Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) χαρακτηρίζεται από επίμονες ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις —τις ιδεοληψίες— και/ή επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή νοητικές πράξεις —τους καταναγκασμούς. Το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να κάνει αυτές τις πράξεις για να μειώσει το άγχος του, να αισθανθεί ότι κάτι είναι «σωστό» ή να αποτρέψει κάτι κακό που φοβάται ότι μπορεί να συμβεί. Όταν οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί προκαλούν σημαντική δυσφορία ή παρεμβαίνουν στο σχολείο, στις σχέσεις, στις δραστηριότητες ή στην καθημερινότητα, μπορεί να πρόκειται για ΙΨΔ. Η ΙΨΔ μπορεί να εμφανιστεί ήδη στην παιδική ηλικία, αν και συχνά γίνεται περισσότερο εμφανής κατά την εφηβεία ή τη νεαρή ενήλικη ζωή. Δεν είναι απλώς «υπερβολική καθαριότητα», τελειομανία ή ανάγκη για τάξη. Μπορεί να πάρει πολλές διαφορετικές μορφές, ορισμένες από τις οποίες δεν είναι καθόλου εμφανείς στους ανθρώπους γύρω από το παιδί.
Τι είναι οι ιδεοληψίες;
Οι ιδεοληψίες είναι σκέψεις, εικόνες, αμφιβολίες ή παρορμήσεις που εμφανίζονται επανειλημμένα χωρίς το παιδί να τις θέλει και του προκαλούν άγχος, φόβο, αηδία, ενοχή ή έντονη αβεβαιότητα. Μπορεί να αφορούν:
- φόβο μόλυνσης από μικρόβια, ασθένειες ή βλαβερές ουσίες,
- φόβο ότι το παιδί προκάλεσε ή μπορεί να προκαλέσει κατά λάθος κάποιο κακό,
- συνεχή αμφιβολία αν έκλεισε μια πόρτα, αν έκανε σωστά μια εργασία ή αν ξέχασε κάτι σημαντικό,
- φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί σε έναν γονέα ή σε άλλο αγαπημένο πρόσωπο,
- ανάγκη τα αντικείμενα να βρίσκονται σε συγκεκριμένη σειρά ή να αισθάνονται «ακριβώς σωστά»,
- ανεπιθύμητες επιθετικές, θρησκευτικές ή σεξουαλικές σκέψεις ή εικόνες,
- φόβο ότι μια σκέψη από μόνη της μπορεί να προκαλέσει ένα κακό γεγονός.
Η μορφή των ιδεοληψιών μπορεί να αλλάζει με την ηλικία και με τον χρόνο. Ένα μικρότερο παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να φοβάται ότι κάτι κακό θα συμβεί στους γονείς του αν δεν πραγματοποιήσει ένα συγκεκριμένο τελετουργικό, ενώ ένας έφηβος μπορεί να εμφανίζει πολύ έντονες αμφιβολίες σχετικά με τη μόλυνση, την ηθική, την ευθύνη ή ανεπιθύμητες επιθετικές και σεξουαλικές σκέψεις.
Οι τρομακτικές σκέψεις δεν σημαίνουν ότι το παιδί θέλει να τις πραγματοποιήσει
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τους γονείς. Στην ΙΨΔ μπορεί να εμφανίζονται πολύ δυσάρεστες σκέψεις όπως: «Κι αν κάνω κακό στη μητέρα μου;» «Κι αν πετάξω το μωρό από το μπαλκόνι;» ή ανεπιθύμητες σεξουαλικές ή βλάσφημες εικόνες που προκαλούν έντονη ντροπή. Το γεγονός ότι μια σκέψη εμφανίζεται στο μυαλό ενός παιδιού δεν σημαίνει ότι αποτελεί επιθυμία ή πρόθεση να την πραγματοποιήσει. Χαρακτηριστικό της ΙΨΔ είναι ακριβώς ότι αυτές οι σκέψεις είναι ανεπιθύμητες, τρομακτικές και συχνά αντίθετες με τις αξίες του ατόμου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι αγνοούμε κάθε αναφορά σε βλάβη του εαυτού ή άλλων. Αν υπάρχει πραγματική επιθυμία, πρόθεση, σχέδιο ή συμπεριφορά αυτοτραυματισμού ή βίας, χρειάζεται ξεχωριστή και άμεση αξιολόγηση του κινδύνου. Η διάκριση ανάμεσα σε μια ανεπιθύμητη ιδεοληπτική σκέψη και σε πραγματική πρόθεση αποτελεί μέρος της κλινικής αξιολόγησης.
