Εκφοβισμός (bullying) στα παιδιά και στους εφήβους

Ο εκφοβισμός μεταξύ παιδιών και εφήβων δεν είναι απλώς ένας καβγάς, μια διαφωνία ή ένα περιστατικό αγένειας. Πρόκειται για ανεπιθύμητη επιθετική συμπεριφορά στην οποία υπάρχει πραγματική ή αντιλαμβανόμενη ανισορροπία δύναμης και η συμπεριφορά επαναλαμβάνεται ή υπάρχει σημαντική πιθανότητα να επαναληφθεί. Η δύναμη δεν αφορά μόνο τη σωματική υπεροχή. Μπορεί να προέρχεται από τη δημοτικότητα, την κοινωνική θέση μέσα στην ομάδα, την ηλικία, την πρόσβαση σε προσωπικές ή ντροπιαστικές πληροφορίες ή από το γεγονός ότι μια ομάδα στρέφεται εναντίον ενός παιδιού. Ο εκφοβισμός μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ψυχική ευεξία, τις σχέσεις και τη σχολική λειτουργία ενός παιδιού. Παράλληλα, χρειάζονται υποστήριξη όχι μόνο τα παιδιά που δέχονται εκφοβισμό αλλά και εκείνα που εκφοβίζουν άλλους ή βρίσκονται ταυτόχρονα και στους δύο ρόλους.

Πότε μια σύγκρουση είναι εκφοβισμός;


Δύο παιδιά μπορεί να μαλώσουν, να πουν άσχημα πράγματα το ένα στο άλλο ή ακόμη και να εμπλακούν σε έναν σωματικό καβγά χωρίς αυτό να αποτελεί απαραίτητα bullying. Όταν τα παιδιά έχουν σχετικά ισότιμη δύναμη και πρόκειται για μια αμοιβαία σύγκρουση, μιλάμε περισσότερο για σύγκρουση μεταξύ συνομηλίκων. Αυτή μπορεί να είναι σοβαρή και να χρειάζεται παρέμβαση, αλλά η αντιμετώπισή της είναι διαφορετική. Στον εκφοβισμό υπάρχει κάτι επιπλέον: το παιδί που δέχεται την επίθεση δυσκολεύεται να προστατευθεί ή να σταματήσει αυτό που συμβαίνει. Το άλλο παιδί ή η ομάδα διαθέτει κάποιο πλεονέκτημα και η συμπεριφορά έχει επαναληπτικό χαρακτήρα ή δημιουργεί βάσιμο φόβο ότι θα επαναληφθεί. Αυτή η διάκριση έχει πρακτική σημασία. Η αντιμετώπιση του bullying σαν να πρόκειται απλώς για «δύο παιδιά που πρέπει να τα βρουν» μπορεί να μεταφέρει μέρος της ευθύνης στο παιδί που δέχεται τον εκφοβισμό και να αγνοήσει την ανισορροπία δύναμης. Για αυτό η απλή διαμεσολάβηση μεταξύ των δύο παιδιών δεν θεωρείται κατάλληλη βασική παρέμβαση σε πραγματικές περιπτώσεις εκφοβισμού.

Ο εκφοβισμός δεν είναι μόνο σωματικός


Ο σωματικός εκφοβισμός, χτυπήματα, κλωτσιές, σπρωξίματα ή καταστροφή αντικειμένων, είναι μόνο μία μορφή. Ο εκφοβισμός μπορεί επίσης να είναι λεκτικός, με επαναλαμβανόμενες προσβολές, απειλές ή εξευτελιστικά σχόλια, και κοινωνικός ή σχεσιακός, όταν ένα παιδί αποκλείεται συστηματικά, διαδίδονται φήμες γι' αυτό ή γίνεται οργανωμένη προσπάθεια να απομονωθεί από την ομάδα. Ο κοινωνικός εκφοβισμός μπορεί να είναι δυσκολότερο να αναγνωριστεί. Ένα παιδί μπορεί να μην επιστρέψει στο σπίτι με μώλωπες, αλλά να διαπιστώνει καθημερινά ότι κανείς δεν κάθεται μαζί του, ότι συμμαθητές οργανώνουν σκόπιμα τον αποκλεισμό του ή ότι κυκλοφορούν προσβλητικές ιστορίες για εκείνο.

