Όταν ένας γονέας ανακαλύπτει ότι το παιδί του πήρε χρήματα, ένα αντικείμενο από ένα κατάστημα ή κάτι που ανήκει σε συμμαθητή, η αντίδραση μπορεί να είναι έντονη. Συχνά εμφανίζονται θυμός, απογοήτευση και φόβος ότι η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί ένδειξη σοβαρού προβλήματος χαρακτήρα ή ότι το παιδί «μπαίνει σε κακό δρόμο». Ένα μεμονωμένο περιστατικό κλοπής, όμως, δεν επιτρέπει τέτοια συμπεράσματα. Η σημασία της συμπεριφοράς εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, το αν κατανοεί την έννοια της ιδιοκτησίας, τι ακριβώς πήρε, από ποιον, για ποιο λόγο, αν το περιστατικό επαναλαμβάνεται και αν υπάρχουν παράλληλα άλλες σημαντικές δυσκολίες στη συμπεριφορά ή στην ψυχική του κατάσταση.
Στα πολύ μικρά παιδιά το «παίρνω» δεν σημαίνει πάντοτε «κλέβω»
Ένα παιδί 2 ή 3 ετών μπορεί να δει ένα ελκυστικό παιχνίδι στο σπίτι ενός φίλου, να το βάλει στην τσέπη του και να φύγει μαζί του. Από την οπτική του ενήλικα το αντικείμενο δεν του ανήκει. Το μικρό παιδί όμως δεν έχει ακόμη κατακτήσει πλήρως την έννοια της προσωπικής ιδιοκτησίας και τους κοινωνικούς κανόνες που τη συνοδεύουν. Η κατανόηση ότι κάποια αντικείμενα ανήκουν σε εμένα και άλλα σε κάποιον άλλο, ότι πρέπει να ζητήσω άδεια πριν τα πάρω και ότι η επιθυμία μου για ένα αντικείμενο δεν μου δίνει δικαίωμα να το αποκτήσω αναπτύσσεται σταδιακά. Περίπου στην ηλικία των 3–5 ετών τα περισσότερα παιδιά μπορούν πλέον να αρχίσουν να κατανοούν ότι η αφαίρεση ενός αντικειμένου που ανήκει σε άλλον είναι λανθασμένη. Σε ένα πολύ μικρό παιδί επομένως η κατάλληλη αντίδραση είναι κυρίως εκπαιδευτική: «Αυτό το αυτοκινητάκι ανήκει στον Γιάννη. Δεν παίρνουμε πράγματα που ανήκουν σε άλλους χωρίς να ρωτήσουμε. Θα το επιστρέψουμε.» Δεν χρειάζεται να χαρακτηριστεί το παιδί «κλέφτης» ούτε να αντιμετωπιστεί η συμπεριφορά σαν απόδειξη σοβαρού ηθικού προβλήματος.
Η έννοια της ιδιοκτησίας χρειάζεται να διδαχθεί
Τα παιδιά μαθαίνουν σταδιακά τι σημαίνει «δικό μου», «δικό σου» και «κοινό». Μαθαίνουν επίσης τη διαφορά ανάμεσα στο να δανείζομαι κάτι με άδεια και στο να το παίρνω χωρίς να ρωτήσω. Οι καθημερινές καταστάσεις προσφέρουν πολλές ευκαιρίες: «Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το μολύβι της αδελφής σου, αλλά πρώτα τη ρωτάς.» «Αυτό είναι παιχνίδι του σχολείου και μένει στο σχολείο.» «Αν βρούμε κάτι που δεν είναι δικό μας, προσπαθούμε να βρούμε σε ποιον ανήκει.» Η ηθική κατανόηση δεν αναπτύσσεται από μία μεγάλη συζήτηση για την ειλικρίνεια. Δημιουργείται μέσα από πολλές μικρές καθημερινές εμπειρίες, κανόνες και παραδείγματα.
