάνιση ή το βάρος τους, να αλλάξουν προσωρινά τον τρόπο που τρώνε ή να δοκιμάσουν κάποια δίαιτα. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχουν διατροφική διαταραχή. Χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή όταν η ενασχόληση με το φαγητό, τις θερμίδες, το βάρος ή το σώμα γίνεται όλο και περισσότερο κυρίαρχη, όταν εμφανίζονται άκαμπτοι κανόνες γύρω από το φαγητό ή όταν οι αλλαγές αρχίζουν να επηρεάζουν τη σωματική ανάπτυξη, την ψυχική κατάσταση και την καθημερινή ζωή του παιδιού. Ιδιαίτερα σημαντική είναι μια σαφής αλλαγή από την προηγούμενη συμπεριφορά. Ένας έφηβος που έτρωγε χωρίς ιδιαίτερη ανησυχία και αρχίζει ξαφνικά να αποκλείει ολόκληρες ομάδες τροφίμων, να παραλείπει γεύματα ή να ασκείται καταναγκαστικά χρειάζεται διαφορετική προσοχή από ένα παιδί που είχε ανέκαθεν ορισμένες διατροφικές προτιμήσεις.

Ποια σημεία μπορούν να παρατηρήσουν οι γονείς;


Ανάλογα με τη διαταραχή, μπορεί να εμφανίζονται:

  • σημαντικός περιορισμός της ποσότητας τροφής,
  • συστηματική παράλειψη γευμάτων,
  • αυξανόμενος κατάλογος «απαγορευμένων» τροφίμων,
  • έντονη ενασχόληση με θερμίδες, λίπος ή «καθαρή» διατροφή,
  • φόβος αύξησης του βάρους,
  • συχνό ζύγισμα ή έλεγχος του σώματος στον καθρέφτη,
  • άρνηση να φάει μπροστά σε άλλους,
  • τεμαχισμός της τροφής σε πολύ μικρά κομμάτια ή άλλα άκαμπτα τελετουργικά κατά το γεύμα,
  • συχνή μετάβαση στην τουαλέτα αμέσως μετά το φαγητό,
  • επεισόδια κατανάλωσης πολύ μεγάλης ποσότητας τροφής με αίσθημα απώλειας ελέγχου,
  • εμετοί, χρήση καθαρτικών ή άλλες συμπεριφορές με σκοπό τον έλεγχο του βάρους,
  • υπερβολική ή καταναγκαστική άσκηση,
  • έντονη αναστάτωση όταν δεν μπορεί να ασκηθεί,
  • γρήγορη απώλεια ή σημαντικές διακυμάνσεις βάρους,
  • επιβράδυνση της αναμενόμενης αύξησης ύψους ή βάρους,
  • καθυστέρηση της ήβης,
  • αυξανόμενη κοινωνική απόσυρση και αποφυγή γευμάτων με την οικογένεια ή τους φίλους.

Κανένα από αυτά τα σημεία μόνο του δεν αρκεί για διάγνωση. Όσο όμως περισσότερα εμφανίζονται μαζί και όσο περισσότερο επιμένουν, τόσο περισσότερο χρειάζεται αξιολόγηση.

Ψυχογενής ανορεξία


Στην ψυχογενή ανορεξία υπάρχει επίμονος περιορισμός της πρόσληψης τροφής που οδηγεί σε σημαντικά χαμηλό βάρος σε σχέση με την ηλικία και την αναπτυξιακή πορεία, μαζί με έντονο φόβο αύξησης του βάρους ή συμπεριφορές που εμποδίζουν την αποκατάστασή του. Η εικόνα του σώματος και ο τρόπος με τον οποίο το άτομο αξιολογεί το βάρος του μπορεί επίσης να είναι σημαντικά διαταραγμένα. Το παιδί ή ο έφηβος μπορεί να μην αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασής του. Μπορεί να επιμένει ότι «τρώει αρκετά» ή ότι «δεν είναι τόσο αδύνατος», ακόμη και όταν οι άνθρωποι γύρω του βλέπουν σημαντική αλλαγή. Η ίδια η διαταραχή μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το σώμα και τον κίνδυνο. Ο περιορισμός μπορεί να ξεκινήσει φαινομενικά αθώα: «Θα κόψω τα γλυκά.» Μετά μπορεί να αποκλειστούν τα λιπαρά, οι υδατάνθρακες, τα γεύματα εκτός σπιτιού και σταδιακά όλο και περισσότερα τρόφιμα. Σε ορισμένα παιδιά η διαδικασία εξελίσσεται γρήγορα.