Διαδικτυακός εκφοβισμός


Ο εκφοβισμός μπορεί να συνεχίζεται ή να πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου μέσω κινητών τηλεφώνων, κοινωνικών δικτύων, εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, διαδικτυακών παιχνιδιών και άλλων ψηφιακών χώρων. Μπορεί να περιλαμβάνει προσβλητικά ή απειλητικά μηνύματα, διάδοση φημών, δημοσίευση εξευτελιστικών φωτογραφιών ή βίντεο, αποκλεισμό από διαδικτυακές ομάδες, δημιουργία ψεύτικων λογαριασμών ή κοινοποίηση προσωπικού υλικού χωρίς συναίνεση. Το διαδικτυακό περιβάλλον προσθέτει ορισμένες ιδιαίτερες δυσκολίες. Το περιεχόμενο μπορεί να διαδοθεί πολύ γρήγορα, να παραμείνει διαθέσιμο για μεγάλο χρονικό διάστημα και να φτάσει σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Επιπλέον, το παιδί μπορεί να αισθάνεται ότι ο εκφοβισμός το ακολουθεί και στο σπίτι, όπου προηγουμένως θα μπορούσε να αισθάνεται ασφαλές.

Γιατί πολλά παιδιά δεν το λένε;


Δεν πρέπει να θεωρούμε ότι, αν κάτι σοβαρό συνέβαινε, το παιδί θα το είχε οπωσδήποτε πει στους γονείς του. Πολλά παιδιά φοβούνται ότι τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα αν μιλήσουν. Άλλα αισθάνονται ντροπή, φοβούνται ότι θα θεωρηθούν αδύναμα ή ότι οι ενήλικες δεν θα τα πιστέψουν. Μπορεί επίσης να ανησυχούν ότι οι γονείς θα αντιδράσουν υπερβολικά, θα πάνε αμέσως στο σχολείο ή, ιδιαίτερα στον διαδικτυακό εκφοβισμό, θα τους αφαιρέσουν το κινητό ή την πρόσβαση στο διαδίκτυο. Για αυτό έχει σημασία να υπάρχει ήδη ένα κλίμα στο οποίο το παιδί γνωρίζει ότι μπορεί να μιλήσει για δύσκολες κοινωνικές καταστάσεις χωρίς να κατηγορηθεί ή να χάσει αμέσως κάθε έλεγχο του τι θα συμβεί στη συνέχεια.

Ποια σημεία μπορεί να παρατηρήσουν οι γονείς;


Δεν παρουσιάζουν όλα τα παιδιά εμφανή σημεία. Χρειάζεται όμως να προκαλούν μεγαλύτερη προσοχή ιδιαίτερα νέες και ανεξήγητες αλλαγές όπως:

  • ανεξήγητοι τραυματισμοί ή κατεστραμμένα και χαμένα αντικείμενα,
  • επαναλαμβανόμενοι πονοκέφαλοι, κοιλιακοί πόνοι ή άλλες σωματικές ενοχλήσεις ιδιαίτερα πριν από το σχολείο,
  • δυσκολίες ύπνου ή εφιάλτες,
  • ξαφνική απροθυμία να πάει στο σχολείο ή σε συγκεκριμένες δραστηριότητες,
  • πτώση στη σχολική επίδοση ή στο ενδιαφέρον για τη μάθηση,
  • ξαφνική απώλεια φίλων ή αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων,
  • σημαντική μείωση της αυτοεκτίμησης, αίσθημα αδυναμίας ή αυξημένη ευερεθιστότητα,
  • ασυνήθιστη αναστάτωση μετά τη χρήση του κινητού ή του διαδικτύου,
  • αυτοτραυματιστική συμπεριφορά, φυγές από το σπίτι ή αναφορές στον θάνατο και στην αυτοκτονία.

Τα ίδια σημεία μπορεί να εμφανιστούν και για άλλους λόγους. Δεν αποδεικνύουν ότι υπάρχει εκφοβισμός, αλλά αποτελούν λόγο να διερευνηθεί με ήρεμο τρόπο τι συμβαίνει.

Πώς ανοίγουμε τη συζήτηση;


Οι πολύ άμεσες ερωτήσεις όπως «σε χτυπάει κανείς στο σχολείο;» μπορεί να οδηγήσουν σε ένα γρήγορο «όχι». Συχνά είναι πιο εύκολο να ξεκινήσουμε από όσα έχουμε παρατηρήσει: «Βλέπω ότι τις τελευταίες μέρες δεν θέλεις να πας σχολείο. Συνέβη κάτι που σε δυσκολεύει;» «Μου φαίνεται ότι έχεις απομακρυνθεί από την παρέα σου. Έγινε κάτι μεταξύ σας;» «Σε βλέπω αναστατωμένο μετά το κινητό τελευταία. Θέλεις να μου πεις τι συμβαίνει;» Η πρώτη δουλειά του γονέα είναι να ακούσει. Δεν χρειάζεται να διακόπτει για να βρει αμέσως λύση ούτε να αρχίσει μια ανάκριση για κάθε λεπτομέρεια. Η διατήρηση της ψυχραιμίας αυξάνει την πιθανότητα να συνεχίσει το παιδί να μιλά.