Γιατί κλέβουν μεγαλύτερα παιδιά και έφηβοι;
Μετά την ηλικία κατά την οποία το παιδί κατανοεί ότι η κλοπή είναι λανθασμένη, οι λόγοι μπορεί να είναι πολύ διαφορετικοί. Η ίδια συμπεριφορά δεν έχει πάντοτε την ίδια ψυχολογική σημασία. Ένα παιδί ή ένας έφηβος μπορεί να πάρει κάτι επειδή το θέλει αλλά δεν έχει χρήματα, επειδή θέλει να αποκτήσει ένα αντικείμενο που έχουν οι φίλοι του, επειδή προσπαθεί να εντυπωσιάσει την παρέα ή να αποδείξει ότι είναι «τολμηρός». Μπορεί να κλέψει κάτι για να το προσφέρει σε φίλους και να κερδίσει την αποδοχή τους ή επειδή δυσκολεύεται να ζητήσει από τους γονείς κάτι που χρειάζεται. Σε ορισμένες περιπτώσεις η πράξη μπορεί να συνδέεται με θυμό, αίσθηση αδικίας ή ανάγκη για περισσότερη προσοχή μέσα στην οικογένεια. Αυτές είναι πιθανές εξηγήσεις, όχι έτοιμες διαγνώσεις. Δεν πρέπει κάθε παιδί που πήρε χρήματα από την τσάντα της μητέρας του να ερμηνεύεται αυτομάτως ως παιδί που «ζητά αγάπη» ή εκδικείται τους γονείς του. Χρειάζεται να καταλάβουμε τι συνέβη στο συγκεκριμένο περιστατικό.
Η ερώτηση «γιατί το έκανες;» δεν έχει πάντοτε εύκολη απάντηση
Οι γονείς συχνά ρωτούν αμέσως: «Γιατί το έκανες;» Το παιδί μπορεί πραγματικά να μη γνωρίζει ή να μην μπορεί να εξηγήσει με σαφήνεια το κίνητρό του. Μπορεί επίσης να ντρέπεται ή να φοβάται τις συνέπειες και να απαντήσει «δεν ξέρω». Μερικές περισσότερο συγκεκριμένες ερωτήσεις είναι συχνά χρήσιμες: «Τι έγινε πριν το πάρεις;» «Τι σκεφτόσουν ότι θα κάνεις με αυτό;» «Ήταν κάποιος άλλος μαζί σου;» «Σου είπε κάποιος να το πάρεις;» «Είχες σκεφτεί από πριν ότι θα το κάνεις ή αποφάσισες εκείνη τη στιγμή;» «Πώς αισθάνθηκες μετά;» Οι απαντήσεις μπορούν να βοηθήσουν να διαχωριστεί μια παρορμητική πράξη από μια προσχεδιασμένη συμπεριφορά, την πίεση της παρέας, μια ανάγκη ή ένα ευρύτερο επαναλαμβανόμενο πρότυπο.
Η πίεση της παρέας μπορεί να έχει σημαντικό ρόλο
Ιδιαίτερα στην προεφηβεία και την εφηβεία, ένα παιδί μπορεί να κλέψει όχι επειδή επιθυμεί ιδιαίτερα το αντικείμενο αλλά επειδή η πράξη έχει αποκτήσει κοινωνική σημασία. Η παρέα μπορεί να προκαλεί κάποιον: «Δεν τολμάς να το πάρεις.» ή να αντιμετωπίζει την κλοπή από κατάστημα ως αστείο, παιχνίδι ή δοκιμασία θάρρους. Σε άλλες περιπτώσεις ο έφηβος μπορεί να κλέβει χρήματα ή αντικείμενα για να μπορεί να συμμετέχει στις δραστηριότητες μιας παρέας ή να αγοράζει πράγματα που θεωρεί απαραίτητα για να γίνει αποδεκτός. Η ανάγκη κοινωνικής αποδοχής αναφέρεται ως ένας από τους λόγους για τους οποίους μεγαλύτερα παιδιά μπορεί να κλέψουν. Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού δεν απαλλάσσει το παιδί από την ευθύνη του. Βοηθά όμως να σχεδιαστεί αποτελεσματικότερη πρόληψη για την επόμενη φορά.
Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς όταν ανακαλύψουν την κλοπή;
Η πρώτη αντίδραση χρειάζεται να είναι σαφής αλλά όχι ταπεινωτική. Το παιδί πρέπει να καταλάβει ότι η συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή. Ταυτόχρονα, η κλινική καθοδήγηση συνιστά να αποφεύγονται οι μεγάλες διαλέξεις, οι προβλέψεις ότι «θα καταλήξεις εγκληματίας» και οι χαρακτηρισμοί του παιδιού ως «κλέφτη» ή «κακού παιδιού». Η στάση μπορεί να είναι: «Αυτό που έκανες είναι σοβαρό. Πήρες κάτι που δεν σου ανήκε και αυτό δεν επιτρέπεται. Θα το διορθώσουμε και θα συζητήσουμε τι χρειάζεται να γίνει ώστε να μην επαναληφθεί.» Με αυτόν τον τρόπο ο γονέας είναι σαφής για τη συμπεριφορά χωρίς να μετατρέπει τη συμπεριφορά σε ταυτότητα.
Το αντικείμενο πρέπει να επιστραφεί ή να αποκατασταθεί η ζημιά
Μία από τις βασικότερες αρχές είναι ότι το παιδί δεν πρέπει να αποκομίσει όφελος από την κλοπή. Αν έχει πάρει ένα αντικείμενο, χρειάζεται να επιστραφεί. Αν έχει ξοδέψει χρήματα, χρειάζεται να βρεθεί ένας κατάλληλος για την ηλικία τρόπος αποκατάστασης της ζημιάς. Η διαδικασία αυτή βοηθά το παιδί να συνδέσει την πράξη με μια πραγματική συνέπεια και να αναλάβει ευθύνη. Η αποκατάσταση δεν χρειάζεται να μετατρέπεται σε δημόσια διαπόμπευση. Σκοπός δεν είναι να αισθανθεί το παιδί όσο γίνεται περισσότερη ντροπή. Σκοπός είναι να διορθώσει, όσο γίνεται, αυτό που έκανε. Αν πρόκειται για κλοπή από κατάστημα, ο τρόπος επιστροφής ή αποζημίωσης μπορεί να οργανωθεί από τον γονέα με υπευθυνότητα και ανάλογα με τις περιστάσεις.
Μετά την αποκατάσταση, δεν χρησιμοποιούμε το περιστατικό για πάντα εναντίον του
Αφού το παιδί επιστρέψει το αντικείμενο ή αποκαταστήσει τη ζημιά, συζητηθεί η συμπεριφορά και εφαρμοστεί η κατάλληλη συνέπεια, δεν είναι χρήσιμο το περιστατικό να επανέρχεται σε κάθε μελλοντική διαφωνία. Δεν βοηθά: «Εσένα δεν μπορώ να σε εμπιστευτώ ποτέ, αφού θυμάσαι τι έκανες πέρσι.» Η σύσταση είναι, αφού ολοκληρωθεί η αποκατάσταση, το παιδί να έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει χωρίς να του υπενθυμίζεται διαρκώς η πράξη. Αν βέβαια εμφανιστεί νέα κλοπή, τότε υπάρχει νέο γεγονός που χρειάζεται να αξιολογηθεί. Το ζητούμενο είναι να μην μετατραπεί ένα παλιό λάθος σε μόνιμη οικογενειακή ταυτότητα.