Η «άτυπη» ανορεξία μπορεί επίσης να είναι σοβαρή


Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε παιδιά και εφήβους που είχαν υψηλότερο αρχικό βάρος και χάνουν σημαντικό βάρος αλλά εξακολουθούν να βρίσκονται σε ένα «φυσιολογικό» ή υψηλότερο εύρος ΔΜΣ. Μπορεί να παρουσιάζουν την ίδια έντονη διατροφική παθολογία και σημαντικές συνέπειες του υποσιτισμού χωρίς να έχουν την εξωτερική εικόνα που πολλοί συνδέουν με την ανορεξία. Οι κατευθυντήριες οδηγίες επισημαίνουν ρητά ότι η απόφαση για θεραπεία ή νοσηλεία δεν πρέπει να βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο όριο βάρους ή ΔΜΣ. Για το παιδί και τον έφηβο έχει ιδιαίτερη σημασία και η πορεία ανάπτυξης: πόσο γρήγορα έχασε βάρος, αν σταμάτησε να αναπτύσσεται όπως προηγουμένως και αν έχει αποκλίνει σημαντικά από τη δική του προηγούμενη καμπύλη ανάπτυξης.

Ψυχογενής βουλιμία


Στην ψυχογενή βουλιμία εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερφαγίας, κατά τα οποία το άτομο αισθάνεται ότι έχει χάσει τον έλεγχο της κατανάλωσης τροφής. Ακολουθούν συμπεριφορές με τις οποίες προσπαθεί να αποτρέψει την αύξηση του βάρους, όπως αυτοπροκαλούμενοι εμετοί, νηστεία, υπερβολική άσκηση ή άλλες αντισταθμιστικές πρακτικές. Η βουλιμία μπορεί να παραμείνει κρυφή για μεγάλο διάστημα. Ένας έφηβος μπορεί να τρώει φαινομενικά κανονικά μαζί με την οικογένεια και να παρουσιάζει επεισόδια υπερφαγίας ή εμετού όταν βρίσκεται μόνος του. Σημεία που μπορεί να προκαλέσουν υποψία είναι οι συχνές επισκέψεις στην τουαλέτα μετά το φαγητό, ανεξήγητη εξαφάνιση μεγάλων ποσοτήτων τροφίμων, κρυμμένα περιτυλίγματα, επαναλαμβανόμενες δίαιτες, σημαντικές διακυμάνσεις βάρους ή έντονη ντροπή και μυστικότητα γύρω από το φαγητό. Οι επαναλαμβανόμενοι εμετοί μπορεί να προκαλέσουν αφυδάτωση, επικίνδυνες διαταραχές ηλεκτρολυτών και βλάβες στα δόντια και σε άλλα όργανα.

Διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας


Στη διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας υπάρχουν επαναλαμβανόμενα επεισόδια στα οποία το άτομο καταναλώνει μεγάλη ποσότητα τροφής και αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ελέγξει τι ή πόσο τρώει, χωρίς τις τακτικές αντισταθμιστικές συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν τη βουλιμία. Τα επεισόδια μπορεί να συνοδεύονται από γρήγορο φαγητό, κατανάλωση τροφής χωρίς σωματική πείνα, φαγητό κρυφά λόγω ντροπής και έντονη ενοχή ή απογοήτευση μετά το επεισόδιο. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλή «έλλειψη αυτοελέγχου». Πρόκειται για αναγνωρισμένη διατροφική διαταραχή που χρειάζεται κατάλληλη αξιολόγηση και θεραπεία.

