Τα περισσότερα παιδιά μπορεί κάποιες φορές να πουν ότι δεν θέλουν να πάνε σχολείο. Ένα δύσκολο διαγώνισμα, μια διαφωνία με φίλους, η κούραση ή η επιθυμία να μείνουν στο σπίτι μπορεί περιστασιακά να προκαλέσουν αντίδραση. Η σχολική άρνηση ή σχολική αποφυγή αφορά κάτι διαφορετικό: μια επαναλαμβανόμενη δυσκολία του παιδιού ή του εφήβου να πάει ή να παραμείνει στο σχολείο, η οποία συνδέεται συνήθως με σημαντική συναισθηματική δυσφορία. Το παιδί μπορεί να κλαίει, να πανικοβάλλεται, να παραπονιέται για σωματικά συμπτώματα ή απλώς να δηλώνει ότι δεν μπορεί να φύγει από το σπίτι. Σε άλλες περιπτώσεις φτάνει μέχρι την είσοδο του σχολείου αλλά δεν μπορεί να μπει, παρακολουθεί μόνο ορισμένες ώρες ή ζητά επανειλημμένα να φύγει νωρίτερα. Δεν πρόκειται απαραίτητα για συνειδητή επιλογή «να μην πάει σχολείο». Για αρκετά παιδιά η συναισθηματική δυσφορία είναι πραγματική και πολύ έντονη.
Η σχολική άρνηση δεν είναι διάγνωση
Ο όρος περιγράφει ένα πρότυπο συμπεριφοράς και λειτουργικής δυσκολίας, όχι μία συγκεκριμένη ψυχιατρική διάγνωση. Πίσω από τη σχολική άρνηση μπορεί να βρίσκονται διαφορετικές δυσκολίες: άγχος αποχωρισμού, κοινωνικό άγχος, γενικευμένες ανησυχίες, κατάθλιψη, φόβος αποτυχίας, μαθησιακές δυσκολίες, εκφοβισμός, προβλήματα στις σχέσεις με συνομηλίκους ή εκπαιδευτικούς, νευροαναπτυξιακές δυσκολίες ή σημαντικές αλλαγές και στρεσογόνα γεγονότα στη ζωή του παιδιού. Για τον λόγο αυτό, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο: «Πώς θα το κάνουμε να πάει στο σχολείο;» αλλά και: «Τι είναι αυτό που κάνει το σχολείο ή τον αποχωρισμό από το σπίτι τόσο δύσκολο για το συγκεκριμένο παιδί;» Η επιστροφή στη φοίτηση είναι σημαντική, αλλά χρειάζεται παράλληλα να κατανοηθεί και να αντιμετωπιστεί ο λόγος που συντηρεί την αποφυγή.
Σε ποιες ηλικίες εμφανίζεται συχνότερα;
Η σχολική άρνηση μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε σχολική ηλικία, αλλά παρατηρείται συχνά σε περιόδους σημαντικών μεταβάσεων, ιδιαίτερα περίπου στις ηλικίες 5–7 ετών και 11–14 ετών, όταν τα παιδιά αντιμετωπίζουν νέες απαιτήσεις κατά την έναρξη του δημοτικού ή τη μετάβαση σε επόμενο σχολικό περιβάλλον. Στα μικρότερα παιδιά είναι συχνότερο να κυριαρχεί ο φόβος αποχωρισμού από τους γονείς ή το σπίτι. Στους μεγαλύτερους μαθητές και στους εφήβους χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή σε προβλήματα με συνομηλίκους, εκφοβισμό, κοινωνικό άγχος, σχολική αποτυχία, κατάθλιψη ή άλλες ψυχικές δυσκολίες. Η νέα εμφάνιση σχολικής άρνησης σε έναν μεγαλύτερο έφηβο χρειάζεται συνήθως πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση.
