Παχυσαρκία στα παιδιά και στους εφήβους

Η παχυσαρκία στην παιδική και εφηβική ηλικία δεν είναι απλώς ζήτημα εμφάνισης, θέλησης ή «κακών συνηθειών». Πρόκειται για σύνθετη κατάσταση υγείας που επηρεάζεται από γενετικούς, βιολογικούς, συμπεριφορικούς, οικογενειακούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Η σύγχρονη κλινική προσέγγιση τη θεωρεί χρόνια, πολυπαραγοντική και θεραπεύσιμη νόσο και δίνει έμφαση στην έγκαιρη αξιολόγηση και αντιμετώπιση χωρίς ενοχοποίηση του παιδιού ή της οικογένειας.Για την παιδοψυχιατρική έχει ιδιαίτερη σημασία ότι το σωματικό βάρος δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από την αυτοεκτίμηση, την εικόνα σώματος, το σχολικό περιβάλλον, τον εκφοβισμό, τη διάθεση, το άγχος και τη σχέση του παιδιού με το φαγητό. Ένα παιδί μπορεί να χρειάζεται υποστήριξη για την υγεία του και ταυτόχρονα προστασία από σχόλια, ντροπή και κοινωνικό στιγματισμό που ενδέχεται να επιδεινώνουν την ψυχική του κατάσταση.

Πώς ορίζεται η παχυσαρκία στα παιδιά;

Στους ενήλικες ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ, BMI) ερμηνεύεται με σταθερά όρια. Στα παιδιά όμως το σώμα αναπτύσσεται συνεχώς, επομένως ο ΔΜΣ αξιολογείται σε σχέση με την ηλικία και το φύλο του παιδιού. Από την ηλικία των 2 έως 19 ετών, ΔΜΣ από την 85η έως κάτω από την 95η εκατοστιαία θέση χαρακτηρίζεται ως υπέρβαρο, ενώ ΔΜΣ στην 95η εκατοστιαία θέση ή υψηλότερα αντιστοιχεί στην κατηγορία της παχυσαρκίας. Υπάρχουν επιπλέον όρια για τη σοβαρή παχυσαρκία. Ο ΔΜΣ είναι χρήσιμο εργαλείο διαλογής, αλλά δεν μετρά άμεσα το σωματικό λίπος ούτε περιγράφει από μόνος του την κατάσταση υγείας ενός παιδιού. Χρειάζεται να εξετάζεται μαζί με την πορεία ανάπτυξης, το ιατρικό και οικογενειακό ιστορικό, την κλινική εξέταση και, όπου υπάρχει ένδειξη, άλλες εξετάσεις. Για αυτό μια μεμονωμένη ένδειξη στη ζυγαριά δεν είναι επαρκής για να αποφασίσει ένας γονέας ότι το παιδί «πρέπει να κάνει δίαιτα». Η αξιολόγηση της ανάπτυξης ανήκει στον παιδίατρο.

Το παιδικό σώμα αλλάζει συνεχώς

Στην παιδική ηλικία το βάρος δεν μπορεί να ερμηνεύεται χωρίς το ύψος, την ηλικία, το φύλο και την αναπτυξιακή πορεία. Ένα παιδί μπορεί να αυξήσει σημαντικά το βάρος του καθώς μεγαλώνει χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα παθολογική αύξηση, ενώ σε μια άλλη περίπτωση η μεταβολή της καμπύλης του ΔΜΣ μπορεί να χρειάζεται αξιολόγηση. Για αυτό οι επαγγελματίες παρακολουθούν την ανάπτυξη διαχρονικά και όχι μόνο έναν αριθμό σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Η αξιολόγηση έχει επίσης διαφορετικό νόημα σε ένα παιδί 5 ετών και σε έναν έφηβο 16 ετών. Η ανάπτυξη, η εφηβεία, η σύσταση του σώματος και οι ανάγκες σε ενέργεια αλλάζουν σημαντικά σε αυτά τα χρόνια.

Η παχυσαρκία δεν έχει μία μόνο αιτία

Στην ανάπτυξη παχυσαρκίας μπορεί να συμμετέχουν οι διατροφικές συνήθειες, η σωματική δραστηριότητα, η κληρονομικότητα, ο ύπνος, οι συνθήκες διαβίωσης, ορισμένες σωματικές νόσοι και φάρμακα, καθώς και ψυχοκοινωνικοί παράγοντες. Γενετική προδιάθεση, βιολογικοί μηχανισμοί ρύθμισης της όρεξης και της ενεργειακής ισορροπίας, περιβαλλοντικές συνθήκες, οικονομικοί περιορισμοί, δυνατότητα πρόσβασης σε κατάλληλα τρόφιμα και ασφαλείς χώρους άσκησης, χρόνιο στρες και κοινωνικοί παράγοντες μπορούν να αλληλεπιδρούν. Επομένως, η εξήγηση «το παιδί τρώει πολύ και δεν κινείται αρκετά» είναι συνήθως υπερβολικά απλουστευτική. Η πρόσληψη τροφής και η φυσική δραστηριότητα έχουν φυσικά σημασία, αλλά δεν λειτουργούν ανεξάρτητα από τη βιολογία, την ανάπτυξη και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει το παιδί.