Αποφευκτική/Περιοριστική Διαταραχή Πρόσληψης Τροφής (ARFID)


Η ARFID διαφέρει από την ανορεξία επειδή ο περιορισμός του φαγητού δεν οφείλεται απαραίτητα σε φόβο αύξησης του βάρους ή σε δυσαρέσκεια για το σώμα. Το παιδί μπορεί να τρώει πολύ περιορισμένα επειδή έχει έντονη αισθητηριακή ευαισθησία στη γεύση, στη μυρωδιά ή στην υφή της τροφής, επειδή ενδιαφέρεται ελάχιστα για το φαγητό ή επειδή φοβάται κάποια δυσάρεστη συνέπεια, όπως πνιγμό ή εμετό. Η κατάσταση ξεπερνά αυτό που συνήθως αποκαλούμε «δύσκολο παιδί στο φαγητό». Μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική απώλεια βάρους ή αποτυχία της αναμενόμενης πρόσληψης βάρους, διατροφικές ελλείψεις, εξάρτηση από συμπληρώματα ή σημαντική δυσκολία στην κοινωνική και οικογενειακή ζωή γύρω από τα γεύματα. Μπορεί να εμφανιστεί και σε μικρότερα παιδιά και χρειάζεται να διαχωρίζεται από σωματικές παθήσεις, αναπτυξιακές δυσκολίες και άλλες αιτίες περιορισμένης πρόσληψης τροφής.

Οι διατροφικές διαταραχές δεν καθορίζονται από ένα συγκεκριμένο βάρος


Ένας από τους λόγους που μπορεί να καθυστερήσει η διάγνωση είναι η λανθασμένη αντίληψη ότι ένας άνθρωπος με διατροφική διαταραχή πρέπει να είναι εμφανώς λιποβαρής. Ένα παιδί με βουλιμία ή επεισοδιακή υπερφαγία μπορεί να έχει βάρος μέσα στο αναμενόμενο εύρος. Ένας έφηβος με σοβαρό περιορισμό μπορεί να έχει χάσει μεγάλο μέρος του βάρους του και παρ' όλα αυτά ο ΔΜΣ να μην είναι χαμηλός. Η σοβαρότητα επομένως δεν μπορεί να εκτιμηθεί «με το μάτι». Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για παιδιά που στο παρελθόν είχαν μεγαλύτερο σώμα και ενδέχεται μάλιστα να λαμβάνουν θετικά σχόλια για την απώλεια βάρους, τη στιγμή που έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν σοβαρή διατροφική παθολογία.

Υπερβολική άσκηση


Η άσκηση είναι φυσιολογικό και σημαντικό μέρος μιας υγιούς ζωής. Στις διατροφικές διαταραχές όμως μπορεί να αποκτήσει καταναγκαστικό χαρακτήρα. Χρειάζεται προσοχή όταν το παιδί:

  • αισθάνεται υποχρεωμένο να ασκηθεί παρά την κόπωση, τον τραυματισμό ή την ασθένεια,
  • ασκείται κρυφά,
  • προσπαθεί να «κάψει» ό,τι έφαγε,
  • παρουσιάζει έντονο άγχος ή ενοχή αν χάσει μια προπόνηση,
  • προσθέτει διαρκώς περισσότερη άσκηση,
  • συνεχίζει να ασκείται ενώ έχει ήδη σημαντική απώλεια βάρους ή σωματικές επιπλοκές.

Η υπερβολική άσκηση αναγνωρίζεται ως μία από τις σημαντικές αντισταθμιστικές συμπεριφορές που πρέπει να διερευνώνται κατά την αξιολόγηση.

Γιατί εμφανίζονται οι διατροφικές διαταραχές;


Δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία. Πρόκειται για σύνθετες διαταραχές στις οποίες αλληλεπιδρούν βιολογικοί, γενετικοί, ψυχολογικοί, αναπτυξιακοί, οικογενειακοί και κοινωνικοί παράγοντες. Η εικόνα σώματος, τα κοινωνικά πρότυπα, η πίεση γύρω από την εμφάνιση, η ενασχόληση με δίαιτες και ορισμένα αθλήματα ή δραστηριότητες όπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο βάρος μπορούν να συμβάλλουν στον κίνδυνο, αλλά δεν υπάρχει μία απλή εξήγηση που να ισχύει για όλα τα παιδιά. Οι κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν ιδιαίτερη επαγρύπνηση και σε δραστηριότητες όπου το βάρος ή η σωματική εμφάνιση έχουν μεγάλη σημασία, όπως ορισμένα αθλήματα, ο χορός και το modelling.

