Οι δυσκολίες στο σχολείο είναι συχνές και μπορεί να οφείλονται σε πολλούς διαφορετικούς παράγοντες. Ένα παιδί μπορεί να δυσκολεύεται επειδή δεν έχει κατακτήσει επαρκώς προηγούμενες γνώσεις, επειδή έχει προβλήματα προσοχής, άγχος, δυσκολίες στη γλώσσα, προβλήματα όρασης ή ακοής, συχνές απουσίες ή επειδή η διδασκαλία δεν ανταποκρίθηκε στις ανάγκες του. Σε ορισμένα παιδιά όμως υπάρχει μια ειδική μαθησιακή διαταραχή, δηλαδή μια επίμονη και σημαντική δυσκολία στην κατάκτηση συγκεκριμένων ακαδημαϊκών δεξιοτήτων, όπως η ανάγνωση, η γραπτή έκφραση ή τα μαθηματικά. Οι μαθησιακές διαταραχές δεν αποτελούν ένδειξη χαμηλής νοημοσύνης ούτε σημαίνουν ότι το παιδί δεν προσπαθεί αρκετά. Ένα παιδί μπορεί να έχει καλές ή και πολύ καλές γενικές γνωστικές ικανότητες και παρ’ όλα αυτά να δυσκολεύεται σημαντικά σε έναν συγκεκριμένο τομέα μάθησης.
Όταν η προσπάθεια δεν φέρνει το αναμενόμενο αποτέλεσμα
Ένα από τα πιο δύσκολα στοιχεία για τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες είναι ότι πολλές φορές προσπαθούν πραγματικά. Μπορεί να διαβάζουν περισσότερο από τους συμμαθητές τους, να χρειάζονται πολύ περισσότερο χρόνο για μια εργασία και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζουν να κάνουν λάθη ή να μην κατακτούν εύκολα την απαιτούμενη δεξιότητα. Έτσι, οι γονείς μπορεί να ακούν: «Αφού το ήξερες χθες, γιατί το ξέχασες σήμερα;» «Αν πρόσεχες περισσότερο, θα το έκανες σωστά.» «Το έχουμε διαβάσει τόσες φορές.» Για το παιδί, η συνεχής εμπειρία ότι καταβάλλει προσπάθεια χωρίς το αναμενόμενο αποτέλεσμα μπορεί σταδιακά να οδηγήσει σε απογοήτευση, άγχος και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η έγκαιρη αναγνώριση έχει επομένως σημασία όχι μόνο για τη σχολική επίδοση αλλά και για τη συναισθηματική του ανάπτυξη.
Ποιες μαθησιακές δεξιότητες μπορεί να επηρεάζονται;
Οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να αφορούν έναν ή περισσότερους τομείς.
Ανάγνωση – δυσλεξία
Η δυσλεξία αφορά κυρίως επίμονες δυσκολίες στην κατάκτηση της ανάγνωσης. Το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να συνδέσει γράμματα και ήχους, να αποκωδικοποιεί λέξεις, να αναγνωρίζει γρήγορα γνωστές λέξεις ή να διαβάζει με επαρκή ακρίβεια και ευχέρεια. Μπορεί να παρατηρούνται:
- αργή και κοπιαστική ανάγνωση,
- συχνά λάθη στην αποκωδικοποίηση,
- δυσκολία στην ανάγνωση άγνωστων λέξεων,
- παραλείψεις ή αντικαταστάσεις λέξεων,
- σημαντικές δυσκολίες στην ορθογραφία,
- ανάγκη να διαβάζει ένα κείμενο πολλές φορές,
- δυσκολία κατανόησης επειδή μεγάλο μέρος της προσπάθειας καταναλώνεται στην ίδια την αποκωδικοποίηση.
Η δυσλεξία δεν σημαίνει ότι το παιδί «βλέπει τα γράμματα ανάποδα». Οι αντιστροφές γραμμάτων μπορεί να εμφανίζονται σε μικρά παιδιά που μαθαίνουν να γράφουν και δεν αποτελούν από μόνες τους ένδειξη δυσλεξίας. Το ουσιαστικό πρόβλημα αφορά την ανάπτυξη των μηχανισμών που απαιτούνται για ακριβή και ευχερή ανάγνωση.