Πώς μπορεί να αρχίσει;
Μερικές φορές η δυσκολία εμφανίζεται σταδιακά. Το παιδί αρχίζει να ζητά να μείνει σπίτι μία ημέρα, μετά καθυστερεί όλο και περισσότερο το πρωί και τελικά οι απουσίες αυξάνονται. Άλλες φορές η έναρξη είναι σχετικά απότομη. Μπορεί να εμφανιστεί μετά από καλοκαιρινές διακοπές, αργίες, μια περίοδο ασθένειας ή άλλο διάστημα στο οποίο το παιδί έμεινε περισσότερο στο σπίτι. Μπορεί επίσης να ακολουθήσει ένα στρεσογόνο γεγονός, όπως αλλαγή σχολείου ή κατοικίας, απώλεια αγαπημένου προσώπου ή άλλη σημαντική αλλαγή στη ζωή του. Στους εφήβους μπορεί να έχει προηγηθεί ένα συγκεκριμένο περιστατικό στο σχολείο: μια ταπείνωση μέσα στην τάξη, εκφοβισμός, μια σύγκρουση με φίλους, σχολική αποτυχία ή έντονο άγχος γύρω από τις επιδόσεις.
Τα σωματικά συμπτώματα είναι πραγματικά
Ένα χαρακτηριστικό πρότυπο είναι το παιδί να ξυπνά το πρωί με:
- κοιλιακό πόνο,
- πονοκέφαλο,
- ναυτία,
- ζάλη,
- αίσθημα αδυναμίας,
- ταχυκαρδία ή δυσκολία στην αναπνοή,
- γενικό αίσθημα ότι «είναι άρρωστο».
Τα συμπτώματα μπορεί να κορυφώνονται λίγο πριν από την αναχώρηση για το σχολείο, να μειώνονται όταν αποφασιστεί ότι το παιδί θα παραμείνει σπίτι και να επανεμφανίζονται το επόμενο σχολικό πρωινό. Συχνά είναι πολύ λιγότερα ή απουσιάζουν τα Σαββατοκύριακα και στις διακοπές. Αυτό δεν σημαίνει ότι το παιδί προσποιείται. Το άγχος μπορεί πράγματι να προκαλέσει έντονα σωματικά συμπτώματα χωρίς το παιδί να τα δημιουργεί συνειδητά. Παράλληλα, δεν πρέπει κάθε πονοκέφαλος ή κοιλιακός πόνος να αποδίδεται αυτομάτως στο άγχος. Όταν τα συμπτώματα είναι νέα, έντονα ή ασαφή, είναι σωστό να αποκλειστεί και κάποια σωματική αιτία.
Όταν το πρόβλημα είναι ο αποχωρισμός από τους γονείς
Στα μικρότερα παιδιά η άρνηση μπορεί να αποτελεί μέρος έντονου άγχους αποχωρισμού. Το παιδί μπορεί να φοβάται όχι τόσο το ίδιο το σχολείο όσο το ότι θα βρίσκεται μακριά από τους ανθρώπους στους οποίους αισθάνεται ασφάλεια. Μπορεί να:
- ακολουθεί συνεχώς τον γονέα μέσα στο σπίτι,
- ανησυχεί υπερβολικά μήπως συμβεί κάτι στη μητέρα ή στον πατέρα,
- φοβάται μήπως πάθει κάτι το ίδιο όταν βρίσκεται μακριά,
- δυσκολεύεται να κοιμηθεί μόνο του,
- έχει εφιάλτες,
- φοβάται να παραμείνει μόνο,
- παρουσιάζει πολύ έντονη αντίδραση όταν έρθει η ώρα να φύγει για το σχολείο.
Ένα παιδί μπορεί να εμφανίζει μεγάλη αναστάτωση μέχρι τη στιγμή που αποχωρίζεται τον γονέα και, όταν τελικά μπει στο σχολείο, να ηρεμεί σχετικά γρήγορα. Αυτό αποτελεί σημαντική πληροφορία για την κατανόηση της δυσκολίας.