Δεν φταίνε οι γονείς


Η εμφάνιση μιας διατροφικής διαταραχής δεν σημαίνει ότι οι γονείς προκάλεσαν το πρόβλημα. Η αναζήτηση ενός ανθρώπου που «φταίει» συνήθως απομακρύνει από αυτό που χρειάζεται να γίνει. Αντίθετα, στους νέους οι γονείς μπορούν να αποτελέσουν πολύ σημαντικό μέρος της θεραπείας. Οι οικογενειακές θεραπείες που χρησιμοποιούνται στην ανορεξία και στη βουλιμία βασίζονται στην ενεργό συμμετοχή των γονέων ώστε να βοηθήσουν το παιδί να αποκαταστήσει ασφαλέστερες διατροφικές συνήθειες και να ανακάμψει από τη διαταραχή· δεν βασίζονται στην ιδέα ότι η οικογένεια την προκάλεσε.

Πώς επηρεάζεται το σώμα;


Η ανεπαρκής πρόσληψη ενέργειας και θρεπτικών συστατικών μπορεί να επηρεάσει σχεδόν κάθε οργανικό σύστημα. Στα παιδιά υπάρχει επιπλέον η ιδιαιτερότητα ότι το σώμα και ο εγκέφαλος εξακολουθούν να αναπτύσσονται. Μπορεί να εμφανιστούν:

  • κόπωση και μυϊκή αδυναμία,
  • ζάλη ή λιποθυμικά επεισόδια,
  • αίσθημα ψύχους,
  • βραδυκαρδία ή άλλες καρδιαγγειακές μεταβολές,
  • χαμηλή αρτηριακή πίεση,
  • αφυδάτωση και διαταραχές ηλεκτρολυτών,
  • γαστρεντερικές ενοχλήσεις,
  • ορμονικές μεταβολές,
  • διαταραχές ή διακοπή της εμμήνου ρύσεως,
  • καθυστέρηση της ήβης,
  • επιβράδυνση της αύξησης ύψους και βάρους,
  • επιβάρυνση της υγείας των οστών.

Σημαντικό είναι ότι ένα παιδί μπορεί να φαίνεται σχετικά καλά ενώ έχει ήδη σημαντικές σωματικές επιπλοκές. Για αυτό η ιατρική εκτίμηση αποτελεί ουσιαστικό μέρος της αξιολόγησης και δεν αρκεί μια συζήτηση μόνο για την ψυχική κατάσταση.

Πώς επηρεάζεται η σκέψη και η διάθεση;


Ο υποσιτισμός μπορεί ο ίδιος να επηρεάσει τη συγκέντρωση, τη διάθεση, την ευελιξία της σκέψης και τη συμπεριφορά. Ένας νέος μπορεί να γίνει περισσότερο ευερέθιστος, απομονωμένος, άκαμπτος ή εμμονικός γύρω από το φαγητό όσο η κατάσταση επιδεινώνεται. Παράλληλα, συχνά συνυπάρχουν άγχος, κατάθλιψη, ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα και άλλες ψυχικές δυσκολίες. Η αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει και τον κίνδυνο αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας όταν υπάρχουν σχετικά συμπτώματα.

«Αν πεινάσει, θα φάει» δεν ισχύει απαραίτητα


Σε μια διατροφική διαταραχή η συμπεριφορά δεν καθορίζεται απλώς από την πείνα. Ο φόβος, η ακαμψία, οι ιδέες γύρω από το βάρος και το σώμα ή άλλοι μηχανισμοί της διαταραχής μπορούν να υπερισχύσουν των φυσιολογικών σημάτων της πείνας. Το ίδιο ισχύει και για τη φράση: «Απλώς πρέπει να αποφασίσει να φάει.» Η αποκατάσταση της διατροφής είναι πράγματι κεντρικό μέρος της θεραπείας, αλλά χρειάζεται οργανωμένο θεραπευτικό πλαίσιο, ιδιαίτερα όταν το παιδί είναι υποσιτισμένο ή η οικογένεια έχει ήδη εγκλωβιστεί σε καθημερινές συγκρούσεις γύρω από το φαγητό.

