Από τη γέννηση έως περίπου τα 3 χρόνια
Τα πρώτα χρόνια της ζωής χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά γρήγορες αλλαγές. Ένα νεογέννητο που εξαρτάται πλήρως από τους ανθρώπους που το φροντίζουν εξελίσσεται μέσα σε λίγα χρόνια σε ένα μικρό παιδί που κινείται αυτόνομα, επικοινωνεί με λέξεις και προτάσεις, εκφράζει επιθυμίες, παίζει συμβολικά και αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ξεχωριστό πρόσωπο. Η ανάπτυξη αυτή πραγματοποιείται ταυτόχρονα σε πολλούς τομείς και στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις καθημερινές αλληλεπιδράσεις με τους γονείς και τους άλλους σταθερούς φροντιστές.
Οι πρώτοι μήνες: επικοινωνία πριν από τις λέξεις
Το βρέφος επικοινωνεί πολύ πριν αρχίσει να μιλά. Το κλάμα είναι αρχικά ένας από τους κύριους τρόπους με τους οποίους εκφράζει πείνα, δυσφορία, πόνο ή ανάγκη για επαφή. Σταδιακά οι γονείς αρχίζουν να αναγνωρίζουν διαφορετικά μοτίβα και να ανταποκρίνονται περισσότερο αποτελεσματικά στις ανάγκες του. Παράλληλα, το βρέφος στρέφεται όλο και περισσότερο προς τα ανθρώπινα πρόσωπα και τις φωνές. Το κοινωνικό χαμόγελο, το γέλιο, οι πρώτοι φωνητικοί ήχοι, το βάβισμα και οι αμοιβαίες «συνομιλίες» με τον ενήλικα αποτελούν τα θεμέλια της μεταγενέστερης επικοινωνίας. Η επαφή πρόσωπο με πρόσωπο, η μίμηση εκφράσεων και η εναλλαγή ήχων ανάμεσα στο βρέφος και στον γονέα αποτελούν σημαντικό μέρος αυτής της πρώιμης κοινωνικής μάθησης. Ένα βρέφος δεν χρειάζεται συνεχή διέγερση. Μπορεί να αποστρέψει το βλέμμα όταν κουραστεί ή υπερδιεγερθεί. Αυτό μπορεί να είναι ένας φυσιολογικός πρώιμος τρόπος ρύθμισης της έντασης και όχι ένδειξη ότι «δεν ενδιαφέρεται» για τον γονέα.
Η σχέση με τον γονέα και η αίσθηση ασφάλειας
Κατά τον πρώτο χρόνο αναπτύσσεται σταδιακά ένας ιδιαίτερος συναισθηματικός δεσμός με τους σταθερούς φροντιστές. Το παιδί χρησιμοποιεί τον ενήλικα ως σημείο ασφάλειας: απομακρύνεται για να εξερευνήσει το περιβάλλον και επιστρέφει ή στρέφεται προς εκείνον όταν φοβηθεί, κουραστεί ή χρειαστεί βοήθεια. Προς το δεύτερο μισό του πρώτου έτους μπορεί να εμφανιστεί μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απέναντι στους αγνώστους και άγχος όταν ο γονέας απομακρύνεται. Ένα βρέφος που κλαίει όταν η μητέρα ή ο πατέρας φύγει από το δωμάτιο δεν έχει απαραίτητα «πρόβλημα αποχωρισμού». Τέτοιες αντιδράσεις είναι συχνές σε αυτή την αναπτυξιακή περίοδο και συνήθως μειώνονται σταδιακά.
Το παιδί αρχίζει να καταλαβαίνει ότι τα πράγματα υπάρχουν ακόμη κι όταν δεν τα βλέπει
Μέσα στον πρώτο χρόνο αναπτύσσεται σταδιακά η κατανόηση ότι ένα αντικείμενο ή ένας άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη κι όταν δεν βρίσκεται στο οπτικό πεδίο. Για αυτό τα παιχνίδια όπως το «κούκου-τσα» αποκτούν διαφορετικό ενδιαφέρον και το παιδί αρχίζει να αναζητά ένα παιχνίδι που κρύφτηκε κάτω από μια κουβέρτα. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με σημαντική πρόοδο στη μνήμη, στην προσοχή και στην ικανότητα του παιδιού να σχηματίζει σταδιακά εσωτερικές αναπαραστάσεις του κόσμου.
