Η ενδοοικογενειακή βία δεν επηρεάζει μόνο το άτομο που τη δέχεται άμεσα. Τα παιδιά που ζουν σε ένα σπίτι όπου υπάρχει βία μπορεί να επηρεάζονται βαθιά ακόμη και όταν δεν έχουν χτυπηθεί ή απειληθεί τα ίδια. Ένα παιδί μπορεί να ακούει φωνές ή απειλές από άλλο δωμάτιο, να βλέπει τραυματισμούς ή καταστροφές στο σπίτι, να παρεμβαίνει για να προστατεύσει έναν γονέα, να αντιλαμβάνεται τον φόβο και την ένταση στην οικογένεια ή να ζει με την αγωνία ότι ένα νέο επεισόδιο μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Η έκθεση αυτή μπορεί να επηρεάσει την αίσθηση ασφάλειας, τη συναισθηματική ανάπτυξη, τη συμπεριφορά, τον ύπνο, τη σχολική λειτουργία και τις σχέσεις του παιδιού. Προτεραιότητα σε κάθε περίπτωση είναι η ασφάλεια του παιδιού και του γονέα που υφίσταται τη βία.
Τι θεωρείται έκθεση ενός παιδιού σε ενδοοικογενειακή βία;
Ένα παιδί δεν χρειάζεται να βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο την ώρα ενός βίαιου επεισοδίου για να επηρεάζεται. Η έκθεση μπορεί να περιλαμβάνει:
-
να βλέπει ή να ακούει σωματική βία,
-
να ακούει απειλές, εξευτελισμούς ή έντονους καβγάδες,
-
να βλέπει κατεστραμμένα αντικείμενα ή τραυματισμούς μετά από ένα επεισόδιο,
-
να καλεί βοήθεια ή να προσπαθεί να προστατεύσει έναν γονέα ή αδελφό,
-
να χρησιμοποιείται το ίδιο ως μέσο πίεσης ή ελέγχου μεταξύ των ενηλίκων,
-
να φοβάται ότι ένας γονέας θα τραυματιστεί ή θα σκοτωθεί,
-
να αναγκάζεται να εγκαταλείψει προσωρινά το σπίτι,
-
να ζει σε περιβάλλον συνεχούς απειλής, ελέγχου και φόβου.
Η ενδοοικογενειακή βία δεν περιορίζεται στη σωματική βία. Μπορεί να περιλαμβάνει απειλές, εξευτελισμό, καταναγκαστικό έλεγχο, οικονομικό έλεγχο, σεξουαλική βία, εκφοβισμό και άλλες μορφές κακοποιητικής συμπεριφοράς.
Πώς μπορεί να βιώνει ένα παιδί τη βία στο σπίτι;
Η οικογένεια είναι συνήθως ο βασικός χώρος στον οποίο ένα παιδί αναμένει να αισθάνεται ασφαλές. Όταν μέσα σε αυτό το περιβάλλον υπάρχει επαναλαμβανόμενος φόβος και απειλή, η αίσθηση ασφάλειας μπορεί να διαταραχθεί. Το παιδί μπορεί να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή. Μπορεί να παρακολουθεί τη διάθεση των ενηλίκων, να προσπαθεί να προβλέψει πότε θα ξεκινήσει ένας καβγάς ή να αποφεύγει συμπεριφορές που πιστεύει ότι μπορεί να προκαλέσουν ένα νέο επεισόδιο. Ορισμένα παιδιά αισθάνονται υπεύθυνα για όσα συμβαίνουν. Μπορεί να πιστεύουν ότι αν ήταν πιο ήσυχα, πιο υπάκουα ή καλύτερα στο σχολείο, οι γονείς τους δεν θα συγκρούονταν. Το παιδί δεν ευθύνεται ποτέ για τη βία μεταξύ των ενηλίκων.
Πώς μπορεί να επηρεάζονται τα μικρότερα παιδιά;
Στη βρεφική και προσχολική ηλικία τα παιδιά μπορεί να μην κατανοούν τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά αντιλαμβάνονται την ένταση, τον φόβο και τις αλλαγές στη συμπεριφορά των ανθρώπων που τα φροντίζουν. Μπορεί να εμφανίσουν:
-
έντονη προσκόλληση στον γονέα,
-
δυσκολία στον αποχωρισμό,
-
περισσότερο κλάμα ή ευερεθιστότητα,
-
προβλήματα ύπνου,
-
εφιάλτες,
-
δυσκολίες στο φαγητό,
-
παλινδρόμηση σε συμπεριφορές μικρότερης ηλικίας,
-
απώλεια δεξιοτήτων που είχαν ήδη κατακτήσει,
-
έντονες εκρήξεις θυμού,
-
φόβο απέναντι σε δυνατούς θορύβους ή απότομες κινήσεις.