Η γενετική προδιάθεση δεν σημαίνει ότι όλα είναι προκαθορισμένα

Η παχυσαρκία εμφανίζει σημαντική οικογενενή εμφάνιση. Αυτό αντανακλά τόσο γενετικές επιδράσεις όσο και κοινό οικογενειακό περιβάλλον, συνήθειες, κοινωνικές συνθήκες και πολλούς άλλους παράγοντες. Δεν είναι επομένως σωστό ούτε να κατηγορούμε τους γονείς ούτε να θεωρούμε ότι, επειδή υπάρχει οικογενειακό ιστορικό, δεν μπορεί να υπάρξει βελτίωση. Η προδιάθεση επηρεάζει την πιθανότητα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί· δεν καθορίζει μόνη της την πορεία του.

Ο ύπνος έχει σημασία

Η ανεπαρκής διάρκεια ή ποιότητα ύπνου περιλαμβάνεται στους παράγοντες που σχετίζονται με το αυξημένο βάρος στα παιδιά και στους εφήβους. Παράλληλα, η ίδια η παχυσαρκία μπορεί να συνδέεται με προβλήματα ύπνου, ιδιαίτερα με διαταραχές της αναπνοής κατά τον ύπνο. Για αυτό η αντιμετώπιση δεν αφορά μόνο το τι υπάρχει στο πιάτο. Το πρόγραμμα ύπνου, η σωματική δραστηριότητα και συνολικά η καθημερινή ρουτίνα αποτελούν μέρος της αξιολόγησης και της θεραπείας.

Το περιβάλλον της οικογένειας επηρεάζει τις δυνατότητες επιλογής

Δεν έχουν όλες οι οικογένειες τις ίδιες δυνατότητες. Το κόστος των τροφίμων, ο χρόνος των γονέων, η εργασία σε βάρδιες, η ασφάλεια της γειτονιάς, η δυνατότητα άθλησης και η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την καθημερινότητα. Η οικονομική δυνατότητα και η απουσία ασφαλούς χώρου για δραστηριότητα μπορούν να κάνουν την αλλαγή των συνηθειών πολύ δυσκολότερη. Οι νεότερες κατευθυντήριες οδηγίες εντάσσουν πλέον συστηματικά αυτούς τους κοινωνικούς παράγοντες στην αξιολόγηση αντί να αντιμετωπίζουν κάθε δυσκολία εφαρμογής των συστάσεων ως «έλλειψη συμμόρφωσης» της οικογένειας.

Ορισμένα φάρμακα μπορεί να επηρεάζουν το βάρος

Ορισμένες φαρμακευτικές θεραπείες μπορούν να επηρεάζουν την όρεξη, τον μεταβολισμό και το σωματικό βάρος. Αυτό περιλαμβάνει και ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην ψυχιατρική. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν ένα παιδί ή ένας έφηβος λαμβάνει μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή για ψυχική διαταραχή. Οι αλλαγές στο βάρος και οι μεταβολικοί δείκτες χρειάζεται να παρακολουθούνται από τους θεράποντες και, αν εμφανιστεί σημαντικό πρόβλημα, να συνεκτιμώνται τα οφέλη και οι κίνδυνοι της θεραπείας. Η φαρμακευτική αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται από τους γονείς ή τον έφηβο χωρίς συνεννόηση με τον γιατρό.

Πότε πρέπει να αναζητηθεί σωματική αιτία;

Συστήνεται πλήρης ιατρική αξιολόγηση του παιδιού ώστε να εξεταστεί εάν υπάρχει κάποια σωματική κατάσταση που συμβάλλει στην αύξηση του βάρους. Στις περισσότερες περιπτώσεις η παχυσαρκία δεν εξηγείται από μία ενδοκρινολογική ή άλλη μεμονωμένη νόσο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ιατρική αξιολόγηση είναι περιττή. Η πορεία ανάπτυξης, η κλινική εξέταση, τα φάρμακα, το οικογενειακό ιστορικό και πιθανά άλλα συμπτώματα βοηθούν τον παιδίατρο να αποφασίσει αν χρειάζεται ειδικότερος έλεγχος.

Γιατί χρειάζεται να αντιμετωπίζεται;

Η παχυσαρκία στην παιδική ηλικία συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα να παραμείνει πρόβλημα και αργότερα στη ζωή και μπορεί να συνοδεύεται ήδη από την παιδική ή εφηβική ηλικία από μεταβολικές, καρδιαγγειακές, αναπνευστικές και μυοσκελετικές επιπλοκές. Οι πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνουν υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, διαταραχές του μεταβολισμού της γλυκόζης και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, λιπώδη νόσο του ήπατος, αποφρακτική υπνική άπνοια και ορισμένα ορθοπαιδικά προβλήματα. Ο κίνδυνος διαφέρει από παιδί σε παιδί και γι' αυτό η αξιολόγηση πρέπει να είναι εξατομικευμένη. Το μήνυμα προς την οικογένεια δεν χρειάζεται να είναι «πρέπει να αδυνατίσεις για να φαίνεσαι καλύτερα». Ο στόχος είναι η προστασία της υγείας τώρα και μακροπρόθεσμα.