Δυσκολίες στη γραπτή έκφραση
Σε άλλα παιδιά το μεγαλύτερο πρόβλημα αφορά τη γραφή. Μπορεί να δυσκολεύονται σημαντικά στην ορθογραφία, στη γραμματική και στη στίξη, στην οργάνωση των ιδεών ή στη δημιουργία ενός συνεκτικού γραπτού κειμένου. Ένα παιδί μπορεί να εκφράζεται πολύ καλά προφορικά και όταν του ζητείται να γράψει την ίδια ιδέα να παράγει ένα πολύ σύντομο ή αποδιοργανωμένο κείμενο. Η διαφορά αυτή συχνά προκαλεί απορία στους γονείς: «Αφού μπορείς να μου το πεις τόσο καλά, γιατί δεν το γράφεις;» Το πρόβλημα όμως μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στη μετατροπή της σκέψης σε οργανωμένο γραπτό λόγο. Ο όρος «δυσγραφία» χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή γλώσσα για διαφορετικές δυσκολίες που σχετίζονται με τη γραφή. Είναι όμως χρήσιμο να διακρίνουμε τη δυσκολία στη σύνθεση και στην ορθογραφία από ένα καθαρά γραφοκινητικό πρόβλημα, όπως πολύ αργός ή δυσανάγνωστος γραφικός χαρακτήρας. Η αξιολόγηση πρέπει να διευκρινίζει ποια ακριβώς δεξιότητα δυσκολεύεται.
Μαθηματικά – δυσαριθμησία
Οι ειδικές δυσκολίες στα μαθηματικά μπορεί να αφορούν την κατανόηση της ποσότητας και των αριθμητικών σχέσεων, την εκμάθηση βασικών αριθμητικών δεδομένων, την ακρίβεια των υπολογισμών ή τη μαθηματική συλλογιστική. Το παιδί μπορεί να:
- δυσκολεύεται να κατανοήσει τη σχέση ανάμεσα στους αριθμούς,
- χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο για απλούς υπολογισμούς,
- ξεχνά επανειλημμένα αριθμητικά δεδομένα που έχει διδαχθεί,
- μπερδεύει σύμβολα ή διαδικασίες,
- δυσκολεύεται με τα προβλήματα πολλών βημάτων,
- χάνει τη σειρά των ενεργειών,
- δυσκολεύεται να εκτιμήσει ποσότητες ή να κατανοήσει μαθηματικές έννοιες.
Ο όρος δυσαριθμησία χρησιμοποιείται συχνά για σημαντικές και επίμονες δυσκολίες στον συγκεκριμένο τομέα.
Ένα παιδί μπορεί να δυσκολεύεται σε περισσότερους από έναν τομείς
Οι μαθησιακές διαταραχές δεν εμφανίζονται πάντοτε απομονωμένα. Ένα παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να έχει δυσκολία τόσο στην ανάγνωση όσο και στην ορθογραφία, ή να παρουσιάζει ταυτόχρονα προβλήματα στη γραπτή έκφραση και στα μαθηματικά. Για αυτό δεν είναι αρκετό να χρησιμοποιείται απλώς ένας γενικός χαρακτηρισμός όπως «έχει μαθησιακές δυσκολίες». Η αξιολόγηση πρέπει να προσδιορίζει τι ακριβώς μπορεί να κάνει το παιδί, πού δυσκολεύεται και ποιο επίπεδο υποστήριξης χρειάζεται.
Ποια σημεία μπορούν να παρατηρήσουν οι γονείς;
Ανάλογα με την ηλικία, μπορεί να εμφανίζονται:
- δυσκολία στην εκμάθηση γραμμάτων και αντιστοίχισής τους με τους ήχους,
- πολύ αργή πρόοδος στην ανάγνωση,
- επίμονες δυσκολίες στην ορθογραφία,
- ιδιαίτερα αργή ή κοπιαστική γραφή,
- σημαντική δυσκολία στην οργάνωση γραπτού κειμένου,
- αδυναμία να κατακτηθούν βασικές αριθμητικές έννοιες και πράξεις,
- δυσκολία να θυμηθεί ή να ακολουθήσει οδηγίες,
- προβλήματα στην οργάνωση σχολικών εργασιών και υλικού,
- μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε όσα μπορεί να εξηγήσει προφορικά και σε όσα καταφέρνει να αποδώσει γραπτά,
- υπερβολικά μεγάλος χρόνος για την ολοκλήρωση της μελέτης.
Τα σημεία αυτά δεν αποτελούν διαγνωστικό κατάλογο. Μπορούν να εμφανιστούν για πολλούς διαφορετικούς λόγους και χρειάζονται ερμηνεία μέσα στη συνολική εικόνα του παιδιού.