«Γιατί δεν τους απάντησες;»


Ερωτήσεις αυτού του τύπου μπορεί να ακούγονται λογικές στον ενήλικα αλλά εύκολα εκλαμβάνονται από το παιδί ως κατηγορία. Το ίδιο ισχύει για: «Γιατί τους αφήνεις να σου το κάνουν;» «Έπρεπε να τους χτυπήσεις.» «Μην τους δίνεις σημασία και θα σταματήσουν.» Το παιδί μπορεί ήδη να αισθάνεται ότι δεν κατάφερε να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν χρειάζεται να αποκτήσει επιπλέον την αίσθηση ότι φταίει επειδή δεν αντέδρασε «σωστά». Η αντιμετώπιση του εκφοβισμού απαιτεί συμμετοχή των υπεύθυνων ενηλίκων και δεν πρέπει να μεταφέρεται αποκλειστικά στο παιδί. Η ενθάρρυνση για σωματική αντεπίθεση επίσης δεν συνιστάται.

Τι μπορεί να κάνει το παιδί;


Ανάλογα με την ηλικία, την κατάσταση και την ασφάλεια, μπορεί να βοηθήσει να εξασκηθεί σε μια σύντομη και σταθερή απάντηση, να απομακρύνεται από την κατάσταση όταν μπορεί και να γνωρίζει συγκεκριμένα σε ποιον ενήλικα θα απευθυνθεί. Το «ζήτα βοήθεια» είναι πολύ γενικό. Είναι προτιμότερο να γνωρίζει: «Αν συμβεί στο διάλειμμα, πηγαίνω στη συγκεκριμένη δασκάλα.» «Αν συμβεί στην προπόνηση, μιλάω στον προπονητή.» «Αν συμβεί online, δεν απαντώ, κρατάω το μήνυμα και το δείχνω σε εσάς.» Η παρουσία φίλων και υποστηρικτικών συνομηλίκων μπορεί επίσης να μειώσει την απομόνωση και να κάνει ευκολότερο για το παιδί να ζητήσει βοήθεια.

Ο ρόλος του σχολείου


Όταν ο εκφοβισμός συνδέεται με το σχολικό περιβάλλον, οι γονείς χρειάζεται να συνεργάζονται με το σχολείο. Είναι χρήσιμο να μεταφέρουν συγκεκριμένες πληροφορίες: τι συνέβη, πότε, πού, πόσες φορές, ποιοι ήταν παρόντες και τι έχει ήδη δοκιμαστεί. Το σχολείο χρειάζεται να εξετάσει όχι μόνο το μεμονωμένο επεισόδιο αλλά και το πλαίσιο. Οι χώροι με λιγότερη επίβλεψη, οι μετακινήσεις, τα διαλείμματα και άλλες μη δομημένες στιγμές μπορεί να απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Η άμεση και συνεπής αντίδραση των ενηλίκων αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πρόληψης και της διακοπής του εκφοβισμού. Αν υπάρχει πραγματική ανισορροπία δύναμης, δεν είναι καλό το παιδί που δέχτηκε εκφοβισμό να πιέζεται απλώς να καθίσει απέναντι από το άλλο παιδί ώστε «να τα βρουν». Η διαμεσολάβηση μεταξύ ισότιμων πλευρών έχει θέση στις συνηθισμένες συγκρούσεις, αλλά όχι ως κύρια αντιμετώπιση του bullying.