Τι γίνεται αν το παιδί αρνείται ότι έκλεψε;
Οι γονείς χρειάζεται πρώτα να είναι όσο γίνεται βέβαιοι για τα γεγονότα. Μια άδικη κατηγορία μπορεί να βλάψει σημαντικά την εμπιστοσύνη. Αν τα στοιχεία είναι σαφή, δεν χρειάζεται μια πολύωρη ανάκριση με στόχο να εξαναγκαστεί το παιδί να ομολογήσει. Μπορεί να ειπωθεί: «Γνωρίζω ότι τα χρήματα ήταν εδώ και τώρα βρίσκονται στην τσάντα σου. Θα ήθελα να μου πεις τι έγινε, αλλά ανεξάρτητα από αυτό χρειάζεται να επιστραφούν.» Αν η κλοπή συνοδεύεται συστηματικά από ψέματα, απόδοση ευθύνης στους άλλους και απουσία ανάληψης ευθύνης, τότε χρειάζεται να εξεταστεί το ευρύτερο πρότυπο συμπεριφοράς και όχι μόνο το συγκεκριμένο περιστατικό. Η επίμονη κλοπή μαζί με άλλες σοβαρές παραβιάσεις κανόνων μπορεί να αποτελεί μέρος ευρύτερων διαταραχών συμπεριφοράς.
Όταν το παιδί παίρνει χρήματα από τους γονείς
Η κλοπή μέσα στην οικογένεια συχνά προκαλεί ιδιαίτερα έντονο θυμό επειδή βιώνεται και ως παραβίαση εμπιστοσύνης. Χρειάζεται όμως η ίδια βασική προσέγγιση: σαφής κανόνας, διερεύνηση του λόγου, αποκατάσταση και κατάλληλη συνέπεια. Έχει επίσης σημασία να μάθουμε για ποιον λόγο χρειάστηκε τα χρήματα. Ένας εννιάχρονος που πήρε χρήματα για να αγοράσει γλυκά, ένας δεκατριάχρονος που τα πήρε για να αγοράσει ένα παιχνίδι που του είχαν αρνηθεί και ένας δεκαεξάχρονος που κλέβει επανειλημμένα μεγάλα ποσά για ουσίες αποτελούν πολύ διαφορετικές κλινικές καταστάσεις. Η συμπεριφορά χρειάζεται να αντιμετωπιστεί σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά η υποκείμενη δυσκολία δεν είναι ίδια.
Όταν παίρνει πράγματα από αδέλφια
Οι συγκρούσεις γύρω από αντικείμενα είναι συχνές μεταξύ αδελφών, ιδιαίτερα σε μικρότερες ηλικίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε περιστατικό χρειάζεται να ονομάζεται «κλοπή». Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, όμως, είναι χρήσιμο να υπάρχουν σαφείς οικογενειακοί κανόνες σχετικά με την ιδιοκτησία και την ιδιωτικότητα. Το γεγονός ότι δύο παιδιά ζουν στο ίδιο σπίτι δεν σημαίνει ότι όλα τα αντικείμενα είναι κοινά. Αν ένα παιδί παίρνει κρυφά και επανειλημμένα χρήματα ή σημαντικά προσωπικά αντικείμενα από αδελφό ή αδελφή, η συμπεριφορά χρειάζεται να αντιμετωπιστεί όπως κάθε άλλη κλοπή: επιστροφή ή αποκατάσταση και διερεύνηση του λόγου. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει αίσθημα αδικίας ή αντιζηλία, ιδιαίτερα αν το παιδί θεωρεί ότι το αδελφάκι του λαμβάνει περισσότερα δώρα, προνόμια ή προσοχή. Αυτό αναφέρεται ως μία πιθανή αιτία κλοπής μεταξύ μεγαλύτερων παιδιών, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι κάθε τέτοια περίπτωση εξηγείται με αυτόν τον τρόπο.
Οι γονείς χρειάζεται να αποτελούν συνεπές πρότυπο
Είναι δύσκολο να διδάξει ένας γονέας ότι δεν παίρνουμε ό,τι δεν μας ανήκει αν το παιδί τον ακούει να υπερηφανεύεται ότι το ταμείο ενός καταστήματος του επέστρεψε κατά λάθος περισσότερα χρήματα και εκείνος τα κράτησε ή τον βλέπει να παίρνει συστηματικά αντικείμενα από την εργασία του για προσωπική χρήση. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από τους κανόνες που τους λέμε αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες εφαρμόζουν αυτούς τους κανόνες στη δική τους συμπεριφορά. Η συνέπεια ανάμεσα σε αυτό που λέει και σε αυτό που κάνει ο γονέας τονίζεται ειδικά στην καθοδήγηση για την παιδική κλοπή. Το ίδιο ισχύει για τη στάση απέναντι σε χαμένα αντικείμενα, πνευματική ιδιοκτησία ή μικρές καθημερινές μορφές ανεντιμότητας.