«Είναι τεμπέλης» ή πραγματικά δυσκολεύεται;
Η τεμπελιά είναι συχνά μία από τις πρώτες ερμηνείες όταν ένα παιδί αποφεύγει συστηματικά το διάβασμα. Χρειάζεται όμως να αναρωτηθούμε τι έχει προηγηθεί. Ένα παιδί που επί χρόνια χρειάζεται διπλάσια προσπάθεια για μια εργασία, κάνει συνεχώς λάθη και ακούει καθημερινά παρατηρήσεις μπορεί φυσιολογικά να αρχίσει να αποφεύγει αυτό που το κάνει να αισθάνεται ανεπαρκές. Η αποφυγή επομένως μπορεί να είναι συνέπεια της μαθησιακής δυσκολίας και όχι η αιτία της. Κάποια παιδιά αρχίζουν ακόμη και να προτιμούν να εμφανίζονται αδιάφορα ή αντιδραστικά παρά να εκτεθούν μπροστά στους συμμαθητές τους ως παιδιά που δεν μπορούν να ανταποκριθούν.
Δεν είναι κάθε σχολική αποτυχία μαθησιακή διαταραχή
Αυτό είναι εξίσου σημαντικό. Ένα παιδί μπορεί να παρουσιάζει χαμηλή σχολική επίδοση λόγω:
- ΔΕΠ-Υ,
- άγχους ή κατάθλιψης,
- προβλημάτων ύπνου,
- σημαντικών οικογενειακών ή κοινωνικών δυσκολιών,
- συχνών απουσιών,
- προβλημάτων ακοής ή όρασης,
- γλωσσικής διαταραχής,
- ανεπαρκούς ή ασυνεπούς διδασκαλίας,
- γενικότερων γνωστικών ή αναπτυξιακών δυσκολιών.
Για αυτό η διάγνωση δεν πρέπει να τίθεται απλώς επειδή ένας μαθητής «δεν τα πάει καλά στο σχολείο».
Τι γίνεται με τα παιδιά που μεγαλώνουν με δύο γλώσσες;
Η εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας μπορεί να δημιουργεί προσωρινά δυσκολίες που μοιάζουν με μαθησιακό πρόβλημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διγλωσσία προκαλεί μαθησιακή διαταραχή. Η αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη πόσο καιρό και σε ποιο βαθμό το παιδί έχει εκτεθεί σε κάθε γλώσσα και αν οι δυσκολίες εμφανίζονται μόνο στη γλώσσα που γνωρίζει λιγότερο καλά ή παρουσιάζονται ευρύτερα. Η απλή χαμηλή επίδοση ενός παιδιού στη γλώσσα που μόλις μαθαίνει δεν αρκεί επομένως για τη διάγνωση μαθησιακής διαταραχής.
Η σχέση με τη ΔΕΠ-Υ
Η ΔΕΠ-Υ εμφανίζεται συχνότερα σε παιδιά με μαθησιακές διαταραχές σε σχέση με παιδιά χωρίς μαθησιακές δυσκολίες. Όταν οι δύο καταστάσεις συνυπάρχουν, μπορεί να είναι δύσκολο αρχικά να ξεχωρίσει κανείς ποιο πρόβλημα προκαλεί τι. Ένα παιδί με ΔΕΠ-Υ μπορεί να κάνει λάθη επειδή δεν διατήρησε την προσοχή του. Ένα παιδί με δυσλεξία μπορεί να κάνει λάθη επειδή δυσκολεύεται στην αποκωδικοποίηση. Και ένα παιδί μπορεί να έχει και τις δύο δυσκολίες. Η αναγνώριση της μιας δεν πρέπει επομένως να σταματά τη διερεύνηση της άλλης. Όταν συνυπάρχουν, χρειάζονται διαφορετικές αλλά παράλληλες παρεμβάσεις: η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της ΔΕΠ-Υ δεν θεραπεύει από μόνη της τη μαθησιακή διαταραχή και η ειδική εκπαιδευτική παρέμβαση δεν αντιμετωπίζει από μόνη της τη ΔΕΠ-Υ.