Τι κάνουμε στον διαδικτυακό εκφοβισμό;


Πριν διαγραφεί οτιδήποτε, είναι χρήσιμο να διατηρηθούν αποδεικτικά στοιχεία: screenshots, μηνύματα, ημερομηνίες, ονόματα λογαριασμών και σχετικές αναρτήσεις. Στη συνέχεια μπορεί να γίνει αποκλεισμός του λογαριασμού και αναφορά στην πλατφόρμα. Όταν εμπλέκονται συμμαθητές ή η διαδικτυακή συμπεριφορά επηρεάζει τη σχολική ζωή, χρειάζεται να ενημερωθεί και το σχολείο. Η πρώτη αντίδραση των γονέων δεν είναι καλό να είναι η οριστική αφαίρεση του κινητού από το παιδί που δέχτηκε τον εκφοβισμό. Αυτό μπορεί να βιωθεί σαν να τιμωρείται το ίδιο για κάτι που του συνέβη και να το κάνει λιγότερο πρόθυμο να αποκαλύψει παρόμοιο περιστατικό στο μέλλον. Περισσότερο χρήσιμη είναι η συνεργασία για την ασφάλεια, τις ρυθμίσεις ιδιωτικότητας, το μπλοκάρισμα και την αναφορά του περιεχομένου.

Αν το δικό μας παιδί εκφοβίζει άλλους;


Η ανακάλυψη ότι ένα παιδί εκφοβίζει άλλους μπορεί να είναι δύσκολη για έναν γονέα. Η πρώτη αντίδραση μπορεί να είναι η άρνηση, «το δικό μου παιδί αποκλείεται να κάνει κάτι τέτοιο», ή, αντίθετα, πολύ έντονη τιμωρία. Πιο χρήσιμο είναι να αντιμετωπιστεί η συμπεριφορά με σαφήνεια: «Αυτό που έκανες δεν είναι αποδεκτό και πρέπει να σταματήσει. Θέλουμε όμως επίσης να καταλάβουμε τι συμβαίνει και να σε βοηθήσουμε να αλλάξεις αυτή τη συμπεριφορά.» Δεν υπάρχει ένα μοναδικό «προφίλ» παιδιού που εκφοβίζει. Διαφορετικοί παράγοντες μπορεί να συμβάλλουν, και ένα παιδί μπορεί ακόμη και να έχει υπάρξει το ίδιο θύμα εκφοβισμού σε άλλο πλαίσιο. Για αυτό χρειάζεται να εξεταστούν οι σχέσεις με συνομηλίκους, η οικογενειακή και σχολική λειτουργία, η συναισθηματική κατάσταση και άλλα προβλήματα συμπεριφοράς χωρίς να μετατρέπεται η πράξη σε χαρακτηρισμό ολόκληρου του παιδιού.

Η τιμωρία από μόνη της δεν αρκεί


Η συμπεριφορά χρειάζεται συνέπειες, αλλά ο στόχος δεν είναι απλώς να υποφέρει το παιδί επειδή έκανε κάτι κακό. Χρειάζεται να καταλάβει τον αντίκτυπο των πράξεών του, να αναλάβει ευθύνη, να μάθει διαφορετικούς τρόπους απόκτησης κοινωνικής θέσης ή επίλυσης συγκρούσεων και να αναπτύξει περισσότερο κατάλληλες κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες. Οι σύγχρονες οδηγίες επισημαίνουν ότι η αυτόματη αναστολή ή αποβολή δεν μειώνει από μόνη της τον εκφοβισμό. Μετά τη διακοπή της συμπεριφοράς χρειάζεται παρακολούθηση και συνεχιζόμενη δουλειά με το παιδί.

Τα παιδιά που βλέπουν τον εκφοβισμό δεν είναι απλοί θεατές


Οι παρόντες συνομήλικοι μπορούν να ενισχύσουν τον εκφοβισμό γελώντας, κοινοποιώντας ένα προσβλητικό βίντεο, πατώντας «like» ή παραμένοντας μέρος του κοινού. Μπορούν όμως και να λειτουργήσουν προστατευτικά: να μη συμμετέχουν, να δείξουν υποστήριξη στο παιδί που στοχοποιείται και να ενημερώσουν έναν έμπιστο ενήλικα. Δεν χρειάζεται να ζητάμε από ένα παιδί να αντιμετωπίσει μόνο του μια ομάδα ή ένα μεγαλύτερο και επιθετικό παιδί. Η ασφαλής παρέμβαση μπορεί να σημαίνει απλώς ότι απομακρύνεται από το περιστατικό, προσεγγίζει αργότερα το παιδί που δέχτηκε τον εκφοβισμό ή ενημερώνει έναν ενήλικα.

