Ειδικές φοβίες στα παιδιά και στους εφήβους

Οι φόβοι αποτελούν φυσιολογικό μέρος της ανάπτυξης. Τα μικρά παιδιά μπορεί να φοβούνται το σκοτάδι, τα ζώα ή τον αποχωρισμό από τους γονείς, ενώ σε μεγαλύτερες ηλικίες μπορεί να εμφανίζονται φόβοι για τραυματισμούς, ασθένειες, καταιγίδες ή άλλες καταστάσεις. Πολλοί από αυτούς τους φόβους υποχωρούν καθώς το παιδί μεγαλώνει και αποκτά περισσότερες εμπειρίες. Στην ειδική φοβία, όμως, ο φόβος απέναντι σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή κατάσταση είναι πολύ έντονος, επίμονος και δυσανάλογος προς τον πραγματικό κίνδυνο. Το παιδί προσπαθεί να αποφύγει αυτό που φοβάται ή το αντιμετωπίζει με πολύ μεγάλη δυσφορία. Το πρόβλημα δεν καθορίζεται μόνο από το πόσο έντονα φοβάται το παιδί. Σημασία έχει αν ο φόβος περιορίζει την καθημερινή ζωή, το σχολείο, τις δραστηριότητες, τις μετακινήσεις ή την απαραίτητη ιατρική φροντίδα.

Ποιοι φόβοι είναι συνηθισμένοι στην ανάπτυξη;

Οι φόβοι αλλάζουν με την ηλικία. Ένα μικρό παιδί μπορεί να φοβάται δυνατούς θορύβους, άγνωστους ανθρώπους ή το σκοτάδι. Στην προσχολική ηλικία είναι συχνός ο φόβος για φανταστικά πλάσματα, ζώα ή το να μείνει μόνο του. Αργότερα μπορεί να αυξηθούν οι φόβοι για τραυματισμό, ασθένεια, φυσικές καταστροφές ή άλλες πραγματικές απειλές. Η ύπαρξη ενός φόβου δεν σημαίνει ότι υπάρχει φοβία. Οι αναπτυξιακά αναμενόμενοι φόβοι συνήθως μεταβάλλονται με τον χρόνο, μπορούν να καθησυχαστούν και δεν περιορίζουν σημαντικά τη λειτουργικότητα. Χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή όταν ο φόβος παραμένει έντονος για μεγάλο διάστημα, είναι πολύ μεγαλύτερος από όσο αναμένεται για την ηλικία ή οδηγεί σε σημαντική αποφυγή.

Τι μπορεί να φοβάται ένα παιδί με ειδική φοβία;

Η φοβία μπορεί να αφορά σχεδόν οποιοδήποτε συγκεκριμένο αντικείμενο ή κατάσταση. Συχνά αφορά ζώα, όπως σκύλους, έντομα ή φίδια, το ύψος, τις καταιγίδες, το σκοτάδι, κλειστούς χώρους, αεροπορικά ταξίδια, το νερό, τον εμετό ή συγκεκριμένες ιατρικές διαδικασίες. Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι φοβίες που σχετίζονται με αίμα, ενέσεις, τραυματισμούς ή ιατρικές πράξεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο φόβος μπορεί να δημιουργεί πραγματικά προβλήματα όταν το παιδί αποφεύγει εξετάσεις, εμβολιασμούς ή απαραίτητη θεραπεία. Το ίδιο αντικείμενο μπορεί να προκαλεί διαφορετικό βαθμό φόβου σε διαφορετικά παιδιά. Η φοβία δεν καθορίζεται από το αν κάτι φαίνεται τρομακτικό στους ενήλικες αλλά από την ένταση και τις συνέπειες του φόβου για το συγκεκριμένο παιδί.