Κοινή προσοχή και πρώτες λέξεις
Μία από τις σημαντικότερες πρώιμες κοινωνικές δεξιότητες είναι η κοινή προσοχή: το παιδί και ο ενήλικας στρέφουν την προσοχή τους στο ίδιο αντικείμενο ή γεγονός. Ο γονέας δείχνει έναν σκύλο, το παιδί κοιτάζει τον σκύλο και στη συνέχεια μπορεί να κοιτάξει ξανά τον γονέα. Αυτή η τριγωνική σχέση παιδί–ενήλικας–αντικείμενο είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ανάπτυξη της επικοινωνίας και της γλώσσας. Προς το τέλος του πρώτου χρόνου πολλά παιδιά ανταποκρίνονται στο όνομά τους, χρησιμοποιούν χειρονομίες όπως το δείξιμο και αρχίζουν να χρησιμοποιούν τις πρώτες λέξεις. Η ηλικία της πρώτης λέξης παρουσιάζει φυσιολογική διακύμανση και έχει μεγαλύτερη σημασία η συνολική πρόοδος της επικοινωνίας παρά μια μεμονωμένη ημερομηνία.
Από το πρώτο στο δεύτερο έτος: «μόνος μου»
Καθώς το παιδί πλησιάζει και περνά το δεύτερο έτος, η κινητική ανεξαρτησία αλλάζει ριζικά τη σχέση του με τον κόσμο. Μπορεί πλέον να μετακινηθεί προς αυτό που θέλει, να αναζητήσει αντικείμενα, να δοκιμάσει λύσεις και να μιμηθεί δραστηριότητες που έχει παρατηρήσει προηγουμένως. Αυξάνεται παράλληλα η επίγνωση του εαυτού. Το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται περισσότερο ότι οι δικές του επιθυμίες, τα συναισθήματα και οι πράξεις είναι διαφορετικά από εκείνα των άλλων ανθρώπων. Εμφανίζονται επίσης πρώιμες μορφές ενσυναίσθησης: μπορεί να προσπαθήσει να παρηγορήσει κάποιον που στενοχωριέται ή να του προσφέρει ένα αντικείμενο. Αυτή η αυξανόμενη αίσθηση εαυτού εξηγεί και το συχνό «όχι». Η άρνηση δεν αποτελεί απλώς κακή συμπεριφορά. Είναι συχνά ένας τρόπος με τον οποίο το μικρό παιδί δοκιμάζει την αυτονομία του.
Η γλώσσα αναπτύσσεται γρήγορα
Κατά το δεύτερο και τρίτο έτος οι λέξεις αυξάνονται, αρχίζουν να συνδυάζονται και η γλώσσα γίνεται όλο και περισσότερο εργαλείο επικοινωνίας και ρύθμισης της συμπεριφοράς. Το μικρό παιδί μπορεί να χρησιμοποιεί απλές φράσεις όπως «θέλω αυτό», να ονομάζει συναισθήματα όπως «θύμωσα» και σταδιακά να χρησιμοποιεί λέξεις αντί για κλάμα ή σωματική αντίδραση. Η προφορά δεν είναι ακόμη ώριμη και είναι φυσιολογικό ορισμένες λέξεις να απλοποιούνται ή κάποιοι ήχοι να παραλείπονται.
