Η μετακόμιση σε ένα νέο σπίτι, μια νέα γειτονιά ή μια άλλη πόλη μπορεί να είναι μια θετική αλλαγή για μια οικογένεια. Μπορεί να συνδέεται με καλύτερες συνθήκες κατοικίας, μια νέα εργασία, επιστροφή κοντά σε συγγενείς ή άλλες ευκαιρίες. Για το παιδί, όμως, η ίδια αλλαγή μπορεί ταυτόχρονα να σημαίνει ότι αφήνει πίσω του το σπίτι που γνωρίζει, τους φίλους του, το σχολείο, τη γειτονιά και ένα ολόκληρο σύστημα καθημερινών συνηθειών που του προσέφερε προβλεψιμότητα. Η μετακόμιση αποτελεί επομένως σημαντική μετάβαση και μπορεί να είναι πηγή ουσιαστικού στρες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα δημιουργήσει αναγκαστικά ψυχολογικό πρόβλημα. Η προσαρμογή εξαρτάται από την ηλικία και την ιδιοσυγκρασία του παιδιού, τον λόγο της μετακόμισης, το αν αλλάζει παράλληλα σχολείο, το πόσο σημαντικούς δεσμούς αφήνει πίσω του και το πόση σταθερότητα διατηρείται μέσα στην οικογένεια. Η μετακόμιση μπορεί να είναι περισσότερο απαιτητική όταν συμπίπτει με άλλες σημαντικές αλλαγές, όπως διαζύγιο, θάνατο, οικονομική δυσκολία ή άλλη οικογενειακή αναστάτωση.
Το παιδί μπορεί να χαίρεται και να στενοχωριέται ταυτόχρονα
Οι ενήλικες συχνά παρουσιάζουν τη μετακόμιση ως κάτι θετικό: «Θα έχουμε μεγαλύτερο σπίτι.» «Θα έχεις δικό σου δωμάτιο.» «Η νέα πόλη είναι πολύ καλύτερη.» Όλα αυτά μπορεί να είναι αληθινά. Δεν αναιρούν όμως την απώλεια όσων αφήνει πίσω του το παιδί. Ένα παιδί μπορεί να ενθουσιάζεται με το νέο δωμάτιο και ταυτόχρονα να θρηνεί επειδή δεν θα βλέπει καθημερινά τον καλύτερό του φίλο. Ένας έφηβος μπορεί να καταλαβαίνει απόλυτα γιατί η μετακόμιση είναι αναγκαία για την οικογένεια και παράλληλα να είναι θυμωμένος επειδή του ζητείται να εγκαταλείψει την παρέα του. Οι γονείς βοηθούν περισσότερο όταν επιτρέπουν να συνυπάρχουν αυτά τα συναισθήματα αντί να προσπαθούν να πείσουν το παιδί ότι «θα είναι όλα καλύτερα». Η έρευνα και η κλινική εμπειρία δείχνουν ότι οι μετακινήσεις μπορούν να διακόπτουν κοινωνικούς δεσμούς και να απαιτούν σημαντική νέα προσαρμογή, ιδιαίτερα όταν επαναλαμβάνονται.
Γιατί η μετακόμιση μπορεί να είναι δύσκολη;
Ένα σπίτι δεν είναι μόνο ένα κτίριο. Για το παιδί συνδέεται με συγκεκριμένους ανθρώπους, χώρους, μυρωδιές, διαδρομές, καθημερινές τελετουργίες και αναμνήσεις. Ένα μικρό παιδί γνωρίζει πού βρίσκεται το δωμάτιό του και πού κοιμούνται οι γονείς. Ένα παιδί σχολικής ηλικίας γνωρίζει τη διαδρομή προς το σχολείο, την παιδική χαρά και τα σπίτια των φίλων του. Ένας έφηβος έχει διαμορφώσει ένα δίκτυο σχέσεων και μια θέση μέσα στην ομάδα των συνομηλίκων του. Με τη μετακόμιση πολλά από αυτά αλλάζουν ταυτόχρονα. Το παιδί πρέπει να δημιουργήσει ξανά έναν νοητικό και κοινωνικό «χάρτη» της καθημερινής ζωής του. Αυτό εξηγεί γιατί ακόμη και μια μετακόμιση που αντικειμενικά βελτιώνει τις συνθήκες ζωής μπορεί προσωρινά να συνοδεύεται από άγχος ή δυσφορία.