Η επίδραση στην αυτοεκτίμηση
Τα παιδιά συγκρίνουν αναπόφευκτα τον εαυτό τους με τους συμμαθητές τους. Ένα παιδί που βλέπει ότι οι άλλοι ολοκληρώνουν σε δέκα λεπτά κάτι που το ίδιο χρειάζεται μία ώρα μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα όπως: «Δεν είμαι έξυπνος.» «Όλοι μπορούν εκτός από εμένα.» «Δεν έχει νόημα να προσπαθώ.» Οι επαναλαμβανόμενες σχολικές αποτυχίες μπορούν να συνδεθούν με απογοήτευση, άγχος και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Σε ορισμένα παιδιά εμφανίζονται και προβλήματα συμπεριφοράς, ιδιαίτερα όταν η προσπάθεια να αποφύγουν την έκθεση και την αποτυχία γίνεται μέρος της καθημερινής τους λειτουργίας. Για αυτό η συναισθηματική κατάσταση του παιδιού πρέπει να αποτελεί μέρος της αξιολόγησης και όχι να θεωρείται άσχετη με τη μαθησιακή δυσκολία.
Πώς γίνεται η αξιολόγηση;
Δεν υπάρχει μία εξέταση που να απαντά μόνη της αν ένα παιδί έχει μαθησιακή διαταραχή. Χρειάζεται να εξεταστούν το αναπτυξιακό και σχολικό ιστορικό, η μέχρι τώρα διδασκαλία και ανταπόκριση του παιδιού σε αυτή, οι συγκεκριμένες ακαδημαϊκές δεξιότητες και πιθανοί άλλοι παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν τη δυσκολία. Μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να περιλαμβάνει:
- λεπτομερές αναπτυξιακό και σχολικό ιστορικό,
- αξιολόγηση της ανάγνωσης, της ορθογραφίας, της γραφής και των μαθηματικών,
- εκτίμηση γνωστικών λειτουργιών,
- αξιολόγηση λόγου και γλώσσας όταν υπάρχει σχετική ένδειξη,
- διερεύνηση προσοχής και εκτελεστικών λειτουργιών,
- αξιολόγηση συναισθηματικών και συμπεριφορικών δυσκολιών,
- έλεγχο όρασης και ακοής όταν χρειάζεται,
- πληροφορίες από γονείς και εκπαιδευτικούς.
Ανάλογα με την εικόνα μπορεί να εμπλέκονται διαφορετικοί επαγγελματίες, όπως ψυχολόγος, ειδικός παιδαγωγός, λογοθεραπευτής, παιδίατρος ή παιδοψίατρος. Η ουσία δεν είναι ποιος θα δώσει μια «ετικέτα», αλλά να υπάρξει σαφής εικόνα των δυνατών και αδύνατων σημείων του παιδιού και συγκεκριμένο σχέδιο υποστήριξης.
Γιατί δεν πρέπει να περιμένουμε απλώς «να ωριμάσει»;
Οι μαθησιακές διαταραχές δεν είναι συνήθως δυσκολίες που εξαφανίζονται επειδή το παιδί μεγαλώνει. Με την κατάλληλη παρέμβαση όμως το παιδί μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τις δεξιότητές του και να αναπτύξει αποτελεσματικές στρατηγικές αντιστάθμισης. Η πρώιμη παρέμβαση μπορεί να περιορίσει τη συσσώρευση μαθησιακών κενών και τη δευτερογενή συναισθηματική επιβάρυνση. Για παράδειγμα, μια δυσκολία στην αποκωδικοποίηση που δεν αντιμετωπίζεται μπορεί αργότερα να επηρεάσει όχι μόνο το μάθημα της γλώσσας αλλά και την ιστορία, τη βιολογία ή ακόμη και τα μαθηματικά, επειδή όλο και περισσότερη μάθηση βασίζεται στην ανεξάρτητη ανάγνωση.
Πώς αντιμετωπίζονται;
Η βασική αντιμετώπιση είναι εκπαιδευτική και εξατομικευμένη. Δεν υπάρχει μία μέθοδος που να ταιριάζει σε όλα τα παιδιά. Στις δυσκολίες ανάγνωσης χρειάζεται συνήθως συστηματική και δομημένη διδασκαλία των δεξιοτήτων που δεν έχουν κατακτηθεί, με σαφή βήματα και επαρκή εξάσκηση. Στη γραπτή έκφραση μπορεί να χρειάζεται ειδική δουλειά στην ορθογραφία, στην οργάνωση και στην παραγωγή κειμένου. Στις μαθηματικές δυσκολίες η παρέμβαση προσαρμόζεται στις συγκεκριμένες αριθμητικές έννοιες και διαδικασίες που δεν έχουν κατακτηθεί. Όσο πιο συγκεκριμένα γνωρίζουμε πού βρίσκεται η δυσκολία, τόσο πιο στοχευμένη μπορεί να γίνει η παρέμβαση.