Τι είναι οι καταναγκασμοί;
Οι καταναγκασμοί είναι πράξεις ή νοητικές διαδικασίες που το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να επαναλάβει για να μειώσει το άγχος που προκαλεί η ιδεοληψία ή για να αποτρέψει ένα φοβούμενο γεγονός. Η ανακούφιση είναι συνήθως προσωρινή και έτσι ο κύκλος ξεκινά ξανά. Συχνά παραδείγματα είναι:
- επανειλημμένο πλύσιμο χεριών ή καθάρισμα,
- συνεχής έλεγχος πορτών, συσκευών, σχολικών εργασιών ή αντικειμένων,
- μέτρημα μέχρι έναν συγκεκριμένο αριθμό,
- επανάληψη μιας πράξης ορισμένες φορές,
- τοποθέτηση αντικειμένων με συγκεκριμένο τρόπο,
- ανάγκη να ξανακάνει κάτι μέχρι να αισθανθεί ότι έγινε «σωστά»,
- επανειλημμένες ερωτήσεις προς τους γονείς για επιβεβαίωση,
- επανάληψη λέξεων ή φράσεων μέσα στο μυαλό,
- «ακύρωση» μιας κακής σκέψης με μια άλλη σκέψη,
- προσευχή ή νοητικά τελετουργικά που εκτελούνται με άκαμπτο και καταναγκαστικό τρόπο,
- αποφυγή ανθρώπων, αντικειμένων ή καταστάσεων που προκαλούν ιδεοληψίες.
Οι καταναγκασμοί δεν είναι πάντα ορατοί
Ένα παιδί μπορεί να έχει σημαντική ΙΨΔ χωρίς να πλένει συνεχώς τα χέρια του ή να ελέγχει εμφανώς την πόρτα. Ορισμένοι καταναγκασμοί πραγματοποιούνται αποκλειστικά μέσα στο μυαλό: επανάληψη λέξεων, μέτρημα, νοητικός έλεγχος αναμνήσεων, «εξουδετέρωση» μιας σκέψης με μια άλλη ή προσπάθεια να βεβαιωθεί το παιδί ότι δεν σκέφτηκε κάτι «κακό». Μερικές φορές μάλιστα το κυριότερο σύμπτωμα είναι η αποφυγή. Ένας έφηβος που φοβάται ότι μπορεί να τραυματίσει κάποιον μπορεί να αποφεύγει μαχαίρια ή να μην θέλει να μείνει μόνος με μικρότερα παιδιά. Ένα παιδί που φοβάται τη μόλυνση μπορεί να αποφεύγει δημόσιες τουαλέτες ή να αρνείται να αγγίξει συγκεκριμένα αντικείμενα. Για αυτό η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται στην ερώτηση «τι τελετουργίες κάνει;», αλλά να εξετάζει και τι έχει αρχίσει να αποφεύγει εξαιτίας του φόβου του.
Ο κύκλος της ΙΨΔ
Ένας απλός τρόπος να κατανοήσουμε τη διαταραχή είναι ο εξής: Ιδεοληψία → άγχος ή δυσφορία → καταναγκασμός → προσωρινή ανακούφιση → επιστροφή της ιδεοληψίας. Για παράδειγμα: «Μήπως τα χέρια μου έχουν μικρόβια και αρρωστήσει η μαμά;» Το παιδί αγχώνεται και πλένει τα χέρια του. Νιώθει προσωρινά καλύτερα. Λίγο αργότερα όμως σκέφτεται: «Μήπως δεν τα έπλυνα αρκετά καλά;» και ξαναπλένεται. Έτσι, η πράξη που αρχικά φαίνεται να λύνει το πρόβλημα ενισχύει μακροπρόθεσμα τον κύκλο, επειδή το παιδί δεν έχει την ευκαιρία να μάθει ότι το άγχος μπορεί να μειωθεί και χωρίς να πραγματοποιήσει τον καταναγκασμό. Αυτός ακριβώς ο μηχανισμός αποτελεί βασικό στόχο της θεραπείας με έκθεση και παρεμπόδιση αντίδρασης.