Πώς αντιδρά το παιδί όταν βρίσκεται μπροστά σε αυτό που φοβάται;

Η αντίδραση μπορεί να είναι άμεση και έντονη. Το παιδί μπορεί να κλαίει, να προσκολλάται στον γονέα, να προσπαθεί να φύγει ή να αρνείται να πλησιάσει το φοβικό αντικείμενο. Μπορεί επίσης να εμφανίσει ταχυκαρδία, τρέμουλο, εφίδρωση, δύσπνοια, ναυτία ή ζάλη. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αντίδραση μοιάζει με κρίση πανικού. Τα μικρότερα παιδιά δεν μπορούν πάντοτε να εξηγήσουν ότι ο φόβος τους είναι υπερβολικός. Μπορεί απλώς να αντιδρούν έντονα κάθε φορά που πλησιάζουν μια συγκεκριμένη κατάσταση. Οι μεγαλύτεροι έφηβοι μπορεί να αναγνωρίζουν ότι ο φόβος είναι δυσανάλογος και παρ' όλα αυτά να αισθάνονται ότι δεν μπορούν να τον ελέγξουν.

Πώς δημιουργείται μια φοβία;

Δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος. Μερικές φορές ο φόβος αρχίζει μετά από μια δυσάρεστη εμπειρία. Ένα παιδί που δέχθηκε επίθεση από έναν σκύλο μπορεί αργότερα να φοβάται έντονα όλους τους σκύλους. Σε άλλες περιπτώσεις το παιδί μπορεί να παρατηρήσει την έντονη φοβική αντίδραση ενός γονέα ή να ακούσει επανειλημμένα ότι κάτι είναι πολύ επικίνδυνο. Ο φόβος μπορεί επίσης να αναπτυχθεί χωρίς να υπάρχει κάποιο σαφές περιστατικό που να τον εξηγεί. Η ιδιοσυγκρασία και η γενικότερη ευαισθησία στο άγχος μπορεί επίσης να επηρεάζουν την πιθανότητα εμφάνισης φοβίας. Η ύπαρξη φοβίας δεν σημαίνει ότι οι γονείς έχουν κάνει κάτι λάθος.

Γιατί η αποφυγή κάνει τον φόβο να διαρκεί;

Η αποφυγή προσφέρει άμεση ανακούφιση. Αν ένα παιδί φοβάται τους σκύλους και αλλάζει δρόμο κάθε φορά που βλέπει έναν, το άγχος μειώνεται μόλις απομακρυνθεί. Ακριβώς αυτή η ανακούφιση μπορεί να ενισχύσει την αποφυγή. Το παιδί μαθαίνει ότι ο τρόπος να αισθανθεί ασφαλές είναι να μην πλησιάζει ποτέ αυτό που φοβάται. Έτσι δεν αποκτά την εμπειρία ότι μπορεί να βρίσκεται κοντά σε έναν ασφαλή σκύλο χωρίς να συμβεί αυτό που φοβάται ή ότι το άγχος μπορεί να αυξηθεί και στη συνέχεια να μειωθεί χωρίς να χρειαστεί να φύγει. Με τον χρόνο η αποφυγή μπορεί να γενικευθεί. Ένα παιδί που αρχικά απέφευγε μόνο έναν συγκεκριμένο σκύλο μπορεί αργότερα να μη θέλει να πάει σε πάρκα, σε σπίτια φίλων ή ακόμη και να περπατήσει στον δρόμο.

Πρέπει οι γονείς να αναγκάζουν το παιδί να αντιμετωπίσει τον φόβο του;

Η ξαφνική και έντονη έκθεση μπορεί να αυξήσει τον φόβο και να κάνει το παιδί να αισθανθεί ότι δεν έχει έλεγχο. Από την άλλη πλευρά, η πλήρης προστασία από κάθε επαφή με αυτό που φοβάται μπορεί να διατηρεί τη φοβία. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση βρίσκεται συνήθως ανάμεσα στις δύο αυτές ακραίες στάσεις. Το παιδί χρειάζεται να αντιμετωπίζει τον φόβο σταδιακά, με βήματα που είναι αρκετά απαιτητικά ώστε να μαθαίνει κάτι νέο αλλά όχι τόσο δύσκολα ώστε να αισθάνεται ότι κατακλύζεται. Η διαδικασία είναι περισσότερο αποτελεσματική όταν είναι προβλέψιμη και το παιδί κατανοεί τι πρόκειται να γίνει.