Τα μικρότερα παιδιά αντιλαμβάνονται διαφορετικά τη μετακόμιση
Ένα παιδί προσχολικής ηλικίας δεν κατανοεί πλήρως τι σημαίνει «σε δύο μήνες θα μετακομίσουμε στην άλλη άκρη της πόλης». Σκέφτεται περισσότερο μέσα από συγκεκριμένες καθημερινές εμπειρίες. Μπορεί να ρωτήσει: «Θα πάρουμε και το κρεβάτι μου;» «Θα έρθουν και τα παιχνίδια μου;» «Θα ξέρει η γιαγιά πού μένουμε;» «Θα κοιμάστε κι εσείς στο καινούργιο σπίτι;» Οι ερωτήσεις μπορεί να φαίνονται αυτονόητες σε έναν ενήλικα, αλλά εκφράζουν πραγματικές αβεβαιότητες. Χρειάζεται να απαντώνται απλά και συγκεκριμένα. Σε μικρά παιδιά μπορεί επίσης να εμφανιστεί προσωρινή μεγαλύτερη προσκόλληση στους γονείς, δυσκολία στον ύπνο, μεγαλύτερη ευερεθιστότητα ή επιστροφή σε συμπεριφορές που είχαν ήδη ξεπεραστεί. Μια μεγάλη αλλαγή μπορεί προσωρινά να αυξήσει την ανάγκη για εγγύτητα και προβλεψιμότητα. Η γενικότερη παιδιατρική καθοδήγηση για στρεσογόνες μεταβάσεις τονίζει ότι οι αντιδράσεις στο στρες διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία και ότι η σταθερότητα και η ενημέρωση διευκολύνουν την προσαρμογή.
Στα πρώτα σχολικά χρόνια η αλλαγή μπορεί να είναι ιδιαίτερα απαιτητική
Τα παιδιά που βρίσκονται στην αρχή του δημοτικού εξακολουθούν να προσαρμόζονται στον αποχωρισμό από την οικογένεια, στις νέες σχέσεις με εκπαιδευτικούς και στη δημιουργία φιλιών. Μια μετακόμιση που συνοδεύεται από αλλαγή σχολείου μπορεί να διακόψει αυτή τη διαδικασία και να οδηγήσει προσωρινά το παιδί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από τους γονείς. Για ένα παιδί αυτής της ηλικίας μπορεί να έχουν μεγάλη σημασία πράγματα που οι ενήλικες θεωρούν μικρά: ποιος θα κάθεται δίπλα του, αν θα γνωρίζει τους κανόνες της νέας τάξης, αν τα άλλα παιδιά έχουν ήδη φίλους ή αν η νέα δασκάλα θα γνωρίζει ότι δυσκολεύεται λίγο στην ανάγνωση. Δεν χρειάζεται να υποτιμούμε αυτές τις ανησυχίες λέγοντας ότι «τα παιδιά κάνουν φίλους αμέσως». Μερικά πράγματι προσαρμόζονται πολύ γρήγορα. Άλλα χρειάζονται σημαντικά περισσότερο χρόνο.