Μερικά παιδιά μπορεί να αναπαριστούν βίαιες σκηνές στο παιχνίδι τους.
Πώς μπορεί να επηρεάζονται τα παιδιά σχολικής ηλικίας;
Τα μεγαλύτερα παιδιά κατανοούν περισσότερο τι συμβαίνει και συχνά προσπαθούν να εξηγήσουν τη βία ή να πάρουν θέση στη σύγκρουση. Μπορεί να εμφανιστούν:
-
άγχος και φόβοι,
-
θλίψη,
-
ευερεθιστότητα ή επιθετικότητα,
-
δυσκολία συγκέντρωσης,
-
πτώση της σχολικής επίδοσης,
-
συχνές απουσίες από το σχολείο,
-
σωματικά ενοχλήματα, όπως πονοκέφαλοι ή πόνοι στην κοιλιά,
-
προβλήματα ύπνου,
-
κοινωνική απόσυρση,
-
δυσκολίες στις σχέσεις με συνομηλίκους,
-
έντονη ανάγκη να προστατεύσουν τον γονέα ή μικρότερα αδέλφια.
Ορισμένα παιδιά μπορεί να αναλαμβάνουν ευθύνες που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία τους, προσπαθώντας να διατηρήσουν την ηρεμία στο σπίτι ή να φροντίσουν άλλους.
Πώς μπορεί να επηρεάζονται οι έφηβοι;
Οι έφηβοι μπορεί να αντιλαμβάνονται πλήρως τη σοβαρότητα της κατάστασης αλλά να αισθάνονται ότι δεν μπορούν να την αλλάξουν. Μπορεί να εμφανίσουν:
-
κατάθλιψη ή έντονο άγχος,
-
θυμό και επιθετικότητα,
-
απόσυρση από την οικογένεια,
-
δυσκολίες στις σχέσεις,
-
πτώση της σχολικής λειτουργικότητας,
-
φυγές από το σπίτι,
-
χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών,
-
επικίνδυνες συμπεριφορές,
-
αυτοτραυματισμό,
-
αυτοκτονικές σκέψεις.
Κάποιοι έφηβοι μπορεί να προσπαθήσουν να παρέμβουν σωματικά σε ένα επεισόδιο βίας, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο να τραυματιστούν και οι ίδιοι.
Όλα τα παιδιά αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο;
Όχι. Δεν υπάρχει μία χαρακτηριστική αντίδραση. Ορισμένα παιδιά εμφανίζουν έντονα συμπτώματα, ενώ άλλα μπορεί εξωτερικά να φαίνονται καλά. Μερικά παρουσιάζουν προβλήματα αμέσως, ενώ σε άλλα οι δυσκολίες γίνονται εμφανείς αργότερα. Η επίδραση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως:
-
την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο,
-
τη συχνότητα και τη σοβαρότητα της βίας,
-
το πόσο άμεσα εκτίθεται το παιδί,
-
αν έχει απειληθεί ή τραυματιστεί το ίδιο,
-
τη διάρκεια της κατάστασης,
-
τη σχέση του με τους γονείς,
-
την παρουσία άλλων ασφαλών και υποστηρικτικών ενηλίκων.
Η απουσία εμφανών συμπτωμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί δεν έχει επηρεαστεί.
Μπορεί η έκθεση στη βία να προκαλέσει μετατραυματικά συμπτώματα;
Ναι. Ορισμένα παιδιά μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα που σχετίζονται με τραυματικό στρες. Μπορεί να έχουν επίμονες αναμνήσεις ή εικόνες από περιστατικά βίας, εφιάλτες, έντονο φόβο, αποφυγή καταστάσεων που τους θυμίζουν όσα συνέβησαν ή υπερβολική επαγρύπνηση. Ένα παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να τρομάζει ιδιαίτερα όταν ακούει δυνατές φωνές, όταν ένας γονέας καθυστερεί να επιστρέψει στο σπίτι ή όταν αντιλαμβάνεται οποιαδήποτε ένταση μεταξύ ενηλίκων. Δεν αναπτύσσουν όλα τα παιδιά διαταραχή μετατραυματικού στρες. Η έκθεση στην ενδοοικογενειακή βία μπορεί να συνδέεται με πολύ ευρύτερο φάσμα συναισθηματικών και συμπεριφορικών δυσκολιών.