Όλα τα παιδιά έχουν κάποιες συνήθειες και τελετουργίες
Τα μικρά παιδιά συχνά αγαπούν τις επαναλήψεις. Μπορεί να θέλουν το ίδιο παραμύθι κάθε βράδυ, τα παιχνίδια τους σε συγκεκριμένη θέση ή μια συγκεκριμένη σειρά πριν κοιμηθούν. Οι συνήθειες αυτές μπορεί να προσφέρουν προβλεψιμότητα και ασφάλεια και δεν αποτελούν από μόνες τους ΙΨΔ. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στο άγχος, στην ακαμψία και στη λειτουργική επιβάρυνση. Στην ΙΨΔ το παιδί συχνά αισθάνεται ότι «πρέπει» να πραγματοποιήσει το τελετουργικό, ακόμη και όταν δεν θέλει. Αν εμποδιστεί, μπορεί να εμφανιστεί πολύ έντονο άγχος ή δυσφορία και οι τελετουργίες μπορεί σταδιακά να καταλαμβάνουν σημαντικό μέρος της καθημερινότητάς του.
«Ξέρει ότι αυτό που κάνει δεν έχει λογική. Γιατί δεν σταματά;»
Ορισμένα παιδιά και ιδιαίτερα οι μεγαλύτεροι έφηβοι αντιλαμβάνονται ότι οι φόβοι ή οι τελετουργίες τους είναι υπερβολικοί. Αυτή η επίγνωση όμως δεν σημαίνει ότι μπορούν απλώς να τους σταματήσουν. Μπορεί να λένε: «Ξέρω ότι η πόρτα είναι κλειδωμένη, αλλά δεν είμαι 100% σίγουρος.» ή: «Ξέρω ότι δεν έχει λογική, αλλά αν δεν το κάνω και συμβεί κάτι;» Η ΙΨΔ συχνά εκμεταλλεύεται ακριβώς την αδυναμία να επιτευχθεί απόλυτη βεβαιότητα. Το παιδί ελέγχει ξανά για να νιώσει σίγουρο, αλλά κάθε νέος έλεγχος τελικά δημιουργεί την ανάγκη για ακόμη έναν.
Γιατί μπορεί να μην το έχουν καταλάβει οι γονείς;
Τα παιδιά και οι έφηβοι μπορεί να αισθάνονται μεγάλη ντροπή για τις σκέψεις τους και να φοβούνται ότι, αν τις αποκαλύψουν, οι άλλοι θα θεωρήσουν ότι είναι «τρελά», επικίνδυνα ή κακά. Για αυτό μπορεί να κρύβουν τα συμπτώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένας γονέας μπορεί να βλέπει μόνο ότι το παιδί αργεί υπερβολικά να ετοιμαστεί, ζητά συνεχώς την ίδια επιβεβαίωση, εκνευρίζεται όταν κάποιος αγγίζει τα πράγματά του ή περνά ώρες στο μπάνιο χωρίς να γνωρίζει τις ιδεοληψίες που βρίσκονται πίσω από αυτή τη συμπεριφορά. Για αυτό έχει σημασία η αντίδραση του ενήλικα όταν το παιδί τελικά μιλήσει. Ιδιαίτερα όταν το περιεχόμενο των σκέψεων είναι επιθετικό, σεξουαλικό ή θρησκευτικό, η έκφραση σοκ ή αποδοκιμασίας μπορεί να το κάνει να κλειστεί περισσότερο.