Για τους μεγαλύτερους μαθητές οι φίλοι αποκτούν μεγαλύτερη σημασία
Καθώς το παιδί πλησιάζει την προεφηβεία και την εφηβεία, η ομάδα των συνομηλίκων αποκτά κεντρικότερο ρόλο. Για αυτό μια μετακόμιση μπορεί να βιώνεται περισσότερο ως απώλεια κοινωνικής ζωής παρά ως αλλαγή κατοικίας. Ο έφηβος μπορεί να αντιδράσει έντονα, να κατηγορήσει τους γονείς, να ζητήσει να παραμείνει με συγγενείς ή φίλους στην προηγούμενη πόλη ή να επιμένει ότι «του καταστρέφουν τη ζωή». Τέτοιες αντιδράσεις δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι είναι υπερβολικός ή χειριστικός. Η απώλεια της καθημερινής παρουσίας της παρέας μπορεί να έχει πολύ μεγάλη σημασία σε αυτή την αναπτυξιακή περίοδο. Σύγχρονες διαχρονικές μελέτες επίσης υποδεικνύουν ότι οι επαναλαμβανόμενες μετακινήσεις στην εφηβεία συνδέονται με μεγαλύτερο κίνδυνο συναισθηματικών δυσκολιών και χαμηλότερης μετέπειτα ικανοποίησης από τη ζωή, αν και μεγάλο μέρος αυτής της σχέσης επηρεάζεται από το οικογενειακό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνουν οι μετακινήσεις.
Δεν είναι κάθε μετακόμιση ίδια
Έχει μεγάλη διαφορά αν μια οικογένεια μετακινείται λίγα τετράγωνα μακριά και το παιδί συνεχίζει στο ίδιο σχολείο ή αν μετακομίζει σε άλλη χώρα, αλλάζει γλώσσα, σχολικό σύστημα και κοινωνικό περιβάλλον. Σημασία έχει επίσης ο λόγος της μετακόμισης. Μια προγραμματισμένη αλλαγή σε καλύτερο σπίτι μπορεί να βιώνεται διαφορετικά από μια αναγκαστική μετακίνηση λόγω οικονομικού προβλήματος, οικογενειακού χωρισμού ή άλλης κρίσης. Όταν η μετακόμιση συνοδεύεται από πολλές άλλες απώλειες, δεν είναι πάντα δυνατό να διαχωρίσουμε την επίδραση της αλλαγής κατοικίας από την επίδραση του συνολικού στρες. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο χρειάζεται προσοχή όταν ερμηνεύουμε τις ερευνητικές συσχετίσεις μεταξύ συχνών μετακινήσεων και ψυχικής υγείας: η μετακόμιση συχνά αποτελεί και δείκτη άλλων αλλαγών στη ζωή της οικογένειας.
Πότε λέμε στο παιδί ότι θα μετακομίσουμε;
Συνήθως είναι καλύτερο το παιδί να ενημερωθεί όταν η απόφαση έχει γίνει αρκετά συγκεκριμένη ώστε οι γονείς να μπορούν να απαντήσουν στα βασικά ερωτήματά του. Δεν βοηθά να το μάθει τυχαία επειδή άκουσε μια συζήτηση ενηλίκων ή επειδή είδε ξαφνικά κούτες στο σπίτι. Η αίσθηση ότι σημαντικές αποφάσεις γίνονται κρυφά μπορεί να αυξήσει την ανασφάλεια. Η εξήγηση χρειάζεται να είναι σαφής: «Ο μπαμπάς θα δουλεύει σε άλλη πόλη και γι' αυτό αποφασίσαμε να μετακομίσουμε όλοι εκεί.» ή: «Το σπίτι αυτό είναι πλέον πολύ μικρό για εμάς και βρήκαμε ένα άλλο σπίτι όπου θα έχουμε περισσότερο χώρο.» Οι γονείς δεν χρειάζεται να δώσουν στο παιδί όλες τις λεπτομέρειες μιας οικονομικής ή οικογενειακής δυσκολίας, αλλά είναι χρήσιμο να γνωρίζει την αληθινή βασική αιτία της αλλαγής. Η σαφής εξήγηση του λόγου της μετακόμισης αποτελεί μία από τις βασικές συστάσεις για τη διευκόλυνση της προσαρμογής.