Δεν χρειάζεται μια υπερβολικά σκληρή τιμωρία
Μια πολύ σκληρή αντίδραση μπορεί να ικανοποιήσει προσωρινά την ανάγκη του γονέα να δείξει «πόσο σοβαρό είναι αυτό που έγινε», αλλά δεν είναι απαραίτητα περισσότερο εκπαιδευτική. Η συνέπεια είναι αποτελεσματικότερη όταν συνδέεται με τη συμπεριφορά. Η επιστροφή του αντικειμένου, η αποκατάσταση της οικονομικής ζημιάς και η προσωρινή απώλεια ενός σχετικού προνομίου μπορούν να έχουν μεγαλύτερο νόημα από μια ακραία ή άσχετη τιμωρία. Για σοβαρά και επίμονα προβλήματα συμπεριφοράς, οι σύγχρονες προσεγγίσεις δίνουν έμφαση σε συνεπή όρια, θετική ενίσχυση κατάλληλης συμπεριφοράς και εκπαίδευση γονέων αντί για προγράμματα που βασίζονται στον φόβο, στην ταπείνωση ή στην «σκληρή αγάπη».
Δεν απειλούμε ότι το παιδί θα γίνει εγκληματίας
Φράσεις όπως: «Από τις κλοπές αρχίζουν όλοι οι εγκληματίες.» «Αν συνεχίσεις έτσι θα καταλήξεις στη φυλακή.» «Δεν θα σε εμπιστευτεί ποτέ κανείς.» δεν βοηθούν ένα παιδί να καταλάβει καλύτερα γιατί η συμπεριφορά είναι λανθασμένη. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργήσουν ντροπή, φόβο και μια αρνητική ταυτότητα. Η συγκεκριμένη πράξη μπορεί να χαρακτηριστεί με σαφήνεια: «Η κλοπή είναι λανθασμένη.» Το παιδί δεν χρειάζεται να χαρακτηριστεί: «Είσαι κλέφτης.» Αυτή η διάκριση αποτελεί μία από τις βασικές συστάσεις της κλινικής καθοδήγησης.
Ένα περιστατικό δεν σημαίνει διαταραχή διαγωγής
Η κλοπή μπορεί να εμφανίζεται ως ένα από τα συμπτώματα της διαταραχής διαγωγής, αλλά μια μεμονωμένη κλοπή δεν επαρκεί σε καμία περίπτωση για αυτή τη διάγνωση. Η διαταραχή διαγωγής χαρακτηρίζεται από ένα επίμονο και σοβαρότερο πρότυπο παραβίασης των δικαιωμάτων των άλλων και σημαντικών κοινωνικών κανόνων. Το πρότυπο μπορεί να περιλαμβάνει επιθετικότητα προς ανθρώπους ή ζώα, καταστροφή περιουσίας, εξαπάτηση ή κλοπές και σοβαρές παραβιάσεις κανόνων. Η συμπεριφορά προκαλεί σημαντικές δυσκολίες σε περισσότερους τομείς της ζωής. Επομένως, το ερώτημα δεν είναι απλώς «έκλεψε;», αλλά αν υπάρχει ευρύτερο, επίμονο πρότυπο σοβαρών συμπεριφορών. Η κλοπή επίσης δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της εναντιωματικής προκλητικής διαταραχής καθαυτής. Η σύγχρονη διαγνωστική περιγραφή διαχωρίζει την εναντιωματική συμπεριφορά από σοβαρότερες παραβιάσεις δικαιωμάτων όπως η κλοπή και η καταστροφή περιουσίας.