Όταν ολόκληρη η οικογένεια αρχίζει να συμμετέχει στην ΙΨΔ
Με καλή πρόθεση, οι γονείς συχνά αρχίζουν να προσαρμόζουν την καθημερινότητα της οικογένειας στις απαιτήσεις της ΙΨΔ. Αυτό ονομάζεται οικογενειακή προσαρμογή (family accommodation) και είναι συχνό στα παιδιά με ΙΨΔ. Για παράδειγμα, ένας γονέας μπορεί:
- να απαντά δεκάδες φορές στην ερώτηση «είσαι σίγουρος ότι δεν θα πάθεις κάτι;»,
- να πλένει ο ίδιος αντικείμενα για να μην αγχωθεί το παιδί,
- να συμμετέχει σε τελετουργίες,
- να επαναλαμβάνει συγκεκριμένες λέξεις μέχρι το παιδί να αισθανθεί «σωστά»,
- να αποφεύγει ολόκληρη η οικογένεια μέρη που φοβάται το παιδί,
- να αλλάζει συνεχώς το οικογενειακό πρόγραμμα ώστε να υπάρχει χρόνος για τα τελετουργικά.
Αυτό μειώνει προσωρινά τη δυσφορία του παιδιού και είναι κατανοητό γιατί οι γονείς καταλήγουν να το κάνουν. Μακροπρόθεσμα όμως η συστηματική συμμετοχή στις τελετουργίες και στην αποφυγή συνδέεται με μεγαλύτερη βαρύτητα της ΙΨΔ και αποτελεί σημαντικό στόχο της θεραπείας. Η λύση δεν είναι να σταματήσουν οι γονείς απότομα κάθε βοήθεια και να αφήσουν το παιδί να κατακλυστεί από άγχος. Η μείωση της οικογενειακής προσαρμογής γίνεται καλύτερα σταδιακά και ως μέρος ενός οργανωμένου θεραπευτικού σχεδίου.
Η συνεχής επιβεβαίωση μπορεί να γίνει καταναγκασμός
Ένα ιδιαίτερα συχνό παράδειγμα είναι η αναζήτηση διαβεβαίωσης: «Είσαι σίγουρος ότι δεν άγγιξα κάτι βρώμικο;» «Είσαι σίγουρη ότι δεν είπα κάτι κακό;» «Είσαι 100% σίγουρος ότι δεν θα πεθάνεις;» Ο γονέας απαντά «ναι». Το παιδί ηρεμεί για λίγα λεπτά και μετά ξαναρωτά. Η επιβεβαίωση έχει τότε αρχίσει να λειτουργεί όπως κάθε άλλος καταναγκασμός: προσφέρει προσωρινή ανακούφιση αλλά δεν επιτρέπει στο παιδί να μάθει να ανέχεται την αβεβαιότητα. Η παροχή επαναλαμβανόμενης επιβεβαίωσης αποτελεί μία από τις συχνότερες μορφές οικογενειακής προσαρμογής.
Πώς επηρεάζεται το σχολείο;
Η ΙΨΔ μπορεί να επηρεάσει τη σχολική ζωή με τρόπους που δεν είναι πάντοτε προφανείς. Ένα παιδί μπορεί:
- να διαγράφει και να ξαναγράφει μια απάντηση μέχρι να είναι «τέλεια»,
- να διαβάζει την ίδια πρόταση ξανά και ξανά,
- να χρειάζεται υπερβολικά μεγάλο χρόνο για μια εργασία,
- να μην παραδίδει κάτι επειδή δεν αισθάνεται ότι είναι αρκετά σωστό,
- να αποφεύγει τουαλέτες ή συγκεκριμένους χώρους λόγω φόβου μόλυνσης,
- να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί επειδή ασχολείται με τις ιδεοληψίες του,
- να καθυστερεί στο σχολείο λόγω πρωινών τελετουργιών,
- να ζητά επανειλημμένες διαβεβαιώσεις από εκπαιδευτικούς.