Δεν ζητάμε από το παιδί να αποφασίσει κάτι που δεν μπορεί πραγματικά να αποφασίσει
Οι γονείς μπορεί να θέλουν να δώσουν στο παιδί αίσθηση συμμετοχής. Αυτό είναι χρήσιμο, αλλά χρειάζεται να είναι πραγματικό. Αν η μετακόμιση έχει ήδη αποφασιστεί, δεν βοηθά να ρωτήσουμε: «Θέλεις να μετακομίσουμε;» και στη συνέχεια να αγνοήσουμε την απάντηση. Περισσότερο κατάλληλο είναι να του δώσουμε επιλογές σε πράγματα στα οποία πράγματι μπορεί να έχει λόγο: πώς θα οργανωθεί το δωμάτιό του, ποια αντικείμενα θέλει να έχει μαζί του την πρώτη ημέρα, ποιο χρώμα προτιμά ή ποιες από τις διαθέσιμες δραστηριότητες της νέας περιοχής θα ήθελε να δοκιμάσει. Η συμμετοχή στη διαμόρφωση του νέου προσωπικού χώρου συστήνεται ειδικά ως τρόπος να γίνει η αλλαγή περισσότερο οικεία.
Βοηθά να γνωρίσει το νέο περιβάλλον πριν μετακομίσει
Όσο περισσότερα άγνωστα στοιχεία υπάρχουν, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η αβεβαιότητα. Αν είναι πρακτικά δυνατό, το παιδί μπορεί να επισκεφθεί τη νέα περιοχή πριν από τη μετακόμιση. Μπορεί να δει το σπίτι, το σχολείο, την κοντινότερη παιδική χαρά, έναν αθλητικό χώρο ή άλλα σημεία που θα αποτελέσουν μέρος της καθημερινότητάς του. Όταν η μετακόμιση γίνεται μακριά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν φωτογραφίες, χάρτες, βίντεο ή διαδικτυακές εικόνες. Η εξοικείωση με τη νέα περιοχή πριν από την αλλαγή αποτελεί βασική πρακτική σύσταση και μπορεί να μετατρέψει ένα εντελώς άγνωστο μέρος σε κάτι για το οποίο το παιδί έχει ήδη μια πρώτη εικόνα.
Δεν χρειάζεται να «πουλήσουμε» υπερβολικά το νέο μέρος
Είναι λογικό οι γονείς να επισημάνουν στοιχεία που μπορεί να αρέσουν στο παιδί: ένα πάρκο, μια αθλητική εγκατάσταση, τη θάλασσα, ένα μεγαλύτερο δωμάτιο ή μια δραστηριότητα που το ενδιαφέρει. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να δημιουργήσει κάτι θετικό που το παιδί περιμένει. Δεν χρειάζεται όμως να μετατραπεί σε προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η παλιά ζωή δεν είχε αξία. Αν ο γονέας λέει συνεχώς «το νέο σχολείο θα είναι πολύ καλύτερο», ενώ το παιδί αγαπά το παλιό του σχολείο, μπορεί να αισθανθεί ότι οι ενήλικες δεν καταλαβαίνουν τι χάνει. Μια περισσότερο ισορροπημένη στάση είναι: «Ξέρω ότι είναι δύσκολο να αφήσεις τους φίλους σου. Υπάρχουν όμως και μερικά πράγματα στο καινούργιο μέρος που πιστεύω ότι μπορεί να σου αρέσουν. Θα τα ανακαλύψουμε μαζί.»
Χρειάζεται ένας πραγματικός αποχαιρετισμός
Μερικές φορές οι οικογένειες επικεντρώνονται τόσο πολύ στην πρακτική διαδικασία της μετακόμισης ώστε δεν αφήνουν χρόνο για το κλείσιμο της προηγούμενης περιόδου. Για το παιδί μπορεί να είναι σημαντικό να αποχαιρετήσει φίλους, δασκάλους και αγαπημένα μέρη. Μια τελευταία συνάντηση, φωτογραφίες, ανταλλαγή στοιχείων επικοινωνίας ή ένα μικρό αναμνηστικό μπορούν να βοηθήσουν να δημιουργηθεί αίσθηση συνέχειας αντί για απότομη διακοπή. Δεν χρειάζεται να αποφεύγεται η θλίψη αυτής της στιγμής. Το να στενοχωριέται επειδή αφήνει κάτι σημαντικό αποτελεί φυσιολογική αντίδραση στην απώλεια.