Η επίμονη κλοπή μπορεί να χρειάζεται ευρύτερη αξιολόγηση
Όταν οι κλοπές επαναλαμβάνονται παρά τις σαφείς συνέπειες και τις προσπάθειες των γονέων, είναι σημαντικό να μη μένουμε μόνο στην ηθική διάσταση. Χρειάζεται να διερευνηθούν η παρορμητικότητα, η σχέση με τους συνομηλίκους, η σχολική λειτουργία, η χρήση ουσιών, το οικογενειακό περιβάλλον, η διάθεση και άλλες συμπεριφορικές ή αναπτυξιακές δυσκολίες. Σε παιδιά και εφήβους που προσέρχονται σε ψυχιατρικές υπηρεσίες, το ιστορικό κλοπών συνδέεται συχνά με άλλες κλινικές και οικογενειακές δυσκολίες και όχι με μία μοναδική διάγνωση. Αυτό υπογραμμίζει ότι η επαναλαμβανόμενη κλοπή χρειάζεται συνολική αξιολόγηση και όχι αυτόματη ερμηνεία. Η αρχική κλινική καθοδήγηση επίσης συνιστά αξιολόγηση όταν η κλοπή επιμένει ή συνυπάρχει με άλλες σημαντικές δυσκολίες στη συμπεριφορά ή στη συναισθηματική ανάπτυξη.
Η κλεπτομανία είναι κάτι διαφορετικό
Ο όρος «κλεπτομανία» χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή γλώσσα για κάποιον που κλέβει επανειλημμένα. Κλινικά όμως σημαίνει κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και είναι σπάνια διαταραχή. Στην κλεπτομανία υπάρχει επαναλαμβανόμενη αδυναμία αντίστασης σε μια έντονη παρόρμηση για κλοπή αντικειμένων τα οποία το άτομο δεν χρειάζεται για προσωπική χρήση ή για την οικονομική τους αξία. Συνήθως προηγείται αυξανόμενη εσωτερική ένταση και η πράξη συνοδεύεται από αίσθημα ανακούφισης ή ικανοποίησης. Στη συνέχεια μπορεί να εμφανιστούν ενοχή και ντροπή. Η κλοπή είναι περισσότερο παρορμητική παρά προσχεδιασμένη με στόχο οικονομικό όφελος. Η κλεπτομανία μπορεί να αρχίσει στην εφηβεία, αλλά η ηλικία έναρξης παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση. Η διάγνωση θεωρείται ασυνήθιστη. Ένας έφηβος που κλέβει ακριβά αντικείμενα επειδή τα θέλει, τα πουλάει ή τα χρειάζεται για να αποκτήσει χρήματα δεν έχει αυτομάτως κλεπτομανία.
Δεν χρησιμοποιούμε την κλεπτομανία ως εύκολη εξήγηση
Αν ένα παιδί ή ένας έφηβος κλέβει πολλές φορές, οι γονείς μπορεί να αναρωτηθούν αν «δεν μπορεί να το ελέγξει». Αυτό χρειάζεται να διερευνηθεί κλινικά και όχι να υποτεθεί. Στην κλεπτομανία η φύση της παρόρμησης, η απουσία πρακτικού κινήτρου, η ένταση πριν από την πράξη και η ανακούφιση μετά είναι σημαντικά στοιχεία. Η διαταραχή χρειάζεται επίσης να διαχωρίζεται από κλοπές που εμφανίζονται στο πλαίσιο άλλων ψυχικών καταστάσεων ή ευρύτερης παραβατικής συμπεριφοράς. Η θεραπεία, όταν υπάρχει πραγματική κλεπτομανία, χρειάζεται εξειδικευμένη ψυχιατρική αξιολόγηση και μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοθεραπευτική και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, φαρμακευτική αντιμετώπιση. Τα ειδικά δεδομένα για παιδιά και εφήβους είναι περιορισμένα, επομένως δεν είναι σωστό να μεταφέρονται απευθείας όλες οι θεραπευτικές προσεγγίσεις των ενηλίκων στους νέους.