Τι πρέπει να κάνει ένας ενήλικος όταν ένα παιδί μιλήσει για βία στο σπίτι;
Όταν ένα παιδί περιγράφει βίαια περιστατικά, χρειάζεται να ακούγεται με ηρεμία και χωρίς πίεση. Ο ενήλικος μπορεί να του πει:
«Καλά έκανες και μου το είπες.»
«Δεν φταις εσύ για αυτό που συμβαίνει.»
«Δεν είναι δική σου δουλειά να σταματήσεις τη βία.»
«Θα προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπο να είσαι ασφαλής.»
Δεν είναι χρήσιμο να υποβάλλεται το παιδί σε επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις ή να πιέζεται να δώσει λεπτομέρειες πέρα από όσες θέλει και μπορεί να περιγράψει. Όταν υπάρχει ανησυχία για την ασφάλεια, χρειάζεται να αναζητείται κατάλληλη επαγγελματική και θεσμική βοήθεια.
Γιατί δεν πρέπει το παιδί να αναλαμβάνει τον ρόλο του προστάτη;
Πολλά παιδιά προσπαθούν να προστατεύσουν τον γονέα που δέχεται τη βία. Μπορεί να μπουν ανάμεσα στους ενηλίκους, να προσπαθήσουν να αφοπλίσουν τον επιτιθέμενο ή να τον προκαλέσουν να σταματήσει. Αυτό μπορεί να θέσει το ίδιο το παιδί σε σοβαρό κίνδυνο. Χρειάζεται να γνωρίζει ότι δεν είναι δική του ευθύνη να σταματήσει ένα βίαιο επεισόδιο. Η προστασία της οικογένειας είναι ευθύνη των ενηλίκων και των αρμόδιων υπηρεσιών.
Γιατί η ασφάλεια του γονέα που υφίσταται τη βία αφορά και το παιδί;
Η ασφάλεια του παιδιού και η ασφάλεια του γονέα που υφίσταται βία συνδέονται στενά. Όταν ένας γονέας βρίσκεται υπό συνεχή απειλή ή έλεγχο, μπορεί να δυσκολεύεται να προστατεύσει σταθερά το παιδί ή να οργανώσει την καθημερινή του φροντίδα. Ταυτόχρονα, το παιδί μπορεί να χρησιμοποιείται από το άτομο που ασκεί βία ως μέσο πίεσης, εκφοβισμού ή ελέγχου. Για αυτό η παρέμβαση δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στα συμπτώματα του παιδιού. Χρειάζεται να εξετάζεται η ασφάλεια ολόκληρου του οικογενειακού περιβάλλοντος.
Γιατί δεν πρέπει να κατηγορείται ο γονέας που υφίσταται τη βία;
Μπορεί να φαίνεται δύσκολο να κατανοήσει κάποιος γιατί ένας άνθρωπος παραμένει σε μια βίαιη σχέση. Στην πραγματικότητα, η απομάκρυνση μπορεί να είναι ιδιαίτερα σύνθετη και σε ορισμένες περιπτώσεις επικίνδυνη. Μπορεί να υπάρχουν φόβος για κλιμάκωση της βίας, απειλές, οικονομική εξάρτηση, κοινωνική απομόνωση, ανησυχία για τα παιδιά ή πρακτικές δυσκολίες σχετικά με τη στέγαση και την υποστήριξη. Η απόδοση ευθύνης στον γονέα που υφίσταται τη βία μπορεί να αυξήσει την απομόνωση και να δυσκολέψει την αναζήτηση βοήθειας. Η ευθύνη για τη βίαιη συμπεριφορά ανήκει σε εκείνον που την ασκεί.
Πότε υπάρχει άμεσος κίνδυνος;
Ιδιαίτερη ανησυχία υπάρχει όταν:
-
υπάρχουν σοβαρές απειλές για τη ζωή,
-
χρησιμοποιούνται ή υπάρχουν διαθέσιμα όπλα,
-
η βία αυξάνεται σε ένταση ή συχνότητα,
-
έχει υπάρξει στραγγαλισμός ή άλλη ιδιαίτερα επικίνδυνη επίθεση,
-
το παιδί έχει ήδη τραυματιστεί,
-
το παιδί προσπαθεί να παρεμβαίνει στα βίαια επεισόδια,
-
υπάρχουν απειλές ότι θα τραυματιστεί ή θα απαχθεί το παιδί,
-
ο γονέας ή το παιδί δηλώνει ότι φοβάται να επιστρέψει στο σπίτι,
-
υπάρχει σοβαρός αυτοκτονικός ή ανθρωποκτονικός κίνδυνος.