Δεν φαίνονται όλες οι επιπλοκές εξωτερικά

Ένα παιδί μπορεί να αισθάνεται καλά και παρ' όλα αυτά να υπάρχουν μεταβολικές επιβαρύνσεις που δεν προκαλούν άμεσα συμπτώματα. Για αυτό η σύγχρονη αξιολόγηση δεν περιορίζεται στην εμφάνιση ή στη ζυγαριά. Σε παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω με παχυσαρκία, η ισχύουσα παιδιατρική κλινική οδηγία συστήνει αξιολόγηση για διαταραχές λιπιδίων, μεταβολισμού της γλυκόζης και ηπατικής λειτουργίας. Η αρτηριακή πίεση επίσης χρειάζεται να παρακολουθείται συστηματικά. Οι ακριβείς εξετάσεις και η συχνότητά τους αποφασίζονται από τον θεράποντα με βάση την ηλικία, το ιστορικό και την κλινική εικόνα.

Η ψυχική υγεία αποτελεί μέρος της αξιολόγησης

Τα παιδιά και οι έφηβοι με αυξημένο βάρος μπορεί να αντιμετωπίζουν παράλληλα δυσκολίες στην αυτοεικόνα, άγχος ή καταθλιπτικά συμπτώματα. Η σχέση όμως δεν πρέπει να ερμηνεύεται απλουστευτικά: δεν σημαίνει ότι η παχυσαρκία προκαλεί αναγκαστικά κατάθλιψη ούτε ότι η κατάθλιψη αποτελεί πάντα την αιτία της αύξησης του βάρους. Η ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση συστήνεται να περιλαμβάνει έλεγχο της ψυχικής και συμπεριφορικής υγείας, των κοινωνικών συνθηκών, της σχέσης με το φαγητό και της πιθανής παρουσίας εκφοβισμού λόγω βάρους. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης του βάρους που αγνοεί τη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού μπορεί να αποτύχει ή ακόμη και να ενισχύσει προβληματικές συμπεριφορές γύρω από το φαγητό.

Το στίγμα για το βάρος δεν αποτελεί θεραπεία

Ένα παιδί μπορεί να δέχεται προσβλητικά σχόλια για το σώμα του από συμμαθητές, αδέλφια, συγγενείς ή ακόμη και ενήλικες. Ορισμένες φορές οι ενήλικες πιστεύουν ότι ένα αυστηρό σχόλιο θα «το κινητοποιήσει». Τα δεδομένα δείχνουν το αντίθετο. Το στίγμα που σχετίζεται με το βάρος συνδέεται με κοινωνική απομόνωση, αποφυγή σωματικής δραστηριότητας και υπηρεσιών υγείας, επεισόδια υπερφαγίας και αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία. Οι σύγχρονες οδηγίες ζητούν ρητά από τους επαγγελματίες υγείας να χρησιμοποιούν μη στιγματιστική γλώσσα και να μιλούν για «παιδί με παχυσαρκία» αντί να ορίζουν ολόκληρο το παιδί με βάση το βάρος του. Η ντροπή επομένως δεν είναι κίνητρο θεραπείας. Είναι πρόσθετος παράγοντας επιβάρυνσης.

Ο εκφοβισμός για το βάρος χρειάζεται να λαμβάνεται σοβαρά

Τα παιδιά με αυξημένο βάρος μπορεί να γίνονται στόχος πειραγμάτων και εκφοβισμού. Ο εκφοβισμός αυτός μπορεί να επηρεάζει τη σχολική συμμετοχή, τις φιλίες, την εικόνα σώματος και τη διάθεση. Ο έλεγχος για πειράγματα ή bullying λόγω βάρους θεωρείται μέρος της ψυχοκοινωνικής αξιολόγησης. Αν το παιδί πει «Με κοροϊδεύουν επειδή είμαι χοντρός.» η πρώτη απάντηση δεν πρέπει να είναι: «Αγνόησέ τους.» ούτε: «Τότε πρέπει να χάσεις βάρος.» Το πρόβλημα σε εκείνη τη στιγμή είναι ότι το παιδί δέχεται εκφοβισμό. Ο εκφοβισμός χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ως τέτοιος, ανεξάρτητα από το βάρος του παιδιού.

Προστατεύουμε την αυτοεκτίμηση του παιδιού

Οι γονείς χρειάζεται να αναγνωρίζουν τις ικανότητες και τις θετικές ιδιότητες του παιδιού αντί να επικεντρώνονται διαρκώς στο βάρος. Ένα παιδί δεν πρέπει να μεγαλώνει με την αίσθηση ότι το βασικό χαρακτηριστικό που βλέπει η οικογένεια πάνω του είναι το σώμα του. Μπορεί να είναι δημιουργικό, ευγενικό, αστείο, καλός φίλος, εξαιρετικό στη μουσική ή ιδιαίτερα επίμονο. Όταν ολόκληρη η οικογενειακή επικοινωνία οργανώνεται γύρω από το «πόσο έφαγες», «πόσο ζυγίζεις» και «αν αδυνάτισες», αυτές οι υπόλοιπες πλευρές κινδυνεύουν να περάσουν στο περιθώριο.