Τι σημαίνει σταδιακή έκθεση;

Η σταδιακή έκθεση αποτελεί βασική θεραπευτική μέθοδο για τις ειδικές φοβίες. Το παιδί και ο θεραπευτής οργανώνουν μια σειρά καταστάσεων από εκείνες που προκαλούν σχετικά μικρό φόβο έως εκείνες που είναι περισσότερο δύσκολες. Ένα παιδί που φοβάται τους σκύλους μπορεί αρχικά να μιλήσει για σκύλους, αργότερα να δει μια φωτογραφία, στη συνέχεια ένα βίντεο, να παρατηρήσει έναν ήρεμο σκύλο από απόσταση και τελικά να μπορέσει να τον πλησιάσει περισσότερο. Η εξέλιξη γίνεται σταδιακά και επαναλαμβανόμενα. Το παιδί έχει έτσι την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι ο φόβος μπορεί να υποχωρήσει χωρίς να χρειάζεται συνεχής αποφυγή. Στόχος δεν είναι απαραίτητα να αγαπήσει αυτό που φοβόταν. Στόχος είναι να μην περιορίζει πλέον τη ζωή του.

Γιατί η επανάληψη είναι σημαντική;

Μια μόνο επιτυχής εμπειρία δεν αρκεί πάντα για να αλλάξει ένας φόβος που υπάρχει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το παιδί χρειάζεται επανειλημμένες εμπειρίες στις οποίες έρχεται σε επαφή με αυτό που φοβάται και ανακαλύπτει ότι μπορεί να αντέξει την κατάσταση. Με τον χρόνο μειώνεται η πεποίθηση ότι χρειάζεται να αποφεύγει ή να έχει συνεχώς δίπλα του κάποιον για να παραμείνει ασφαλές. Για αυτό η εξάσκηση ανάμεσα στις θεραπευτικές συναντήσεις έχει συχνά σημαντικό ρόλο.

Τι γίνεται όταν το παιδί φοβάται τις ενέσεις ή το αίμα;

Ο φόβος για ενέσεις, αίμα και ιατρικές πράξεις χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, επειδή μπορεί να επηρεάσει την πρόσβαση σε απαραίτητη ιατρική φροντίδα. Το παιδί μπορεί να κλαίει, να προσπαθεί να φύγει ή να αποφεύγει ακόμη και να μιλήσει για μια προγραμματισμένη εξέταση. Σε ορισμένα άτομα ο φόβος για αίμα ή ενέσεις μπορεί να συνοδεύεται από πτώση της αρτηριακής πίεσης και λιποθυμία. Αυτό διαφέρει από τη συνηθισμένη αύξηση της σωματικής διέγερσης που παρατηρείται στις περισσότερες άλλες φοβίες. Η θεραπευτική προσέγγιση μπορεί να προσαρμοστεί σε αυτό το ιδιαίτερο πρότυπο αντίδρασης και να συνδυάζει σταδιακή έκθεση με συγκεκριμένες τεχνικές για την πρόληψη της λιποθυμίας όταν χρειάζεται.

Τι γίνεται όταν το παιδί φοβάται ότι θα κάνει εμετό;

Ο έντονος φόβος του εμετού μπορεί να επηρεάσει πολύ περισσότερο την καθημερινότητα από όσο αρχικά φαίνεται. Ένα παιδί μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει συγκεκριμένα φαγητά, εστιατόρια, ταξίδια, το σχολείο ή ανθρώπους που πιστεύει ότι μπορεί να είναι άρρωστοι. Μπορεί να παρακολουθεί συνεχώς το στομάχι του και να ερμηνεύει κάθε μικρή ναυτία ως ένδειξη ότι πρόκειται να κάνει εμετό. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται να εξετάζεται αν ο φόβος περιορίζει τη διατροφή ή οδηγεί σε σημαντική απώλεια βάρους και να διακρίνεται από άλλες καταστάσεις που μπορεί επίσης να επηρεάζουν την πρόσληψη τροφής.