Οι παλιές φιλίες δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθούν
Η δημιουργία νέων σχέσεων δεν προϋποθέτει ότι το παιδί θα ξεχάσει τις προηγούμενες. Η διατήρηση επαφής με φίλους μέσω τηλεφώνου, μηνυμάτων, βιντεοκλήσεων και, όταν είναι δυνατόν, προσωπικών επισκέψεων μπορεί να προσφέρει σημαντική συνέχεια. Η υποστήριξη αυτής της επικοινωνίας αποτελεί διαχρονική σύσταση για τη διευκόλυνση της μετάβασης. Στους εφήβους η ψηφιακή επικοινωνία επιτρέπει σήμερα πολύ μεγαλύτερη διατήρηση των παλιών κοινωνικών δεσμών από ό,τι στο παρελθόν. Χρειάζεται όμως παράλληλα να δημιουργούνται ευκαιρίες για νέες σχέσεις στο νέο περιβάλλον. Αν ο έφηβος παραμένει αποκλειστικά συνδεδεμένος με την προηγούμενη παρέα και αποφεύγει κάθε νέα κοινωνική επαφή για μεγάλο χρονικό διάστημα, η προσαρμογή μπορεί να δυσκολεύεται.
Η αλλαγή σχολείου είναι συχνά μεγαλύτερη αλλαγή από την αλλαγή σπιτιού
Ένα νέο σχολείο σημαίνει νέα πρόσωπα, νέους κανόνες, διαφορετική ύλη, διαφορετικές προσδοκίες και μια τάξη μέσα στην οποία οι υπάρχουσες φιλίες και ομάδες έχουν ήδη διαμορφωθεί. Το παιδί μπορεί να αισθάνεται ότι «όλοι οι άλλοι έχουν ήδη κάποιον» και ότι το ίδιο πρέπει να βρει τη θέση του από την αρχή. Μπορεί επίσης να διαπιστώσει ότι στο νέο σχολείο έχει ήδη διδαχθεί κάτι που εκείνο δεν γνωρίζει ή ότι επαναλαμβάνονται πράγματα που είχε κάνει προηγουμένως. Τέτοιες διαφορές στο πρόγραμμα μπορεί προσωρινά να προκαλέσουν άγχος, πλήξη ή δυσκολίες στην επίδοση. Είναι χρήσιμο οι γονείς να επικοινωνήσουν έγκαιρα με το νέο σχολείο, να μεταφερθούν οι απαραίτητες πληροφορίες και να ενημερωθεί ο εκπαιδευτικός ότι το παιδί βρίσκεται σε περίοδο σημαντικής μετάβασης. Αν υπάρχουν ήδη μαθησιακές, αναπτυξιακές ή συναισθηματικές δυσκολίες, η συνέχεια της υποστήριξης χρειάζεται να οργανωθεί και όχι να αρχίσει ξανά από το μηδέν.
Οι δραστηριότητες μπορούν να αποτελέσουν γέφυρα προς το νέο περιβάλλον
Μια αθλητική ομάδα, μουσική, χορός, θέατρο ή άλλη δραστηριότητα που ενδιαφέρει πραγματικά το παιδί μπορεί να του προσφέρει έναν φυσικό τρόπο να γνωρίσει συνομηλίκους με κοινά ενδιαφέροντα. Η ένταξη σε δραστηριότητες της νέας κοινότητας προτείνεται ως ένας από τους τρόπους με τους οποίους οι γονείς μπορούν να διευκολύνουν την κοινωνική προσαρμογή μετά τη μετακόμιση. Δεν χρειάζεται όμως να γεμίσει αμέσως όλο το πρόγραμμα. Το παιδί μπορεί να είναι ήδη κουρασμένο από την αλλαγή σπιτιού και σχολείου. Μία δραστηριότητα που το ενδιαφέρει μπορεί να είναι περισσότερο χρήσιμη από ένα πυκνό πρόγραμμα που προσθέτει ακόμη περισσότερες απαιτήσεις.