Η εικόνα μπορεί να παρερμηνευτεί ως τελειομανία, αναβλητικότητα ή έλλειψη συγκέντρωσης. Η συνεργασία με το σχολείο μπορεί να είναι χρήσιμη όταν τα συμπτώματα επηρεάζουν σημαντικά τη φοίτηση και τη μάθηση.
Συχνά συνυπάρχουν και άλλες δυσκολίες
Κατά την αξιολόγηση χρειάζεται να εξετάζεται αν υπάρχουν και άλλες ψυχικές ή νευροαναπτυξιακές δυσκολίες. Άγχος, κατάθλιψη, διαταραχές τικ και άλλες καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν με την ΙΨΔ και να επηρεάζουν την κλινική εικόνα και τον θεραπευτικό σχεδιασμό. Ιδιαίτερα όταν υπάρχει σημαντική κατάθλιψη, χρειάζεται να διερευνώνται και αυτοκτονικές σκέψεις ή συμπεριφορές και όχι να θεωρείται ότι κάθε σκέψη γύρω από τον θάνατο αποτελεί απλώς ιδεοληψία.
Πώς γίνεται η αξιολόγηση;
Δεν υπάρχει εξέταση αίματος, μαγνητική τομογραφία ή άλλο μεμονωμένο τεστ που να διαγιγνώσκει την ΙΨΔ. Η διάγνωση βασίζεται σε λεπτομερή κλινική αξιολόγηση. Χρειάζεται να διερευνηθούν:
- το είδος των ιδεοληψιών,
- οι εμφανείς και οι νοητικοί καταναγκασμοί,
- η αποφυγή,
- η αναζήτηση επιβεβαίωσης,
- πόσο χρόνο καταλαμβάνουν τα συμπτώματα,
- πόση δυσφορία προκαλούν,
- η επίδρασή τους στο σχολείο, στις σχέσεις και στην οικογενειακή ζωή,
- ο βαθμός στον οποίο η οικογένεια συμμετέχει στις τελετουργίες,
- η παρουσία άλλων ψυχικών ή αναπτυξιακών δυσκολιών.
Είναι σημαντικό να μιλήσει ο επαγγελματίας και με το ίδιο το παιδί, γιατί ορισμένες ιδεοληψίες και νοητικοί καταναγκασμοί μπορεί να είναι εντελώς άγνωστοι στους γονείς.
Μπορεί να αντιμετωπιστεί;
Ναι. Η ΙΨΔ είναι αντιμετωπίσιμη και υπάρχουν ειδικές ψυχολογικές και φαρμακευτικές παρεμβάσεις με σημαντική τεκμηρίωση. Για τα παιδιά και τους εφήβους, η θεραπευτική προσέγγιση επιλέγεται ανάλογα με την ηλικία, τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, τη λειτουργική επιβάρυνση, τις συνυπάρχουσες δυσκολίες και την ανταπόκριση στη θεραπεία.
Γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία και ERP
Η βασική ψυχολογική θεραπεία είναι η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) που περιλαμβάνει Έκθεση και Παρεμπόδιση Αντίδρασης (Exposure and Response Prevention – ERP). Για παιδιά και εφήβους με μέτρια ή σοβαρή λειτουργική επιβάρυνση, οι κατευθυντήριες οδηγίες τη συνιστούν ως θεραπεία επιλογής, προσαρμοσμένη στην αναπτυξιακή ηλικία και με κατάλληλη συμμετοχή της οικογένειας. Η λογική της ERP είναι σχετικά απλή, αν και η εφαρμογή της χρειάζεται εξειδικευμένο θεραπευτικό σχεδιασμό. Το παιδί μαθαίνει σταδιακά να έρχεται σε επαφή με αυτό που προκαλεί την ιδεοληψία χωρίς να πραγματοποιεί τον συνηθισμένο καταναγκασμό. Για παράδειγμα, ένα παιδί με φόβο μόλυνσης μπορεί σταδιακά να αγγίζει αντικείμενα που θεωρεί «βρώμικα» και να καθυστερεί ή να παραλείπει το τελετουργικό πλύσιμο. Με επαναλαμβανόμενη εξάσκηση μαθαίνει ότι μπορεί να αντέξει το άγχος, ότι αυτό μειώνεται και χωρίς τον καταναγκασμό και ότι δεν χρειάζεται να αποκτήσει απόλυτη βεβαιότητα για να συνεχίσει τη ζωή του. Η θεραπεία δεν σημαίνει ότι το παιδί εκτίθεται απότομα στον μεγαλύτερο φόβο του. Η έκθεση οργανώνεται σταδιακά και συνεργατικά, ξεκινώντας συνήθως από περισσότερο διαχειρίσιμες καταστάσεις.