Σε αυτές τις περιπτώσεις η άμεση προστασία προηγείται οποιασδήποτε άλλης θεραπευτικής παρέμβασης.
Τι είναι ένα σχέδιο ασφάλειας;
Όταν υπάρχει συνεχιζόμενος κίνδυνος, μπορεί να χρειάζεται ένα πρακτικό σχέδιο για το τι θα κάνει η οικογένεια σε περίπτωση νέου επεισοδίου. Ανάλογα με την ηλικία, ένα παιδί μπορεί να γνωρίζει:
-
σε ποιο ασφαλές σημείο μπορεί να πάει,
-
ποιον έμπιστο ενήλικο μπορεί να καλέσει,
-
ότι δεν πρέπει να προσπαθεί να μπει σωματικά ανάμεσα στους ενηλίκους,
-
πώς να ζητήσει βοήθεια σε περίπτωση άμεσου κινδύνου.
Το σχέδιο πρέπει να διαμορφώνεται με τρόπο που δεν μεταφέρει στο παιδί την ευθύνη για την προστασία της οικογένειας.
Πώς μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν μετά από ένα βίαιο περιστατικό;
Όταν έχει εξασφαλιστεί η ασφάλεια, είναι χρήσιμο να δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να μιλήσει χωρίς να πιέζεται. Μπορεί να χρειάζεται να ακούσει καθαρά ότι:
-
αυτό που συνέβη δεν ήταν δικό του λάθος,
-
η βία δεν αποτελεί αποδεκτό τρόπο επίλυσης συγκρούσεων,
-
δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στους γονείς του,
-
τα συναισθήματα φόβου, θυμού ή σύγχυσης είναι κατανοητά,
-
υπάρχουν ενήλικοι που θα προσπαθήσουν να το προστατεύσουν.
Η αποκατάσταση προβλέψιμων καθημερινών συνηθειών, όπως το σχολείο, τα γεύματα, ο ύπνος και οι δραστηριότητες, μπορεί επίσης να ενισχύσει σταδιακά την αίσθηση ασφάλειας.
Πότε χρειάζεται υποστήριξη από επαγγελματία ψυχικής υγείας;
Επαγγελματική αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν το παιδί εμφανίζει επίμονες δυσκολίες όπως:
-
έντονο άγχος,
-
εφιάλτες ή προβλήματα ύπνου,
-
κατάθλιψη,
-
επιθετικότητα,
-
σημαντική παλινδρόμηση,
-
σχολική αποτυχία ή άρνηση σχολείου,
-
κοινωνική απόσυρση,
-
επίμονα μετατραυματικά συμπτώματα,
-
αυτοτραυματισμό,
-
αυτοκτονικές σκέψεις,
-
χρήση ουσιών.
Η θεραπεία χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα συμπτώματα αλλά και το πλαίσιο στο οποίο ζει το παιδί. Δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το τραυματικό στρες όταν το παιδί εξακολουθεί να βρίσκεται σε σοβαρό και συνεχιζόμενο κίνδυνο.
Τι βοηθά τα παιδιά να ανακάμψουν;
Η έκθεση σε ενδοοικογενειακή βία μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες, αλλά δεν καθορίζει αναπόφευκτα τη μελλοντική ψυχική υγεία του παιδιού. Ιδιαίτερα προστατευτική μπορεί να είναι η παρουσία ενός σταθερού, διαθέσιμου και υποστηρικτικού ενήλικου που πιστεύει το παιδί, ανταποκρίνεται στις ανάγκες του και το βοηθά να αισθανθεί ξανά ασφαλές. Η απομάκρυνση από τη βία, η σταθερότητα στην καθημερινή ζωή, οι ασφαλείς σχέσεις και, όταν χρειάζεται, η κατάλληλη θεραπευτική υποστήριξη μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στην αποκατάσταση. Το σημαντικότερο πρώτο βήμα δεν είναι να ζητηθεί από το παιδί να «ξεπεράσει» όσα έχει ζήσει. Είναι να εξασφαλιστεί ότι η απειλή έχει σταματήσει και ότι υπάρχει γύρω του ένα περιβάλλον στο οποίο μπορεί να αισθανθεί πραγματικά ασφαλές.