Το παιχνίδι γίνεται συμβολικό
Προς το τέλος του δεύτερου έτους το παιχνίδι δεν αφορά μόνο το τι μπορεί να κάνει ένα πραγματικό αντικείμενο. Ένα τουβλάκι μπορεί να γίνει «τηλέφωνο», μια κούκλα να «πεινάει» και το παιδί να την ταΐσει, ή μια καρέκλα να γίνει «αυτοκίνητο». Το συμβολικό και φανταστικό παιχνίδι δείχνει ότι το παιδί μπορεί πλέον να αναπαριστά νοητικά ανθρώπους, πράξεις και γεγονότα και αποτελεί σημαντικό πεδίο ανάπτυξης της μνήμης, της γλώσσας και της κοινωνικής κατανόησης.
Εκρήξεις θυμού και σωματική επιθετικότητα
Κατά τη νηπιακή ηλικία μπορεί να αυξηθούν προσωρινά οι εκρήξεις θυμού, τα χτυπήματα, τα δαγκώματα και άλλες άμεσες αντιδράσεις στη ματαίωση. Το παιδί έχει ισχυρές επιθυμίες αλλά ακόμη περιορισμένη ικανότητα να περιμένει, να χρησιμοποιεί λέξεις και να ρυθμίζει έντονα συναισθήματα. Αυτές οι συμπεριφορές δεν πρέπει ούτε να αγνοούνται ούτε να θεωρούνται αυτομάτως παθολογικές. Οι γονείς χρειάζεται να θέτουν σταθερά όρια, ενώ παράλληλα βοηθούν το παιδί να αναγνωρίζει και να εκφράζει διαφορετικά το συναίσθημά του. Η συχνότητα της σωματικής επιθετικότητας και των έντονων εκρήξεων αναμένεται σταδιακά να μειώνεται όσο αναπτύσσονται η γλώσσα και ο αυτοέλεγχος.
Τι βοηθά σε αυτή την ηλικία;
Τα μικρά παιδιά μαθαίνουν περισσότερο μέσα από πραγματικές σχέσεις και καθημερινές εμπειρίες παρά μέσα από οργανωμένη «διδασκαλία». Βοηθούν ιδιαίτερα:
- η σταθερή και ευαίσθητη ανταπόκριση στις ανάγκες του παιδιού,
- η ομιλία και η αμοιβαία επικοινωνία από πολύ νωρίς,
- το κοινό παιχνίδι,
- το διάβασμα απλών βιβλίων,
- η ονομασία αντικειμένων και συναισθημάτων,
- σταθερές καθημερινές ρουτίνες,
- ασφαλείς ευκαιρίες για εξερεύνηση,
- σαφή αλλά κατάλληλα για την ηλικία όρια.
Η ανάπτυξη διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση βιολογικών χαρακτηριστικών, ιδιοσυγκρασίας, σχέσεων και περιβάλλοντος. Δεν υπάρχει ένας μοναδικός «σωστός» τρόπος να είναι ένα βρέφος ή νήπιο.
Πότε χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή;
Δεν χρειάζεται όλα τα παιδιά να κατακτούν κάθε δεξιότητα την ίδια ακριβώς στιγμή. Η ανάπτυξη πραγματοποιείται μέσα σε εύρη και μπορεί να είναι άνιση στους διαφορετικούς τομείς. Είναι όμως χρήσιμο να ζητηθεί αναπτυξιακή αξιολόγηση όταν οι γονείς παρατηρούν σημαντική και επίμονη δυσκολία στην επικοινωνία, στη γλώσσα, στην κοινωνική αλληλεπίδραση, στην κινητική ανάπτυξη ή στις δεξιότητες καθημερινής ζωής, όταν ένα παιδί φαίνεται να αποκλίνει σημαντικά από την αναμενόμενη πορεία σε περισσότερους τομείς ή όταν η ανησυχία των γονέων επιμένει. Η απλή στάση «ας περιμένουμε να μεγαλώσει» δεν είναι πάντα η καλύτερη επιλογή. Όταν υπάρχει πραγματική αναπτυξιακή καθυστέρηση, η υποστήριξη μπορεί να αρχίσει ακόμη και πριν ολοκληρωθεί η διαγνωστική διερεύνηση.