Πώς μπορούν οι γονείς να ανοίξουν τη συζήτηση;


Όταν υπάρχει ανησυχία, είναι προτιμότερο να ξεκινήσουν από όσα παρατηρούν και όχι από κατηγορίες ή αντιπαράθεση για το βάρος. Για παράδειγμα: «Έχω παρατηρήσει ότι τον τελευταίο καιρό παραλείπεις αρκετά γεύματα και φαίνεσαι πολύ κουρασμένη. Με ανησυχεί και θέλω να καταλάβω τι συμβαίνει.» ή: «Βλέπω ότι το φαγητό και η άσκηση σου προκαλούν πολύ περισσότερο άγχος τελευταία. Θα ήθελα να το συζητήσουμε και να ζητήσουμε βοήθεια.» Δεν είναι απαραίτητο το παιδί να συμφωνήσει ότι έχει πρόβλημα πριν ζητηθεί αξιολόγηση. Ιδιαίτερα στην ανορεξία μπορεί να υπάρχει μειωμένη επίγνωση της σοβαρότητας της κατάστασης.

Τι είναι καλύτερο να αποφεύγουν οι γονείς;


Δεν βοηθούν συνήθως σχόλια όπως: «Μα δεν είσαι καν χοντρή.» «Απλώς φάε.» «Κοίτα πόσο αδύνατος έχεις γίνει.» «Θα ήθελα κι εγώ να έχω τόση πειθαρχία.» Ούτε είναι χρήσιμο να συζητείται συνεχώς το βάρος, η εμφάνιση ή οι θερμίδες μέσα στην οικογένεια. Χρειάζεται επίσης προσοχή στα θετικά σχόλια για την απώλεια βάρους. Ένας έφηβος μπορεί να βρίσκεται ήδη σε μια επικίνδυνη πορεία και να ακούει από τους γύρω του πόσο «ωραία αδυνάτισε». Η εστίαση είναι καλύτερο να μετακινείται στην υγεία, στην ενέργεια, στην ανάπτυξη και στη λειτουργικότητα και όχι στην εμφάνιση.

Πώς γίνεται η αξιολόγηση;


Η αξιολόγηση χρειάζεται να περιλαμβάνει τόσο την ψυχική όσο και τη σωματική κατάσταση. Συνήθως διερευνώνται:

  • η εξέλιξη του βάρους και του ύψους με τον χρόνο,
  • η ταχύτητα τυχόν απώλειας βάρους,
  • οι αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες,
  • ο περιορισμός και τα επεισόδια υπερφαγίας,
  • εμετοί ή άλλες αντισταθμιστικές συμπεριφορές,
  • η άσκηση,
  • οι σκέψεις γύρω από το βάρος και το σώμα,
  • η ανάπτυξη και η ήβη,
  • ο σφυγμός, η αρτηριακή πίεση και άλλα σημεία σωματικής κατάστασης,
  • πιθανές εργαστηριακές εξετάσεις και ηλεκτροκαρδιογράφημα όταν υπάρχει σχετική ένδειξη,
  • η διάθεση, το άγχος και άλλες ψυχικές δυσκολίες,
  • ο αυτοτραυματισμός και ο αυτοκτονικός κίνδυνος,
  • η επίδραση στο σχολείο, στις σχέσεις και στην οικογένεια.

Ένα ερωτηματολόγιο μπορεί να βοηθήσει, αλλά δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως ο μοναδικός τρόπος για να αποκλειστεί ή να επιβεβαιωθεί μια διατροφική διαταραχή.