Προσοχή στα σχόλια για το σώμα

Δεν χρειάζεται να λέμε: «Έχεις παχύνει πολύ.» «Έτσι όπως τρως θα γίνεις τεράστιος.» «Κοίτα πόσο ωραία ήσουν πριν.» ή να συγκρίνουμε το σώμα ενός παιδιού με εκείνο αδελφού ή φίλου. Εκτός από το ότι τα σχόλια αυτά μπορεί να τραυματίσουν την αυτοεκτίμηση, η σύγχρονη θεραπευτική προσέγγιση επιδιώκει να μειώσει το στίγμα και να εστιάσει σε συμπεριφορές υγείας, λειτουργικότητα, ποιότητα ζωής και συνολική ευεξία. Ακόμη και όταν υπάρχει πραγματική ιατρική ανάγκη αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, η θεραπεία δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε καθημερινή κριτική του σώματος.

Προσοχή και στον τρόπο που οι γονείς μιλούν για το δικό τους σώμα

Ένα παιδί ακούει όταν η μητέρα ή ο πατέρας λέει: «Πάχυνα, είμαι χάλια.» «Δεν δικαιούμαι να φάω γλυκό σήμερα.» «Πρέπει να τιμωρηθώ με γυμναστήριο επειδή έφαγα πολύ.» Ακόμη κι αν τα σχόλια δεν απευθύνονται στο παιδί, μεταδίδουν μηνύματα για τη σχέση ανάμεσα στο βάρος, στην αξία του ανθρώπου, στο φαγητό και στην άσκηση. Για αυτό μια οικογενειακή προσέγγιση που εστιάζει στην υγεία είναι προτιμότερο να παρουσιάζει τη σωματική δραστηριότητα ως φροντίδα και ευχαρίστηση και το φαγητό ως μέρος της διατροφής και της κοινωνικής ζωής, όχι ως ηθική δοκιμασία.

Αποφεύγουμε τις δίαιτες χωρίς επαγγελματική καθοδήγηση

Η λύση δεν είναι να ξεκινήσει ένα παιδί μόνο του ή με πρωτοβουλία της οικογένειας μια δίαιτα ενηλίκων. Το παιδικό και εφηβικό σώμα αναπτύσσεται και έχει ιδιαίτερες διατροφικές ανάγκες. Παράλληλα, οι νέοι με αυξημένο βάρος μπορεί να εμφανίζουν ανθυγιεινές συμπεριφορές ελέγχου του βάρους, όπως υπερβολικό περιορισμό τροφής, παράλειψη γευμάτων, πρόκληση εμέτου ή χρήση καθαρτικών. Για αυτό οι σύγχρονες οδηγίες ζητούν ενεργό έλεγχο για διαταραγμένη διατροφική συμπεριφορά και διατροφικές διαταραχές πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Ένας έφηβος μπορεί να έχει παχυσαρκία και ταυτόχρονα να παρουσιάζει διατροφική διαταραχή. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο.

Ο στόχος δεν είναι απλώς ένας μικρότερος αριθμός στη ζυγαριά

Η σύγχρονη ολοκληρωμένη θεραπεία θέτει στόχους που μπορούν να περιλαμβάνουν βελτίωση μεταβολικών παραμέτρων, μεγαλύτερη φυσική αντοχή, καλύτερο ύπνο, βελτίωση της ποιότητας ζωής και της αυτοεικόνας και υγιέστερη σχέση με τη διατροφή και τη σωματική δραστηριότητα. Η μεταβολή του ΔΜΣ είναι σημαντικός δείκτης, αλλά δεν αποτελεί τον μοναδικό στόχο της φροντίδας. Σε ένα παιδί που εξακολουθεί να αναπτύσσεται, ο κατάλληλος στόχος μπορεί επίσης να διαφέρει ανάλογα με την ηλικία και τη σοβαρότητα του προβλήματος. Δεν χρειάζεται ο γονέας να ορίζει μόνος του «πόσα κιλά πρέπει να χάσει».

Η οικογένεια αντιμετωπίζει το πρόβλημα μαζί

Προτείνεται οι αλλαγές στη διατροφή και στη φυσική δραστηριότητα να αποτελούν οικογενειακή υπόθεση αντί να επιβάλλονται μόνο στο παιδί. Η αρχή αυτή παραμένει κεντρική και στη σύγχρονη θεραπεία. Οι αποτελεσματικές συμπεριφορικές παρεμβάσεις συνήθως περιλαμβάνουν τόσο το παιδί όσο και τους γονείς και δουλεύουν πάνω στη διατροφή, στη σωματική δραστηριότητα, στην επίλυση προβλημάτων, στην αυτοπαρακολούθηση και στη διαμόρφωση ρεαλιστικών στόχων. Δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητικό να τρώει ολόκληρη η οικογένεια ένα γεύμα και το παιδί «το διαιτητικό δικό του», εφόσον δεν υπάρχει συγκεκριμένος ιατρικός λόγος. Έτσι δημιουργείται εύκολα η εντύπωση ότι εκείνο αποτελεί το πρόβλημα της οικογένειας.