Τι γίνεται αν το παιδί δείχνει ελάχιστη ενοχή;
Δεν αντιδρούν όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο όταν αποκαλύπτεται μια κλοπή. Ένα παιδί μπορεί να κλάψει αμέσως. Ένα άλλο μπορεί να προσπαθήσει να κρύψει τη ντροπή του με θυμό. Ένα τρίτο μπορεί να αρνηθεί ότι έκανε κάτι σοβαρό. Επομένως, η αντίδραση σε μία συγκεκριμένη στιγμή δεν αρκεί για να βγάλουμε συμπέρασμα σχετικά με την ενσυναίσθηση ή τον χαρακτήρα του παιδιού. Περισσότερη σημασία έχει το επαναλαμβανόμενο πρότυπο. Αν το παιδί κλέβει συστηματικά, εξαπατά, κατηγορεί πάντοτε άλλους, αγνοεί τις συνέπειες για τα θύματα και παράλληλα παρουσιάζει άλλες σοβαρές παραβιάσεις κανόνων, τότε χρειάζεται ολοκληρωμένη αξιολόγηση.
Η εμπιστοσύνη μπορεί να αποκατασταθεί σταδιακά
Μετά από μια κλοπή οι γονείς μπορεί να αισθάνονται ότι δεν μπορούν πλέον να εμπιστευθούν το παιδί. Είναι λογικό να υπάρξει προσωρινά μεγαλύτερη επίβλεψη, ιδιαίτερα αν το περιστατικό ήταν σοβαρό ή έχει επαναληφθεί. Η εμπιστοσύνη όμως δεν είναι χρήσιμο να παρουσιάζεται ως κάτι που χάθηκε για πάντα. Μπορεί να ειπωθεί: «Αυτή τη στιγμή χρειάζεται να ελέγχουμε λίγο περισσότερο τα χρήματα επειδή αυτό που έγινε ήταν σοβαρό. Όσο βλέπουμε ότι είσαι συνεπής, θα επιστρέφουμε σταδιακά στην προηγούμενη κατάσταση.» Έτσι υπάρχει πραγματική συνέπεια χωρίς να δημιουργείται η αντίληψη ότι το παιδί δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει.
Το σχολείο χρειάζεται να αντιμετωπίζει το περιστατικό χωρίς δημόσια διαπόμπευση
Όταν η κλοπή γίνεται στο σχολείο, είναι χρήσιμη η συνεργασία μεταξύ οικογένειας και εκπαιδευτικών. Χρειάζεται να αποσαφηνιστεί τι συνέβη, να επιστραφεί το αντικείμενο και να εφαρμοστούν οι προβλεπόμενες σχολικές συνέπειες. Δεν είναι χρήσιμο το παιδί να εκτίθεται δημόσια στην τάξη ή να αποκτά μόνιμη φήμη ως «το παιδί που κλέβει». Η συμπεριφορά πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλά η επανένταξη στην ομάδα μετά την αποκατάσταση είναι επίσης σημαντική. Αν εμφανίζονται επανειλημμένες κλοπές στο σχολείο μαζί με ψέματα, επιθετικότητα, απουσίες ή άλλες σημαντικές δυσκολίες, οι πληροφορίες από τους εκπαιδευτικούς είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για τη συνολική αξιολόγηση. Οι σύγχρονες προσεγγίσεις των σοβαρών προβλημάτων συμπεριφοράς βασίζονται σε πληροφορίες από διαφορετικά περιβάλλοντα και όχι μόνο από το σπίτι.
Πότε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια;
Ένα μεμονωμένο περιστατικό κλοπής δεν απαιτεί συνήθως παιδοψυχιατρική αξιολόγηση, εφόσον το παιδί κατανοεί το λάθος, αποκαθιστά τη ζημιά και η συμπεριφορά δεν επαναλαμβάνεται.