Η σταθερότητα μέσα στην οικογένεια γίνεται ακόμη σημαντικότερη
Δεν είναι δυνατόν να διατηρηθούν όλα ίδια όταν αλλάζει ο τόπος κατοικίας. Μπορούν όμως να παραμείνουν πολλές μικρές σταθερές. Η ώρα ύπνου, η αγαπημένη ιστορία, τα οικογενειακά γεύματα, ένα αγαπημένο παιχνίδι, ο τρόπος που περνά η οικογένεια το Σαββατοκύριακο ή μια συνηθισμένη τηλεφωνική επικοινωνία με τους παππούδες μπορούν να λειτουργήσουν ως σημεία συνέχειας. Όσο περισσότερες αλλαγές συμβαίνουν έξω από την οικογένεια, τόσο σημαντικότερη γίνεται η εσωτερική σταθερότητα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν μια οικογένεια μετακινείται συχνά.
Τα αντικείμενα έχουν συναισθηματική σημασία
Οι ενήλικες μπορεί να θεωρούν τη μετακόμιση καλή ευκαιρία για να πετάξουν παλιά πράγματα. Για το παιδί, όμως, ένα φαινομενικά ασήμαντο αντικείμενο μπορεί να συνδέεται με ασφάλεια και αναμνήσεις. Δεν χρειάζεται φυσικά να μεταφερθεί ολόκληρο το περιεχόμενο κάθε συρταριού. Είναι όμως χρήσιμο το παιδί να συμμετέχει στην επιλογή των δικών του αντικειμένων και ορισμένα αγαπημένα πράγματα να παραμένουν εύκολα διαθέσιμα κατά τη διάρκεια της μετακόμισης αντί να εξαφανιστούν σε μια κούτα για εβδομάδες. Το νέο δωμάτιο επίσης μπορεί να γίνει περισσότερο οικείο αν περιλαμβάνει από την αρχή γνώριμα αντικείμενα από το προηγούμενο σπίτι. Η δυνατότητα του παιδιού να συμμετέχει στην οργάνωση του νέου δωματίου του μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση προσωπικού ελέγχου μέσα σε μια αλλαγή που σε μεγάλο βαθμό αποφασίστηκε από τους ενήλικες.
Οι γονείς χρειάζεται να προσέχουν και τη δική τους στάση
Η μετακόμιση είναι στρεσογόνα και για τους ενήλικες. Υπάρχουν οικονομικές αποφάσεις, εργασία, συσκευασία, γραφειοκρατία, μεταφορά, νέο σχολείο και πολλές πρακτικές δυσκολίες. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται την ένταση ακόμη και όταν οι γονείς δεν μιλούν άμεσα γι' αυτήν. Αν ένας γονέας είναι έντονα αντίθετος στη μετακόμιση ή αν το θέμα αποτελεί μόνιμη πηγή σύγκρουσης μεταξύ των γονέων, το παιδί μπορεί να αντιδρά περισσότερο στο οικογενειακό κλίμα παρά στην ίδια την αλλαγή τόπου. Δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται η οικογένεια σαν να είναι όλοι ενθουσιασμένοι. Μπορεί ένας γονέας να πει: «Κι εμένα θα μου λείψουν άνθρωποι από εδώ. Είναι μεγάλη αλλαγή και για μένα. Θα χρειαστούμε όλοι λίγο χρόνο για να συνηθίσουμε.» Αυτό είναι διαφορετικό από το να μοιράζεται με το παιδί όλο το άγχος, την αβεβαιότητα ή τις συγκρούσεις των ενηλίκων.