Οι γονείς διαμορφώνουν το περιβάλλον περισσότερο από όσο χρειάζεται να αστυνομεύουν το παιδί

Σε μικρότερα παιδιά οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν πολλά από τα στοιχεία της καθημερινότητας: ποια τρόφιμα υπάρχουν συνήθως στο σπίτι, ποια ώρα γίνεται το γεύμα, αν υπάρχει σταθερή ρουτίνα ύπνου, ποιες ευκαιρίες υπάρχουν για κίνηση και πώς χρησιμοποιούνται οι οθόνες. Αυτό είναι διαφορετικό από το να παρακολουθούν κάθε μπουκιά: «Αυτό δεν επιτρέπεται.» «Έφαγες ήδη αρκετά.» «Μην πάρεις δεύτερο γιατί παχαίνεις.» Η οικογενειακή τροποποίηση του περιβάλλοντος μπορεί να μειώσει την ανάγκη για συνεχή προσωπικό έλεγχο και κριτική του παιδιού. Η οικογενειακή συμμετοχή αποτελεί βασικό στοιχείο τόσο του αρχικού ενημερωτικού υλικού όσο και των σύγχρονων εντατικών συμπεριφορικών παρεμβάσεων.

Το φαγητό δεν χρειάζεται να χρησιμοποιείται ως ανταμοιβή

Πρέπει να αποφεύγεται η συστηματική χρήση τροφής ως ανταμοιβής. Αν ένα παιδί ακούει συνεχώς: «Αν είσαι καλός, θα πάρεις γλυκό.» ή: «Αν τελειώσεις τα μαθήματα, θα πάμε για παγωτό.» ορισμένες τροφές αποκτούν και ιδιαίτερη συναισθηματική αξία ως βραβείο. Υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι αναγνώρισης μιας προσπάθειας: χρόνος με τον γονέα, επιλογή μιας δραστηριότητας, παιχνίδι ή κάποιο άλλο προνόμιο κατάλληλο για την ηλικία.

Η φυσική δραστηριότητα δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται ως τιμωρία

Η άσκηση έχει σημαντική θέση στη συνολική υγεία και αποτελεί μέρος των οικογενειακών συμπεριφορικών παρεμβάσεων. Όμως το «Έφαγες πολύ, τώρα πρέπει να πας να τρέξεις.» μετατρέπει τη σωματική δραστηριότητα σε τρόπο «εξόφλησης» του φαγητού. Περισσότερο χρήσιμο είναι να βρεθούν μορφές κίνησης που ταιριάζουν στο παιδί. Κάποιο μπορεί να αγαπά το ποδόσφαιρο, άλλο τον χορό, την κολύμβηση, το ποδήλατο ή απλώς το ενεργό παιχνίδι. Δεν χρειάζεται όλα τα παιδιά να συμμετέχουν σε ανταγωνιστικό αθλητισμό για να είναι σωματικά δραστήρια.

Ένα παιδί μπορεί να αποφεύγει την άσκηση επειδή ντρέπεται

Η συμβουλή «βγες έξω και γυμνάσου» μπορεί να αγνοεί μια σημαντική δυσκολία. Ένα παιδί που έχει δεχθεί κοροϊδία στο μάθημα φυσικής αγωγής, δυσκολεύεται να ακολουθήσει τους συνομηλίκους του ή ντρέπεται για το σώμα του μπορεί να αποφεύγει ομαδικές δραστηριότητες ακριβώς επειδή φοβάται νέα έκθεση. Το στίγμα του βάρους έχει συνδεθεί με μειωμένη φυσική δραστηριότητα και κοινωνική απομόνωση. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται να βρεθεί ένα περιβάλλον στο οποίο το παιδί αισθάνεται ασφαλές και ικανό, αντί να θεωρηθεί ότι «δεν θέλει να προσπαθήσει».

Τι είναι η εντατική οικογενειακή συμπεριφορική θεραπεία;

Οι νεότερες οδηγίες έχουν μετακινηθεί πέρα από τη συμβουλή «φάτε καλύτερα και κινηθείτε περισσότερο». Για παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 ετών και άνω με ΔΜΣ στην περιοχή της παχυσαρκίας, η σύσταση του 2024 είναι παραπομπή σε ολοκληρωμένες, εντατικές συμπεριφορικές παρεμβάσεις. Τα καλύτερα αποτελέσματα έχουν παρατηρηθεί όταν η συνολική επαφή φτάνει τουλάχιστον τις 26 ώρες σε διάστημα μηνών. Αυτά τα προγράμματα μπορούν να περιλαμβάνουν συναντήσεις με γονείς και παιδιά, ατομικά και ομαδικά μέρη, διατροφική εκπαίδευση, φυσική δραστηριότητα, καθορισμό στόχων, επίλυση προβλημάτων και τεχνικές αλλαγής συμπεριφοράς. Συχνά εμπλέκεται διεπιστημονική ομάδα. Το βασικό μήνυμα είναι ότι η ουσιαστική θεραπεία της παιδικής παχυσαρκίας είναι περισσότερο σύνθετη από μία σύντομη συμβουλή στο ετήσιο παιδιατρικό ραντεβού.