Αξιολόγηση είναι περισσότερο χρήσιμη όταν:
- οι κλοπές επαναλαμβάνονται παρά τη σταθερή αντιμετώπιση,
- το παιδί παίρνει ολοένα μεγαλύτερα ποσά ή αντικείμενα,
- υπάρχει συστηματική εξαπάτηση ή σοβαρή παραβίαση άλλων κανόνων,
- συνυπάρχουν επιθετικότητα, καταστροφή περιουσίας, φυγές, σοβαρές απουσίες από το σχολείο ή χρήση ουσιών,
- η συμπεριφορά έχει αρχίσει να δημιουργεί σημαντικά σχολικά, οικογενειακά ή νομικά προβλήματα,
- υπάρχει υποψία ότι το παιδί εξαναγκάζεται ή πιέζεται από άλλους,
- η κλοπή εμφανίστηκε μαζί με σημαντική αλλαγή στη διάθεση ή στη συνολική συμπεριφορά,
- το παιδί περιγράφει επανειλημμένα ακατανίκητη παρόρμηση να κλέψει χωρίς να χρειάζεται τα αντικείμενα.
Η αξιολόγηση δεν γίνεται απλώς για να δοθεί μια διάγνωση. Στόχος είναι να κατανοηθεί τι εξυπηρετεί ή τι προκαλεί τη συμπεριφορά και να αντιμετωπιστούν οι παράγοντες που την συντηρούν.
Πώς αντιμετωπίζεται η επίμονη κλοπή;
Δεν υπάρχει μία θεραπεία για «τα παιδιά που κλέβουν», επειδή οι αιτίες μπορεί να είναι πολύ διαφορετικές. Αν η συμπεριφορά σχετίζεται με παρορμητικότητα, χρειάζεται να αντιμετωπιστεί αυτή. Αν είναι μέρος ευρύτερης διαταραχής διαγωγής, το θεραπευτικό σχέδιο αφορά συνολικά το πρότυπο συμπεριφοράς. Αν σχετίζεται με προβλήματα στην οικογένεια, στις σχέσεις ή στους συνομηλίκους, αυτά χρειάζεται επίσης να αντιμετωπιστούν. Για σοβαρές διαταραχές συμπεριφοράς στα παιδιά και στους εφήβους χρησιμοποιούνται, ανάλογα με την ηλικία και την εικόνα, παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν εκπαίδευση γονέων στη διαχείριση συμπεριφοράς, εκπαίδευση του παιδιού σε κοινωνική επίλυση προβλημάτων και οικογενειακές παρεμβάσεις.
Επίσης πρέπει να δίνεται έμφαση στην αναζήτηση των λόγων που βρίσκονται πίσω από την ανάγκη του παιδιού να κλέβει και, όταν υπάρχουν σχετικές δυσκολίες, στη βελτίωση της εμπιστοσύνης και των οικογενειακών σχέσεων.
Το βασικό μήνυμα προς το παιδί
Η καλύτερη στάση συνδυάζει τρία μηνύματα: «Αυτό που έκανες είναι λάθος.» «Χρειάζεται να διορθώσεις όσο μπορείς τη ζημιά.» «Αυτό που έκανες δεν καθορίζει ποιος είσαι και περιμένω από εσένα να κάνεις διαφορετική επιλογή την επόμενη φορά.» Η απουσία συνέπειας δεν βοηθά. Ούτε όμως βοηθά η ντροπή, η ταπείνωση και η ιδέα ότι ένα παιδί που έκλεψε μία φορά έχει αποκτήσει έναν μόνιμα ελαττωματικό χαρακτήρα. Στις περισσότερες μεμονωμένες περιπτώσεις ο στόχος είναι η μάθηση και η αποκατάσταση. Όταν η κλοπή επιμένει, τότε χρειάζεται να μετακινηθούμε από το ερώτημα «πώς θα το τιμωρήσουμε περισσότερο;» στο σημαντικότερο ερώτημα «γιατί αυτή η συμπεριφορά συνεχίζεται και τι χρειάζεται να αλλάξει;».