Δεν περιμένουμε να γίνει το παιδί «αρκετά αδύνατο»


Όταν υπάρχει σοβαρή υποψία διατροφικής διαταραχής, η έγκαιρη αξιολόγηση είναι σημαντική. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να χαθεί περισσότερο βάρος, να σταματήσει η περίοδος ή να εμφανιστούν εμφανείς ιατρικές επιπλοκές. Οι κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν αξιολόγηση και θεραπεία το νωρίτερο δυνατό και τονίζουν ότι ούτε ο ΔΜΣ ούτε η διάρκεια των συμπτωμάτων πρέπει να χρησιμοποιούνται ως λόγοι για να καθυστερήσει η θεραπεία.

Πότε χρειάζεται άμεση ιατρική εκτίμηση;


Ορισμένες καταστάσεις απαιτούν επείγουσα αξιολόγηση. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν:

  • λιποθυμία ή επαναλαμβανόμενα επεισόδια έντονης ζάλης,
  • πόνος στο στήθος, σημαντικοί παλμοί ή άλλη καρδιακή συμπτωματολογία,
  • σοβαρή αδυναμία, σύγχυση ή σημαντική επιδείνωση της γενικής κατάστασης,
  • αδυναμία πρόσληψης επαρκών υγρών,
  • σοβαρή αφυδάτωση,
  • επαναλαμβανόμενοι εμετοί,
  • γνωστές σημαντικές διαταραχές ηλεκτρολυτών ή υπογλυκαιμία,
  • πολύ γρήγορη απώλεια βάρους,
  • σχεδόν πλήρης άρνηση τροφής,
  • σοβαρός αυτοτραυματισμός ή αυτοκτονική πρόθεση.

Όταν η σωματική κατάσταση είναι σοβαρά επιβαρυμένη, μπορεί να χρειάζεται νοσηλεία για ιατρική σταθεροποίηση και ασφαλή αποκατάσταση της διατροφής. Η απόφαση δεν βασίζεται σε ένα μοναδικό όριο βάρους αλλά στη συνολική ιατρική κατάσταση και στην ταχύτητα της επιδείνωσης.

Γιατί η επανασίτιση χρειάζεται μερικές φορές ιατρική παρακολούθηση;


Σε ένα σημαντικά υποσιτισμένο παιδί, η επανέναρξη της διατροφής είναι απαραίτητη αλλά χρειάζεται να γίνεται με κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση, επειδή οι απότομες μεταβολές του μεταβολισμού μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές ηλεκτρολυτών και άλλες επιπλοκές. Για αυτό δεν είναι σωστό οι γονείς να προσπαθούν μόνοι τους να διαχειριστούν μια κατάσταση σοβαρού υποσιτισμού στο σπίτι χωρίς ιατρική εκτίμηση. Όταν η σωματική υγεία είναι σοβαρά επιβαρυμένη, η ιατρική σταθεροποίηση και η επανασίτιση αποτελούν προτεραιότητα.

Πώς αντιμετωπίζονται οι διατροφικές διαταραχές;


Η θεραπεία χρειάζεται να εξατομικεύεται και συχνά απαιτεί συνεργασία επαγγελματιών με διαφορετικές ειδικότητες. Το θεραπευτικό σχέδιο μπορεί να περιλαμβάνει ιατρική παρακολούθηση, ψυχολογική θεραπεία, διατροφική υποστήριξη και αντιμετώπιση συνυπαρχουσών ψυχικών δυσκολιών. Η συντονισμένη, πολυεπιστημονική φροντίδα αποτελεί βασική αρχή των σύγχρονων θεραπευτικών οδηγιών. Ο στόχος δεν είναι απλώς να φτάσει το παιδί σε έναν αριθμό στη ζυγαριά. Χρειάζεται να αποκατασταθούν η επαρκής διατροφή και η σωματική ανάπτυξη, να μειωθούν οι συμπεριφορές της διαταραχής, να αλλάξει η παθολογική σχέση με το φαγητό και το σώμα και να αποκατασταθεί η λειτουργία στο σχολείο, στις σχέσεις και στην καθημερινή ζωή.