Γιατί δεν αρκεί να πει ο γιατρός «χάστε βάρος»;

Η παχυσαρκία είναι χρόνια κατάσταση και οι αλλαγές που απαιτούνται χρειάζεται να ενσωματωθούν στην πραγματική καθημερινότητα του παιδιού. Η αλλαγή συνηθειών είναι δύσκολη και ότι εξωτερικοί παράγοντες, όπως το κόστος των τροφίμων ή το περιβάλλον διαβίωσης, μπορούν να δυσκολεύουν την εφαρμογή της. Οι σύγχρονες οδηγίες για αυτό προτείνουν μακροχρόνια, εξατομικευμένη φροντίδα που λαμβάνει υπόψη και τις κοινωνικές συνθήκες της οικογένειας.

Η θεραπεία δεν πρέπει να αναβάλλεται μέχρι να «μεγαλώσει»

Η νεότερη κλινική προσέγγιση αντιμετωπίζει την παχυσαρκία ενεργά όταν αναγνωρίζεται, αντί να υιοθετεί συστηματικά μια στάση μακρόχρονης αναμονής. Η ένταση της παρέμβασης προσαρμόζεται στην ηλικία, στη σοβαρότητα, στις συννοσηρότητες και στις ανάγκες της οικογένειας. Αυτό δεν σημαίνει επιθετική δίαιτα σε κάθε παιδί. Σημαίνει ότι η οικογένεια έχει δικαίωμα σε αξιολόγηση και τεκμηριωμένη υποστήριξη αντί για το απλό «προσέξτε λίγο και θα δούμε του χρόνου».

Η ψυχολογική υποστήριξη δεν σημαίνει ότι «το πρόβλημα είναι ψυχολογικό»

Ένα παιδί με παχυσαρκία μπορεί να ωφεληθεί από ψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η παχυσαρκία του προκλήθηκε από ψυχολογικό πρόβλημα. Η ψυχική υγεία μπορεί να χρειάζεται υποστήριξη λόγω άγχους, κατάθλιψης, χαμηλής αυτοεκτίμησης, εκφοβισμού, συναισθηματικής υπερφαγίας, επεισοδίων υπερφαγίας, δυσκολιών στην εικόνα σώματος ή μιας διατροφικής διαταραχής. Η σύγχρονη ολοκληρωμένη αξιολόγηση προβλέπει ακριβώς τη διερεύνηση αυτών των παραμέτρων. Όταν συνυπάρχει ψυχική διαταραχή, η αντιμετώπιση χρειάζεται να συντονίζεται με τη σωματική φροντίδα.

Η συναισθηματική υπερφαγία χρειάζεται κατανόηση και όχι επίπληξη

Ορισμένα παιδιά τρώνε περισσότερο όταν αισθάνονται άγχος, πλήξη, μοναξιά ή στενοχώρια. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί με παχυσαρκία «τρώει τα συναισθήματά του», ούτε ότι κάθε επεισόδιο μεγαλύτερης κατανάλωσης τροφής αποτελεί διαταραχή. Αν όμως ο γονέας παρατηρεί επαναλαμβανόμενη κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού, αίσθηση απώλειας ελέγχου, κρυφό φαγητό ή έντονη ενοχή μετά το φαγητό, χρειάζεται να το αναφέρει στον θεράποντα. Η σύγχρονη αξιολόγηση παιδιών και εφήβων με παχυσαρκία περιλαμβάνει ειδικά τη διερεύνηση υπερφαγικών επεισοδίων και άλλων διαταραγμένων διατροφικών συμπεριφορών.

Αποφεύγουμε την αστυνόμευση του φαγητού

Το να παρακολουθεί ένας γονέας συνεχώς τι υπάρχει στο πιάτο ενός μεγαλύτερου παιδιού ή εφήβου μπορεί να μετατρέψει κάθε γεύμα σε πεδίο σύγκρουσης. «Μην το φας αυτό.» «Δεν σου χρειάζεται δεύτερο.» «Πάλι τρως;» «Κρύβεσαι και τρως;» Τέτοιες καθημερινές αντιπαραθέσεις μπορεί να αυξάνουν τη ντροπή και τη μυστικότητα γύρω από το φαγητό. Η περισσότερο σύγχρονη προσέγγιση χρησιμοποιεί συνεργατικούς στόχους και μη στιγματιστική επικοινωνία αντί για κατηγορία και έλεγχο.

Τα αδέλφια δεν πρέπει να γίνονται μέτρο σύγκρισης

Δύο παιδιά στην ίδια οικογένεια μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικούς σωματότυπους, όρεξη και πορεία ανάπτυξης ακόμη κι αν ζουν στο ίδιο περιβάλλον. Φράσεις όπως: «Η αδελφή σου τρώει τα ίδια και είναι λεπτή.» ή: «Γιατί δεν μπορείς να έχεις το σώμα του αδελφού σου;» δεν προσφέρουν χρήσιμη πληροφορία και μπορούν να επιβαρύνουν τόσο τη σχέση μεταξύ των αδελφών όσο και την εικόνα σώματος. Η οικογενειακή αλλαγή δεν σημαίνει ότι όλα τα παιδιά πρέπει να έχουν το ίδιο σώμα. Σημαίνει ότι το σπίτι διευκολύνει συμπεριφορές που υποστηρίζουν την υγεία όλων.