Ο ρόλος της οικογένειας στη θεραπεία
Η συμμετοχή των γονέων είναι ιδιαίτερα σημαντική στην παιδική ΙΨΔ. Ο στόχος δεν είναι να αναλάβουν τον ρόλο του θεραπευτή αλλά να μάθουν πώς να υποστηρίζουν το παιδί χωρίς, από φόβο ή αγάπη, να ενισχύουν άθελά τους τις απαιτήσεις της διαταραχής. Οι οικογενειακές προσαρμογές συνήθως μειώνονται κατά τη διάρκεια αποτελεσματικής γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας. Ένα χρήσιμο μήνυμα προς το παιδί μπορεί να είναι: «Ξέρω ότι το άγχος σου είναι πραγματικό και ότι αυτό είναι δύσκολο. Θέλω να σε βοηθήσω να το αντιμετωπίσεις, όχι να βοηθήσω την ΙΨΔ να σου ζητά όλο και περισσότερα πράγματα.» Έτσι διατηρείται η υποστήριξη χωρίς να επιβεβαιώνεται ο ιδεοληπτικός φόβος.
Φαρμακευτική θεραπεία
Σε ορισμένα παιδιά και εφήβους μπορεί να χρειαστεί και φαρμακευτική θεραπεία. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνότερα είναι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs). Η απόφαση εξαρτάται από τη βαρύτητα της ΙΨΔ, τη λειτουργική επιβάρυνση, το αν το παιδί μπορεί να συμμετάσχει αποτελεσματικά στη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία και την ανταπόκρισή του σε αυτή. Στα παιδιά και στους εφήβους η φαρμακευτική αγωγή χρειάζεται να χορηγείται στο πλαίσιο ολοκληρωμένης αξιολόγησης και με συστηματική παρακολούθηση. Η θεραπευτική ανταπόκριση μπορεί να χρειαστεί αρκετές εβδομάδες και η δόση δεν πρέπει να τροποποιείται χωρίς την καθοδήγηση του θεράποντος ιατρού. Οι οδηγίες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην τακτική παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες και, όταν υπάρχει συνυπάρχουσα κατάθλιψη, για πιθανές αυτοκτονικές σκέψεις ή συμπεριφορές. Δεν χρειάζεται κάθε παιδί με ΙΨΔ φαρμακευτική αγωγή. Σε αρκετές περιπτώσεις η κατάλληλα εφαρμοσμένη CBT με ERP αποτελεί επαρκή θεραπεία.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;
Πρώτα από όλα, είναι σημαντικό να αντιμετωπίζουν τις ιδεοληψίες χωρίς κριτική. Ένα παιδί που αποκαλύπτει μια τρομακτική ή ντροπιαστική σκέψη χρειάζεται να γνωρίζει ότι η ύπαρξη της σκέψης δεν το κάνει κακό ή επικίνδυνο. Βοηθά επίσης οι γονείς:
- να προσπαθούν να καταλάβουν ποια συμπτώματα ανήκουν στην ΙΨΔ,
- να αποφεύγουν χαρακτηρισμούς όπως «παραλογίζεσαι» ή «σταμάτα τις ανοησίες»,
- να μην τιμωρούν το παιδί για τους καταναγκασμούς,
- να παρατηρούν πόσο έχει αρχίσει η οικογένεια να αλλάζει τη ζωή της γύρω από τις τελετουργίες,
- να μην προσπαθούν να καταργήσουν απότομα όλες τις τελετουργίες χωρίς θεραπευτική καθοδήγηση,
- να ενθαρρύνουν το παιδί για την προσπάθεια να αντισταθεί στην ΙΨΔ και όχι μόνο για την πλήρη επιτυχία,
- να συνεργάζονται με το σχολείο όταν τα συμπτώματα επηρεάζουν σημαντικά τη φοίτηση ή τη μάθηση.