Η οικογένεια έχει σημαντικό ρόλο


Για παιδιά και εφήβους με ψυχογενή ανορεξία, η θεραπεία με ενεργή συμμετοχή της οικογένειας αποτελεί μία από τις βασικές τεκμηριωμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Στα πρώτα στάδια οι γονείς μπορεί να χρειάζεται να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο ώστε να βοηθήσουν το παιδί να επανέλθει σε επαρκή και τακτική διατροφή. Καθώς βελτιώνεται, η ευθύνη επιστρέφει σταδιακά στον ίδιο τον νέο. Αντίστοιχα, στη βουλιμία των παιδιών και των εφήβων μπορούν να χρησιμοποιηθούν οικογενειακά εστιασμένες παρεμβάσεις που βοηθούν την οικογένεια να υποστηρίξει την αποκατάσταση τακτικών γευμάτων και τη διακοπή των αντισταθμιστικών συμπεριφορών. Η συμμετοχή των γονέων στη θεραπεία δεν σημαίνει ότι θεωρούνται υπεύθυνοι για τη διαταραχή.

Ψυχοθεραπεία


Η κατάλληλη ψυχοθεραπεία εξαρτάται από το είδος της διατροφικής διαταραχής, την ηλικία και τις ανάγκες του νέου. Για την ανορεξία των παιδιών και των εφήβων, οι εστιασμένες στη διατροφική διαταραχή οικογενειακές θεραπείες αποτελούν βασική επιλογή, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία ή ψυχοθεραπεία εστιασμένη στον έφηβο. Για τη βουλιμία, η οικογενειακή θεραπεία και η ειδικά προσαρμοσμένη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία αποτελούν βασικές θεραπευτικές επιλογές στους νέους. Για την επεισοδιακή υπερφαγία χρησιμοποιούνται ψυχολογικές θεραπείες που επικεντρώνονται στο μοτίβο της υπερφαγίας, στην τακτική διατροφή και στους παράγοντες που συντηρούν τα επεισόδια, αν και η ειδική ερευνητική τεκμηρίωση στα παιδιά και στους νεότερους εφήβους είναι πιο περιορισμένη από ό,τι στους ενήλικες.

Τι γίνεται στην ARFID;


Η αντιμετώπιση της ARFID εξαρτάται από το τι συντηρεί τον περιορισμό. Δεν χρειάζεται την ίδια ακριβώς θεραπεία ένα παιδί που φοβάται μήπως πνιγεί και ένα παιδί που αντέχει μόνο ελάχιστες υφές τροφίμων. Μπορεί να χρειάζονται ιατρική και διατροφική αποκατάσταση, σταδιακή διεύρυνση του φάσματος των τροφίμων, δουλειά με φόβους και αποφυγές και, ανάλογα με την ηλικία, σημαντική συμμετοχή των γονέων. Όταν υπάρχουν αισθητηριακές, γαστρεντερικές, αναπτυξιακές ή άλλες δυσκολίες, αυτές πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη στο θεραπευτικό σχέδιο.

Υπάρχει θέση για φαρμακευτική αγωγή;


Τα φάρμακα δεν αποτελούν από μόνα τους τη βασική θεραπεία των περισσότερων διατροφικών διαταραχών στα παιδιά και στους εφήβους. Στην ψυχογενή ανορεξία, ιδιαίτερα, η φαρμακευτική αγωγή δεν υποκαθιστά την αποκατάσταση της διατροφής και την ειδική ψυχοθεραπεία. Σε ορισμένες καταστάσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί φαρμακευτική θεραπεία ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου ή για συνυπάρχουσες διαταραχές, όπως κατάθλιψη ή άγχος. Η επιλογή χρειάζεται εξειδικευμένη αξιολόγηση και παρακολούθηση, ιδιαίτερα σε ένα παιδί που είναι υποσιτισμένο ή έχει ιατρικές επιπλοκές.