Τι γίνεται όταν ένας φόβος επηρεάζει το σχολείο;

Μια φοβία μπορεί να επηρεάσει έμμεσα τη σχολική φοίτηση. Ένα παιδί που φοβάται έντονα τα έντομα μπορεί να μη θέλει να συμμετάσχει σε εκδρομή. Ένα παιδί που φοβάται τον εμετό μπορεί να αρνείται να πάει σχολείο επειδή φοβάται ότι κάποιος συμμαθητής θα αρρωστήσει. Ένας έφηβος που φοβάται το αίμα μπορεί να αποφεύγει μαθήματα ή δραστηριότητες που του θυμίζουν το αντικείμενο του φόβου. Η λύση δεν είναι συνήθως η μόνιμη απαλλαγή από κάθε σχετική δραστηριότητα. Χρειάζεται να δημιουργηθεί, όταν είναι ασφαλές, ένα σταδιακό σχέδιο επιστροφής και συμμετοχής.

Πώς μπορούν να βοηθήσουν οι γονείς;

Οι γονείς μπορούν να αναγνωρίζουν ότι ο φόβος είναι πραγματικός για το παιδί χωρίς να ενισχύουν την ιδέα ότι η κατάσταση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Δεν βοηθά η γελοιοποίηση, η ντροπή ή οι συγκρίσεις με άλλα παιδιά. Φράσεις όπως «είσαι τόσο μεγάλος και φοβάσαι ακόμη;» μπορεί να προσθέσουν ντροπή στον ήδη υπάρχοντα φόβο. Δεν βοηθά όμως ούτε η συνεχής επιβεβαίωση ότι το παιδί δεν θα χρειαστεί ποτέ να αντιμετωπίσει αυτό που φοβάται. Οι γονείς μπορούν να ενθαρρύνουν μικρά βήματα, να αναγνωρίζουν την προσπάθεια και να παραμένουν ήρεμοι όταν το παιδί αγχώνεται.

Πρέπει να καθησυχάζουμε συνεχώς το παιδί;

Η διαβεβαίωση μπορεί να είναι χρήσιμη σε ορισμένες στιγμές, αλλά όταν το παιδί χρειάζεται επανειλημμένα να ακούει ότι «σίγουρα δεν θα συμβεί τίποτα», μπορεί να δημιουργηθεί εξάρτηση από αυτήν. Το παιδί μπορεί να αρχίσει να θεωρεί ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση αν δεν έχει πρώτα λάβει απόλυτη επιβεβαίωση από έναν γονέα. Μακροπρόθεσμα είναι περισσότερο χρήσιμο να αναπτύξει την ικανότητα να αντέχει ένα μικρό βαθμό αβεβαιότητας και να ανακαλύπτει από την εμπειρία ότι μπορεί να διαχειριστεί τον φόβο του.

Μπορεί μια φοβία να υποχωρήσει μόνη της;

Ορισμένοι παιδικοί φόβοι πράγματι μειώνονται φυσιολογικά καθώς το παιδί μεγαλώνει. Όταν όμως υπάρχει πραγματική ειδική φοβία με επίμονη αποφυγή και σημαντική επίδραση στην καθημερινότητα, ο φόβος μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα αν δεν αντιμετωπιστεί. Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη επειδή αποτρέπει τη σταδιακή διεύρυνση της αποφυγής.

Πώς γίνεται η αξιολόγηση;

Η αξιολόγηση εξετάζει τι ακριβώς φοβάται το παιδί, πότε ξεκίνησε ο φόβος, ποιες καταστάσεις αποφεύγει και πόσο επηρεάζεται η καθημερινή λειτουργία. Χρειάζεται επίσης να διερευνηθεί αν ο φόβος εξηγείται καλύτερα από κάποια άλλη αγχώδη δυσκολία. Για παράδειγμα, ένα παιδί που φοβάται να χρησιμοποιήσει το ασανσέρ επειδή πιστεύει ότι θα εγκλωβιστεί μπορεί να έχει ειδική φοβία. Ένας άλλος νέος μπορεί να αποφεύγει το ίδιο ασανσέρ επειδή φοβάται ότι θα πάθει κρίση πανικού και δεν θα μπορεί να φύγει. Η συμπεριφορά φαίνεται παρόμοια, αλλά ο φόβος που βρίσκεται πίσω από αυτήν είναι διαφορετικός. Η κατανόηση αυτού του φόβου καθοδηγεί και τη θεραπεία.