«Μήπως φταίει επειδή είναι πολύ ευαίσθητο;»


Ορισμένα παιδιά μπορεί να είναι περισσότερο κοινωνικά απομονωμένα, να διαφέρουν εμφανώς από την ομάδα ή να δυσκολεύονται να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτά μπορεί να αυξάνουν την ευαλωτότητά τους σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα, αλλά δεν μεταφέρουν την ευθύνη για τον εκφοβισμό στο παιδί που τον υφίσταται. Δεν υπάρχει ένας μοναδικός τύπος παιδιού που γίνεται στόχος, όπως δεν υπάρχει και ένας μοναδικός τύπος παιδιού που εκφοβίζει. Η υποστήριξη κοινωνικών δεξιοτήτων, αυτοπεποίθησης ή φιλιών μπορεί να είναι χρήσιμη όταν ένα παιδί τη χρειάζεται, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως η προϋπόθεση για να σταματήσει ο εκφοβισμός. Η ευθύνη για τη διακοπή της επιθετικής συμπεριφοράς παραμένει στους ανθρώπους που την ασκούν και στους ενήλικες που είναι υπεύθυνοι για το ασφαλές περιβάλλον.

Η επίδραση στην ψυχική υγεία


Ο εκφοβισμός μπορεί να συνδέεται με άγχος, καταθλιπτικά συμπτώματα, κοινωνική απόσυρση, χαμηλότερη αυτοεκτίμηση, δυσκολίες στον ύπνο και προβλήματα στη σχολική λειτουργία. Η επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση μπορεί να έχει σημαντική συναισθηματική επίδραση, ιδιαίτερα όταν το παιδί αισθάνεται ότι δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγει ή ότι οι ενήλικες δεν μπορούν να το προστατεύσουν. Ο εκφοβισμός συνδέεται επίσης με αυξημένο κίνδυνο αυτοτραυματισμού και αυτοκτονικών σκέψεων σε ορισμένους νέους. Χρειάζεται όμως προσοχή στη διατύπωση: η αυτοκτονία είναι σύνθετο φαινόμενο και δεν είναι ακριβές να παρουσιάζεται ο εκφοβισμός ως μία μοναδική «αιτία» αυτοκτονίας.

Πότε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια;


Είναι χρήσιμο να ζητηθεί αξιολόγηση όταν μετά τον εκφοβισμό το παιδί παραμένει για σημαντικό διάστημα πολύ αγχωμένο ή θλιμμένο, αποσύρεται από φίλους και δραστηριότητες, αρνείται να πάει σχολείο, παρουσιάζει σημαντική πτώση στη σχολική λειτουργία, έχει επίμονες σωματικές ενοχλήσεις ή προβλήματα ύπνου ή όταν η αυτοεκτίμησή του έχει επηρεαστεί έντονα. Αξιολόγηση μπορεί επίσης να χρειάζεται για ένα παιδί που επανειλημμένα εκφοβίζει άλλους, ιδιαίτερα όταν η συμπεριφορά είναι σοβαρή, επιμένει παρά τις παρεμβάσεις ή συνοδεύεται από επιθετικότητα, σημαντικά προβλήματα συμπεριφοράς, σχολικές δυσκολίες ή άλλες ενδείξεις ψυχικής δυσφορίας. Ο στόχος δεν είναι να του δοθεί μια «ταμπέλα», αλλά να κατανοηθεί τι συντηρεί τη συμπεριφορά και τι χρειάζεται να αλλάξει. Όταν υπάρχουν αυτοτραυματισμός, συγκεκριμένες σκέψεις αυτοκτονίας, σοβαρές απειλές βίας ή αδυναμία να διατηρηθεί το παιδί ασφαλές, χρειάζεται άμεση επείγουσα αξιολόγηση.

Στόχος δεν είναι απλώς να γίνει το παιδί «πιο σκληρό»


Μερικές φορές η συζήτηση γύρω από το bullying επικεντρώνεται στην ιδέα ότι το παιδί πρέπει να μάθει να «μην επηρεάζεται». Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι σημαντική, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί υποκατάστατο της ευθύνης των ενηλίκων να δημιουργήσουν ένα ασφαλές περιβάλλον. Το πιο χρήσιμο μήνυμα είναι ότι το παιδί δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει μόνο του μια κατάσταση στην οποία υπάρχει ανισορροπία δύναμης. Χρειάζεται να γνωρίζει ότι υπάρχουν ενήλικες που θα το ακούσουν, θα το πάρουν στα σοβαρά και θα ενεργήσουν με τρόπο που δεν θα επιδεινώσει τη θέση του. Η αντιμετώπιση είναι αποτελεσματικότερη όταν οικογένεια και σχολείο συνεργάζονται, η συμπεριφορά διακόπτεται έγκαιρα και εξακολουθούν να παρακολουθούνται όλα τα παιδιά που έχουν εμπλακεί.