Δεν χρειάζεται να απαιτούμε άμεση προσαρμογή
Μερικά παιδιά φαίνονται άνετα από την πρώτη εβδομάδα. Άλλα χρειάζονται μήνες μέχρι το νέο μέρος να αρχίσει να αισθάνεται πραγματικά «σπίτι». Δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να ρωτούν οι γονείς μετά από λίγες ημέρες: «Λοιπόν, είδες που σου αρέσει εδώ;» Το παιδί μπορεί να έχει περάσει μια καλή ημέρα και παρ' όλα αυτά να εξακολουθεί να του λείπει η προηγούμενη ζωή του. Η προσαρμογή δεν είναι απαραίτητα γραμμική. Μπορεί να υπάρξει ενθουσιασμός στην αρχή, απογοήτευση όταν η καινούργια πραγματικότητα γίνει καθημερινότητα και σταδιακή βελτίωση αργότερα. Η υπομονή και η ανοιχτή επικοινωνία βοηθούν περισσότερο από την απαίτηση να αισθανθεί το παιδί γρήγορα θετικά.
Ο έφηβος χρειάζεται μεγαλύτερη συμμετοχή
Όσο μεγαλύτερο είναι το παιδί, τόσο περισσότερο χρειάζεται να γνωρίζει έγκαιρα τι πρόκειται να αλλάξει και να συμμετέχει σε όποιες επιλογές είναι πραγματικά ανοιχτές. Ένας έφηβος μπορεί να θέλει πληροφορίες για το νέο σχολείο, τα μαθήματα, τις μετακινήσεις, τις αθλητικές ή άλλες δραστηριότητες και τη δυνατότητα να συνεχίσει επαφή με τους φίλους του. Μπορεί επίσης να θέλει να συμμετάσχει περισσότερο στην επιλογή ή στη διαμόρφωση του νέου χώρου. Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως όταν ένας μαθητής βρίσκεται στο τελευταίο έτος του σχολείου, μπορεί να αξίζει να εξεταστεί αν είναι εφικτό και προς το συμφέρον του να ολοκληρώσει τη σχολική χρονιά πριν αλλάξει περιβάλλον. Η απόφαση φυσικά εξαρτάται από τις συνθήκες της οικογένειας και την ωριμότητα του νέου.
Οι συχνές μετακομίσεις χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή
Μία μετακόμιση δεν καθορίζει την ψυχολογική πορεία ενός παιδιού. Όταν όμως οι μετακινήσεις επαναλαμβάνονται, το παιδί καλείται πολλές φορές να αποχωριστεί σχέσεις και να ξαναχτίσει κοινωνικά δίκτυα, σχολικές ρουτίνες και αίσθηση του ανήκειν. Σύγχρονα διαχρονικά δεδομένα δείχνουν ότι η συχνότητα των μετακινήσεων έχει μεγαλύτερη σημασία από μια μεμονωμένη αλλαγή και ότι οι επαναλαμβανόμενες μετακινήσεις στην εφηβεία συσχετίζονται με μεγαλύτερες συναισθηματικές δυσκολίες και χαμηλότερη μετέπειτα ικανοποίηση από τη ζωή. Τα ευρήματα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι οι μετακομίσεις προκαλούν από μόνες τους αυτές τις δυσκολίες, καθώς οι οικογένειες που μετακινούνται συχνά μπορεί να αντιμετωπίζουν και άλλους στρεσογόνους παράγοντες. Όταν οι μετακινήσεις δεν μπορούν να αποφευχθούν, γίνεται ακόμη σημαντικότερο να διατηρούνται σταθερές οικογενειακές σχέσεις, ρουτίνες, αντικείμενα, επαφές και άλλα στοιχεία συνέχειας.