Προσοχή στην εφηβεία και στην εικόνα σώματος

Η εφηβεία είναι περίοδος μεγάλων φυσιολογικών αλλαγών στο σώμα και αυξημένης κοινωνικής σύγκρισης. Ένας νέος με παχυσαρκία μπορεί να αισθάνεται ιδιαίτερα εκτεθειμένος σε σχόλια, φωτογραφίες και ιδανικά σώματος που προβάλλονται από συνομηλίκους και ψηφιακά μέσα. Η δυσαρέσκεια από το σώμα και η κακή αυτοεικόνα περιλαμβάνονται στα θέματα που χρειάζεται να διερευνώνται στην ψυχοκοινωνική αξιολόγηση. Ο στόχος δεν είναι να πείσουμε έναν έφηβο: «Δεν πρέπει να σε νοιάζει καθόλου πώς φαίνεσαι.» Η εμφάνιση έχει πραγματική κοινωνική και αναπτυξιακή σημασία σε αυτή την ηλικία. Χρειάζεται όμως να μην ταυτίζεται η αξία του νέου με το μέγεθος του σώματός του.

Το παιδί δεν πρέπει να αποκλείεται από δραστηριότητες μέχρι να χάσει βάρος

Ένα παιδί δεν χρειάζεται να «αδυνατίσει πρώτα» για να πάει κολυμβητήριο, να χορέψει, να ταξιδέψει, να αγοράσει ρούχα που του αρέσουν ή να συμμετέχει σε κοινωνικές δραστηριότητες. Η κοινωνική απομόνωση και η αποφυγή δραστηριότητας αποτελούν ήδη πιθανούς κινδύνους όταν υπάρχει στίγμα λόγω βάρους. Η ζωή του παιδιού δεν πρέπει να τεθεί σε αναμονή μέχρι να αλλάξει το σώμα του.

Πότε χρειάζεται ειδικότερη αξιολόγηση;

Η παρουσία αυξημένου ΔΜΣ από μόνη της δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί χρειάζεται την ίδια θεραπεία. Ο παιδίατρος αξιολογεί τη συνολική εικόνα. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν συνυπάρχουν:

  • πολύ υψηλός ή ταχέως αυξανόμενος ΔΜΣ, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν άλλες ανησυχίες για την ανάπτυξη,
  • αυξημένη αρτηριακή πίεση, διαταραχές γλυκόζης ή λιπιδίων, ηπατικές διαταραχές ή άλλες μεταβολικές επιπλοκές,
  • δυνατό ροχαλητό, παύσεις της αναπνοής ή σημαντική ημερήσια υπνηλία,
  • επίμονος πόνος ή σημαντικός περιορισμός της κίνησης,
  • κατάθλιψη, έντονο άγχος, κοινωνική απόσυρση ή σοβαρή δυσκολία με την εικόνα σώματος,
  • εκφοβισμός ή επίμονη αποφυγή του σχολείου λόγω βάρους,
  • επεισόδια υπερφαγίας με απώλεια ελέγχου,
  • υπερβολικός περιορισμός τροφής, πρόκληση εμέτου, χρήση καθαρτικών ή άλλες επικίνδυνες μέθοδοι απώλειας βάρους,
  • σημαντική αύξηση βάρους μετά την έναρξη φαρμακευτικής αγωγής,
  • αυτοτραυματισμός ή σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας.

Η παρουσία τέτοιων συμπτωμάτων δεν σημαίνει ότι όλα οφείλονται στην παχυσαρκία. Σημαίνει ότι χρειάζεται ευρύτερη ιατρική ή ψυχική αξιολόγηση.

Τι μπορούν να κάνουν πρακτικά οι γονείς;

Η πιο χρήσιμη αλλαγή είναι συνήθως να μετακινηθεί η οικογενειακή συζήτηση από το «πρέπει να αδυνατίσεις» στο «τι μπορούμε να αλλάξουμε όλοι ώστε η καθημερινότητά μας να υποστηρίζει περισσότερο την υγεία;». Αυτή η οικογενειοκεντρική προσέγγιση βρίσκεται στον πυρήνα τόσο του αρχικού ενημερωτικού υλικού όσο και των σύγχρονων εντατικών συμπεριφορικών παρεμβάσεων. Μπορεί να σημαίνει περισσότερο προγραμματισμένα γεύματα, μεγαλύτερη διαθεσιμότητα θρεπτικών τροφών, περισσότερη κίνηση στην καθημερινότητα, καλύτερο ύπνο και περιορισμό ορισμένων καθιστικών συνηθειών. Οι συγκεκριμένες αλλαγές χρειάζεται να είναι ρεαλιστικές για την οικογένεια και, όταν υπάρχει παχυσαρκία, να εντάσσονται ιδανικά σε οργανωμένο θεραπευτικό σχέδιο. Οι γονείς μπορούν επίσης να προστατεύσουν κάτι εξίσου σημαντικό: να μην αφήσουν τη θεραπεία να μετατρέψει το σπίτι σε χώρο όπου το παιδί αισθάνεται ότι παρακολουθείται συνεχώς για το σώμα και το φαγητό του.