Πώς αντιμετωπίζονται οι ειδικές φοβίες;

Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, και ιδιαίτερα η οργανωμένη έκθεση στο φοβικό ερέθισμα, αποτελεί βασική θεραπευτική προσέγγιση. Το παιδί μαθαίνει τι συμβαίνει όταν ενεργοποιείται ο φόβος, αναγνωρίζει τις υπερβολικές προβλέψεις κινδύνου και εξασκείται σταδιακά στην αντιμετώπιση όσων προηγουμένως απέφευγε. Η θεραπεία δεν έχει στόχο να πείσει το παιδί μόνο με λόγια ότι «δεν υπάρχει τίποτα να φοβάται». Η σημαντικότερη μάθηση προκύπτει από την εμπειρία ότι μπορεί να αντιμετωπίσει με ασφάλεια την κατάσταση και ότι αυτό που φοβάται δεν συμβαίνει με τον τρόπο που περίμενε.

Χρησιμοποιούνται φάρμακα;

Η φαρμακευτική αγωγή δεν αποτελεί συνήθως την κύρια θεραπεία για μια μεμονωμένη ειδική φοβία. Η θεραπεία μέσω σταδιακής έκθεσης είναι συνήθως περισσότερο άμεσα προσανατολισμένη στον μηχανισμό που διατηρεί τον φόβο. Αν όμως συνυπάρχουν άλλες σημαντικές αγχώδεις ή ψυχικές δυσκολίες, η συνολική θεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί να χρειάζεται να προσαρμοστεί ανάλογα.

Πότε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια;

Αξιολόγηση είναι χρήσιμη όταν ο φόβος είναι έντονος και επίμονος, όταν το παιδί οργανώνει σημαντικό μέρος της ζωής του ώστε να αποφεύγει το φοβικό αντικείμενο ή όταν η φοβία επηρεάζει το σχολείο, τις κοινωνικές δραστηριότητες, τις οικογενειακές μετακινήσεις ή την απαραίτητη ιατρική φροντίδα. Χρειάζεται επίσης βοήθεια όταν η οικογένεια αναγκάζεται να κάνει συνεχώς σημαντικές αλλαγές στην καθημερινότητά της για να προστατεύει το παιδί από αυτό που φοβάται. Όσο περισσότερο η αποφυγή εξαπλώνεται, τόσο περισσότερο μπορεί να περιορίζεται η αυτονομία του παιδιού.

Ο στόχος δεν είναι να μη φοβάται ποτέ

Ο φόβος είναι ένα απαραίτητο συναίσθημα που μας προστατεύει από πραγματικούς κινδύνους. Η θεραπεία μιας φοβίας δεν έχει στόχο να εξαφανίσει κάθε φόβο ούτε να κάνει το παιδί απερίσκεπτο απέναντι σε πραγματικές απειλές. Στόχος είναι να μπορεί να διακρίνει καλύτερα τον πραγματικό κίνδυνο από έναν υπερβολικό συναγερμό και να μην χρειάζεται να οργανώνει τη ζωή του γύρω από την αποφυγή. Με κατάλληλη αντιμετώπιση, οι ειδικές φοβίες συνήθως ανταποκρίνονται καλά στη θεραπεία. Η σταδιακή εμπειρία ότι το παιδί μπορεί να πλησιάσει αυτό που φοβάται, να αντέξει το άγχος και να παραμείνει ασφαλές μπορεί να μειώσει σημαντικά τον φόβο και να αποκαταστήσει δραστηριότητες που προηγουμένως είχαν περιοριστεί.