Η θεραπεία δεν τελειώνει όταν αποκατασταθεί το βάρος


Η σωματική αποκατάσταση αποτελεί απαραίτητο μέρος της θεραπείας, ιδιαίτερα στην ανορεξία, αλλά δεν είναι το μοναδικό κριτήριο ανάρρωσης. Ένας νέος μπορεί να έχει ανακτήσει βάρος αλλά να εξακολουθεί να φοβάται έντονα το φαγητό, να έχει άκαμπτες πεποιθήσεις για το σώμα, να ασκείται καταναγκαστικά ή να βρίσκεται σε υψηλό κίνδυνο υποτροπής. Για αυτό η θεραπεία συνεχίζει να ασχολείται με τη σχέση με το φαγητό, τις σκέψεις και τις συμπεριφορές που συντηρούν τη διαταραχή, τη λειτουργικότητα και την πρόληψη της υποτροπής.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς στο σπίτι;


Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν περισσότερο όταν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα ως διαταραχή που χρειάζεται θεραπεία και όχι ως μάχη θέλησης. Χρήσιμο είναι να:

  • ζητούν αξιολόγηση νωρίς και να μην περιμένουν να επιδεινωθεί η κατάσταση,
  • ακολουθούν το θεραπευτικό σχέδιο με συνέπεια,
  • αποφεύγουν σχόλια για το βάρος και την εμφάνιση του παιδιού αλλά και των άλλων ανθρώπων,
  • αποφεύγουν οικογενειακές συζητήσεις που εξυμνούν δίαιτες, απώλεια βάρους ή το «καλό» και «κακό» φαγητό,
  • διατηρούν όσο γίνεται σταθερό και ήρεμο πλαίσιο γύρω από τα γεύματα,
  • προσπαθούν να μην μετατρέπουν κάθε γεύμα σε προσωπική αντιπαράθεση,
  • ενημερώνουν την θεραπευτική ομάδα όταν εμφανίζονται νέες συμπεριφορές, όπως εμετοί ή υπερβολική άσκηση,
  • λαμβάνουν σοβαρά τις ενδείξεις σωματικής επιδείνωσης ή αυτοκτονικού κινδύνου.

Οι οικογένειες συχνά χρειάζονται οι ίδιες καθοδήγηση και υποστήριξη, γιατί η φροντίδα ενός παιδιού με διατροφική διαταραχή μπορεί να είναι ιδιαίτερα απαιτητική.

Η αντίσταση στη θεραπεία είναι συχνά μέρος της δυσκολίας


Οι γονείς μπορεί να περιμένουν ότι, αν εξηγήσουν στο παιδί πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση, θα θελήσει αμέσως να αλλάξει. Αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε. Ένας έφηβος μπορεί να αισθάνεται ότι ο περιορισμός του φαγητού του προσφέρει έλεγχο ή να φοβάται έντονα τις αλλαγές που απαιτεί η θεραπεία. Μπορεί να αρνείται ότι υπάρχει πρόβλημα, να θυμώνει με τους γονείς επειδή παρακολουθούν τα γεύματα ή να θεωρεί ότι οι επαγγελματίες προσπαθούν να τον κάνουν «να παχύνει». Η αντίδραση αυτή δεν σημαίνει ότι η θεραπεία πρέπει να εγκαταλειφθεί. Ιδιαίτερα όταν υπάρχει σωματικός κίνδυνος, οι ενήλικες χρειάζεται να διατηρήσουν την ευθύνη για την ασφάλεια του παιδιού, ακόμη και όταν εκείνο δεν συμφωνεί πλήρως με την ανάγκη θεραπείας.

Η ανάρρωση είναι δυνατή


Οι διατροφικές διαταραχές μπορεί να είναι σοβαρές, αλλά μπορούν να αντιμετωπιστούν. Η πορεία διαφέρει από παιδί σε παιδί και σε ορισμένες περιπτώσεις η θεραπεία είναι μακρά ή περιλαμβάνει υποτροπές. Η έγκαιρη αναγνώριση, η αποκατάσταση της σωματικής υγείας, η κατάλληλη ψυχοθεραπεία και η ενεργός υποστήριξη της οικογένειας μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά την έκβαση. Το σημαντικότερο για τους γονείς είναι να μη θεωρούν ότι πρέπει πρώτα να είναι απολύτως βέβαιοι ότι υπάρχει διατροφική διαταραχή. Όταν η σχέση ενός παιδιού με το φαγητό, το βάρος, το σώμα ή την άσκηση αλλάζει σημαντικά και αρχίζει να επηρεάζει την υγεία ή την καθημερινότητά του, είναι προτιμότερο να αξιολογηθεί έγκαιρα.