Τι μπορεί να πει ένας γονέας;

Αν ο γιατρός έχει εκφράσει ανησυχία για την ανάπτυξη του παιδιού, δεν χρειάζεται να ειπωθεί: «Ο γιατρός είπε ότι είσαι πολύ χοντρός και πρέπει να χάσεις κιλά.» Περισσότερο κατάλληλο είναι: «Ο γιατρός μάς είπε ότι η ανάπτυξή σου δείχνει ότι χρειάζεται να φροντίσουμε λίγο περισσότερο ορισμένα πράγματα που σχετίζονται με την υγεία σου. Δεν είναι κάτι που θα κάνεις μόνος σου. Θα δούμε όλοι μαζί τι μπορούμε να αλλάξουμε και θα μας βοηθήσουν άνθρωποι που γνωρίζουν το θέμα.» Η διατύπωση δεν αρνείται το ιατρικό πρόβλημα. Το αποσυνδέει όμως από την ντροπή και μεταφέρει ότι η ευθύνη της αντιμετώπισης ανήκει στους ενήλικες και στην ομάδα φροντίδας, όχι αποκλειστικά στο παιδί.

Όταν το παιδί λέει «είμαι χοντρός και άσχημος»

Η αυθόρμητη απάντηση: «Όχι, δεν είσαι καθόλου χοντρός.» δεν είναι πάντοτε η πιο χρήσιμη, ιδιαίτερα αν το παιδί γνωρίζει ότι έχει διαφορετικό σώμα από τους συνομηλίκους του. Μπορούμε να διερευνήσουμε τι κρύβεται πίσω από τη φράση: «Τι σε έκανε να το σκεφτείς αυτό;» Μπορεί να προκύψει ότι κάποιος το κορόιδεψε, ότι είδε μια φωτογραφία του, ότι δεν βρήκε ρούχα στο μέγεθός του ή ότι φοβάται πως δεν θα γίνει αποδεκτό από την παρέα. Στη συνέχεια μπορεί να ειπωθεί: «Το σώμα σου είναι ένα μέρος του εαυτού σου και φροντίζουμε την υγεία του. Δεν καθορίζει όμως αν είσαι όμορφος, αξιαγάπητος ή σημαντικός. Αν υπάρχει κάτι στην υγεία σου που χρειάζεται αλλαγή, θα το αντιμετωπίσουμε χωρίς να σε μειώνουμε γι' αυτό.»

Η θεραπεία χρειάζεται να είναι μακροπρόθεσμη και ρεαλιστική

Η παχυσαρκία μπορεί να εξελιχθεί σε μακροχρόνιο πρόβλημα και ότι η διατήρηση νέων καθημερινών συνηθειών είναι δύσκολη. Η σύγχρονη προσέγγιση συμφωνεί και αντιμετωπίζει την παχυσαρκία ως χρόνια κατάσταση που χρειάζεται συνεχή φροντίδα αντί για σύντομες περιόδους αυστηρής δίαιτας και επαναλαμβανόμενες «νέες αρχές». Η επιτυχία δεν κρίνεται από το αν το παιδί ήταν «τέλειο» για μία εβδομάδα. Κρίνεται από το αν μπορούν σταδιακά να δημιουργηθούν βιώσιμες αλλαγές που υποστηρίζουν την υγεία χωρίς να υπονομεύουν την ψυχική του ευεξία.

Το βασικό μήνυμα για τους γονείς

Η παιδική παχυσαρκία χρειάζεται να αντιμετωπίζεται σοβαρά, αλλά όχι δραματικά και όχι τιμωρητικά. Είναι μια πραγματική κατάσταση υγείας με πιθανές σωματικές και ψυχοκοινωνικές συνέπειες και υπάρχουν πλέον αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές διαφορετικής έντασης. Το παιδί δεν χρειάζεται ντροπή, ετικέτες ή καθημερινές παρατηρήσεις για το σώμα του. Χρειάζεται κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση, οικογενειακή υποστήριξη, πρόσβαση σε τεκμηριωμένη θεραπεία και ένα περιβάλλον στο οποίο η υγεία δεν ταυτίζεται με την εμφάνιση. Όταν υπάρχουν παράλληλα άγχος, κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση, εκφοβισμός, διαταραγμένη σχέση με το φαγητό ή άλλη ψυχική δυσκολία, αυτά δεν πρέπει να θεωρούνται δευτερεύοντα ζητήματα που θα λυθούν απλώς αν μειωθεί το βάρος. Χρειάζονται τη δική τους αξιολόγηση και, όταν ενδείκνυται, θεραπεία. Η καλύτερη φροντίδα επομένως δεν ρωτά μόνο «πόσο ζυγίζει το παιδί;». Ρωτά πώς αναπτύσσεται, πώς είναι η σωματική του υγεία, πώς κοιμάται και τρέφεται, πόσο μπορεί να κινηθεί, πώς αισθάνεται για το σώμα του, τι συμβαίνει στις σχέσεις και στο σχολείο του και τι πραγματικά μπορεί να εφαρμόσει η οικογένειά του στην καθημερινή ζωή.