Ποια σημεία χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή;
Είναι αναμενόμενο ένα παιδί να στενοχωρηθεί, να θυμώσει ή να χρειαστεί χρόνο για να δημιουργήσει νέες φιλίες. Περισσότερη προσοχή χρειάζεται όταν μετά τη μετακόμιση εμφανίζονται επίμονες και σημαντικές αλλαγές στη λειτουργικότητα. Σημεία που αξίζει να αξιολογηθούν είναι η παρατεταμένη κοινωνική απόσυρση, η σημαντική πτώση της σχολικής επίδοσης, η επίμονη ευερεθιστότητα ή θλίψη, σημαντικές αλλαγές στον ύπνο ή στην όρεξη, επαναλαμβανόμενα σωματικά συμπτώματα, έντονη σχολική άρνηση, απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες και γενικότερα μια σαφής αλλαγή στη διάθεση ή στη συμπεριφορά που επιμένει και δυσκολεύει την καθημερινή ζωή. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν πρέπει να θεωρείται αυτόματα ότι «φταίει η μετακόμιση». Χρειάζεται να διερευνηθεί τι ακριβώς συμβαίνει: αν υπάρχει εκφοβισμός στο νέο σχολείο, δυσκολία ένταξης, μαθησιακό πρόβλημα, άγχος, κατάθλιψη ή κάποιο άλλο οικογενειακό ή προσωπικό ζήτημα.
Πότε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια;
Όταν η δυσφορία μειώνεται σταδιακά καθώς το παιδί εξοικειώνεται με το νέο περιβάλλον, συνήθως αρκούν η οικογενειακή υποστήριξη, η συνεργασία με το σχολείο και ο χρόνος. Αξιολόγηση από επαγγελματία ψυχικής υγείας είναι χρήσιμη όταν η αντίδραση είναι πολύ έντονη ή παρατεταμένη, όταν παρεμποδίζει σημαντικά το σχολείο, τις σχέσεις ή την καθημερινότητα ή όταν εμφανίζονται σαφή καταθλιπτικά ή αγχώδη συμπτώματα. Μια μετακόμιση μπορεί σε ορισμένα παιδιά να λειτουργήσει ως σημαντικός στρεσογόνος παράγοντας και, όταν η αντίδραση είναι δυσανάλογα έντονη και προκαλεί σημαντική λειτουργική επιβάρυνση, χρειάζεται να εξεταστεί η συνολική ψυχική κατάσταση του παιδιού και όχι μόνο το γεγονός της μετακίνησης. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν αυτοτραυματισμός, σκέψεις θανάτου ή αυτοκτονίας ή σοβαρή απώλεια της καθημερινής λειτουργικότητας, απαιτείται άμεση αξιολόγηση.
Η μετακόμιση μπορεί να γίνει και αναπτυξιακή εμπειρία
Η μετακίνηση δεν είναι αναγκαστικά μόνο απώλεια. Όταν το παιδί υποστηρίζεται επαρκώς, μπορεί μέσα από αυτή να αποκτήσει εμπειρία ότι είναι ικανό να προσαρμοστεί σε ένα καινούργιο περιβάλλον, να δημιουργήσει νέες σχέσεις και να διατηρήσει σημαντικούς δεσμούς ακόμη και όταν αλλάζουν οι συνθήκες της ζωής του. Αυτό όμως δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται εκ των προτέρων ως μάθημα που «θα του κάνει καλό». Η ανάπτυξη αυτής της αυτοπεποίθησης προκύπτει μέσα από την εμπειρία της επιτυχημένης προσαρμογής. Ο ρόλος των γονέων είναι να προσφέρουν όσο γίνεται περισσότερη συνέχεια μέσα στην αλλαγή: να εξηγούν τι συμβαίνει, να ακούνε όσα χάνει το παιδί, να του δίνουν πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής, να βοηθούν στη διατήρηση των προηγούμενων δεσμών και στη δημιουργία νέων και να μην απαιτούν να αισθανθεί αμέσως ότι το καινούργιο μέρος είναι το σπίτι του. Με σταθερότητα, χρόνο και κατάλληλη υποστήριξη, τα περισσότερα παιδιά μπορούν να προσαρμοστούν με επιτυχία σε ένα νέο περιβάλλον.