Τι δεν βοηθά;
Το να λέμε: «Αφού ξέρεις ότι δεν έχει λογική, απλώς σταμάτα.» δεν βοηθά. Το παιδί μπορεί ήδη να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά είναι υπερβολική αλλά να βιώνει πολύ έντονο άγχος όταν προσπαθεί να αντισταθεί. Δεν βοηθά επίσης να οργανώνεται όλο και περισσότερο η οικογενειακή ζωή γύρω από την αποφυγή των φόβων ή την εκτέλεση των τελετουργιών. Αν και αυτό μειώνει το άγχος βραχυπρόθεσμα, η οικογενειακή προσαρμογή συνδέεται σταθερά με μεγαλύτερη βαρύτητα των συμπτωμάτων.
Πότε χρειάζεται αξιολόγηση;
Αξίζει να ζητηθεί επαγγελματική αξιολόγηση όταν:
- οι σκέψεις ή οι τελετουργίες επαναλαμβάνονται συστηματικά,
- το παιδί υποφέρει ή αισθάνεται ότι δεν μπορεί να τις ελέγξει,
- χρειάζεται όλο και περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσει τις καθημερινές δραστηριότητες,
- καθυστερεί συστηματικά στο σχολείο ή στις δραστηριότητές του λόγω τελετουργιών,
- αποφεύγει όλο και περισσότερα μέρη, αντικείμενα ή ανθρώπους,
- χρειάζεται συνεχή επιβεβαίωση από γονείς ή εκπαιδευτικούς,
- οι οικογενειακές δραστηριότητες έχουν αρχίσει να οργανώνονται γύρω από τα συμπτώματα,
- υπάρχει σημαντική πτώση στη σχολική ή κοινωνική λειτουργία,
- το παιδί αισθάνεται έντονη ντροπή, απελπισία ή κατάθλιψη.
Όσο περισσότερο η ΙΨΔ αρχίζει να αποφασίζει τι μπορεί να αγγίξει το παιδί, πού μπορεί να πάει, τι μπορεί να σκεφτεί, πόσο χρόνο χρειάζεται για να κάνει κάτι και τι πρέπει να κάνουν οι υπόλοιποι άνθρωποι γύρω του, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση.
Ο στόχος δεν είναι να μην έχει ποτέ ξανά ανεπιθύμητες σκέψεις
Όλοι οι άνθρωποι μπορεί κατά καιρούς να έχουν παράξενες, ανεπιθύμητες ή δυσάρεστες σκέψεις. Στην ΙΨΔ το πρόβλημα δεν είναι απλώς η εμφάνιση μιας τέτοιας σκέψης αλλά το νόημα που αποκτά και ο κύκλος των καταναγκασμών που δημιουργείται γύρω της. Ο θεραπευτικός στόχος επομένως δεν είναι να αποκτήσει το παιδί απόλυτο έλεγχο πάνω στο τι περνά από το μυαλό του ούτε να είναι πάντοτε 100% βέβαιο ότι τίποτε κακό δεν πρόκειται να συμβεί. Είναι να μάθει ότι μπορεί να έχει μια ανεπιθύμητη σκέψη ή να αισθάνεται αβεβαιότητα χωρίς να χρειάζεται να απαντήσει σε αυτή με τελετουργίες, αποφυγή ή ατελείωτη αναζήτηση βεβαιότητας. Με κατάλληλη θεραπεία, πολλά παιδιά και έφηβοι μπορούν να μειώσουν σημαντικά την επίδραση της ΙΨΔ και να επανέλθουν στις δραστηριότητες, στις σχέσεις και στην καθημερινότητα που είχαν αρχίσει να περιορίζονται από τη διαταραχή.