Οι προσαρμογές δεν είναι «χαριστική μεταχείριση»
Για ορισμένα παιδιά χρειάζονται και κατάλληλες εκπαιδευτικές προσαρμογές, όπως:
- περισσότερος χρόνος για ορισμένες εργασίες ή εξετάσεις,
- σαφέστερες και τμηματοποιημένες οδηγίες,
- χρήση υπολογιστή για γραπτές εργασίες,
- ηχητικό ή ψηφιακό εκπαιδευτικό υλικό,
- λιγότερη αντιγραφή από τον πίνακα,
- βοήθεια στην οργάνωση των σημειώσεων,
- διαφορετικός τρόπος παρουσίασης ορισμένων εργασιών.
Οι προσαρμογές δεν έχουν στόχο να μειώσουν αυθαίρετα τις απαιτήσεις. Στόχος είναι να μην εμποδίζει μια συγκεκριμένη αδυναμία το παιδί να δείξει γνώσεις και ικανότητες που πραγματικά διαθέτει.
Υπάρχει φαρμακευτική θεραπεία;
Δεν υπάρχει φάρμακο που να θεραπεύει τη δυσλεξία ή μια ειδική μαθησιακή διαταραχή. Η βασική παρέμβαση είναι εκπαιδευτική. Εάν όμως συνυπάρχει κάποια άλλη κατάσταση, όπως ΔΕΠ-Υ, μπορεί να υπάρχει ένδειξη φαρμακευτικής θεραπείας για τη συγκεκριμένη διαταραχή. Η βελτίωση της προσοχής μπορεί να διευκολύνει σημαντικά τη μάθηση, αλλά δεν υποκαθιστά την ειδική παρέμβαση για την ανάγνωση, τη γραφή ή τα μαθηματικά.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;
Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά χωρίς να μετατρέψουν το σπίτι σε δεύτερο σχολείο. Χρήσιμο είναι να:
- αναγνωρίζουν την προσπάθεια και όχι μόνο τον βαθμό,
- αποφεύγουν τις συγκρίσεις με αδέλφια ή συμμαθητές,
- μην ερμηνεύουν κάθε λάθος ως απροσεξία,
- συνεργάζονται με το σχολείο και τους επαγγελματίες που υποστηρίζουν το παιδί,
- οργανώνουν τη μελέτη σε μικρότερα και διαχειρίσιμα βήματα,
- δίνουν χρόνο και για δραστηριότητες στις οποίες το παιδί αισθάνεται ικανό,
- αποφεύγουν να γίνεται ολόκληρη η οικογενειακή σχέση μια συζήτηση γύρω από το σχολείο.
Ένα παιδί που δυσκολεύεται στη μάθηση χρειάζεται βοήθεια για να βελτιώσει τις ακαδημαϊκές του δεξιότητες, αλλά χρειάζεται εξίσου να διατηρήσει την αίσθηση ότι μπορεί να είναι επιτυχημένο και σε άλλους τομείς της ζωής του.
Πότε χρειάζεται αξιολόγηση;
Αξίζει να διερευνηθεί περισσότερο η κατάσταση όταν:
- το παιδί δυσκολεύεται επίμονα σε ανάγνωση, γραφή ή μαθηματικά παρά την κατάλληλη διδασκαλία και προσπάθεια,
- χρειάζεται δυσανάλογα πολύ χρόνο για τις σχολικές εργασίες,
- η απόσταση από τους συνομηλίκους μεγαλώνει αντί να μειώνεται,
- εμφανίζει έντονη αποφυγή του σχολείου ή της μελέτης,
- η σχολική δυσκολία συνοδεύεται από σημαντικό άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση ή προβλήματα συμπεριφοράς,
- οι γονείς ή οι εκπαιδευτικοί παρατηρούν μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις γενικότερες δυνατότητες του παιδιού και στην επίδοσή του σε συγκεκριμένες ακαδημαϊκές δεξιότητες.
Η αξιολόγηση δεν έχει στόχο απλώς να επιβεβαιώσει μια διάγνωση. Η πιο χρήσιμη ερώτηση είναι: «Γιατί δυσκολεύεται αυτό το παιδί να μάθει και τι ακριβώς χρειάζεται για να μπορέσει να προχωρήσει;» Όταν η απάντηση είναι συγκεκριμένη, μπορεί να οργανωθεί και περισσότερο αποτελεσματική υποστήριξη.