Μερικές φορές το πρόβλημα βρίσκεται μέσα στο σχολείο
Δεν είναι σωστό να θεωρούμε κάθε σχολική άρνηση αποτέλεσμα άγχους αποχωρισμού ή μιας «υπερβολικής εξάρτησης» από τους γονείς. Ένα παιδί μπορεί να έχει έναν πραγματικό λόγο να φοβάται ή να αποφεύγει το σχολικό περιβάλλον. Μπορεί να υπάρχει:
- εκφοβισμός ή κοινωνικός αποκλεισμός,
- φόβος σωματικής βίας,
- διαδικτυακός εκφοβισμός που συνεχίζεται και στο σχολείο,
- μαθησιακή δυσκολία που δεν έχει αναγνωριστεί,
- φόβος αποτυχίας,
- ιδιαίτερη δυσκολία σε ένα συγκεκριμένο μάθημα,
- υπερβολικό άγχος για εξετάσεις ή παρουσίαση μπροστά στην τάξη,
- δυσκολία στη σχέση με εκπαιδευτικό,
- αμηχανία γύρω από τη χρήση της σχολικής τουαλέτας,
- αισθητηριακή επιβάρυνση από θόρυβο, συνωστισμό ή άλλα χαρακτηριστικά του σχολικού περιβάλλοντος.
Για αυτό πριν ζητήσουμε από ένα παιδί να «ξεπεράσει τον φόβο του», πρέπει να βεβαιωθούμε ότι δεν του ζητάμε απλώς να επιστρέψει σε ένα περιβάλλον στο οποίο εξακολουθεί να υπάρχει ένα πραγματικό πρόβλημα.
Σχολική άρνηση και σχολική αποτυχία
Ένα παιδί που δυσκολεύεται συστηματικά στην ανάγνωση, στη γραφή, στα μαθηματικά ή στην προσοχή μπορεί με τον χρόνο να συνδέσει το σχολείο με επαναλαμβανόμενη αποτυχία και ντροπή. Μπορεί να μην πει: «Φοβάμαι ότι θα με σηκώσει η δασκάλα να διαβάσω και θα γελάσουν μαζί μου.» Μπορεί να πει: «Πονάει η κοιλιά μου.» ή: «Μισώ το σχολείο.» Η αξιολόγηση επομένως χρειάζεται να εξετάζει και τη σχολική επίδοση, τις μαθησιακές ανάγκες και το κατά πόσο οι απαιτήσεις αντιστοιχούν στις δυνατότητες και στις δυσκολίες του παιδιού. Οι μαθησιακές δυσκολίες συγκαταλέγονται στα προβλήματα που μπορεί να χρειάζεται να αντιμετωπιστούν παράλληλα με το σχέδιο επιστροφής στο σχολείο.
Στους εφήβους η εικόνα μπορεί να είναι διαφορετική
Ο έφηβος μπορεί να μην κλαίει στην πόρτα του σχολείου. Μπορεί να μένει στο κρεβάτι, να λέει ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να πάω», να καθυστερεί συστηματικά, να παρακολουθεί μόνο ορισμένες ώρες ή να αρχίζει σταδιακά να χάνει όλο και περισσότερες ημέρες. Χρειάζεται να διερευνηθούν ιδιαίτερα:
- κοινωνικό άγχος,
- εκφοβισμός και προβλήματα στην παρέα,
- φόβος αξιολόγησης ή αποτυχίας,
- κατάθλιψη,
- προβλήματα ύπνου,
- σημαντικές μαθησιακές δυσκολίες,
- νευροαναπτυξιακές ανάγκες,
- οικογενειακές δυσκολίες,
- άλλες ψυχικές ή σωματικές καταστάσεις.
Η επίμονη απομάκρυνση από το σχολείο σε έναν έφηβο μπορεί να έχει σημαντικές εκπαιδευτικές και κοινωνικές συνέπειες και δεν πρέπει να θεωρείται απλώς «εφηβική τεμπελιά».
Δεν είναι το ίδιο με την κοπάνα
Η σχολική άρνηση που συνδέεται με έντονο άγχος ή άλλη συναισθηματική δυσφορία διαφέρει από την εσκεμμένη αποχή από το σχολείο χωρίς ανάλογη συναισθηματική δυσκολία. Στη σχολική άρνηση οι γονείς συνήθως γνωρίζουν ότι το παιδί δεν βρίσκεται στο σχολείο και συχνά προσπαθούν επί ώρες να το πείσουν να πάει. Το παιδί μπορεί να θέλει σε κάποιο επίπεδο να καταφέρει να παρακολουθήσει, αλλά να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να αντέξει τη δυσφορία που προκαλεί η φοίτηση. Στην απλή κοπάνα η απουσία μπορεί να αποκρύπτεται από την οικογένεια και δεν υπάρχει απαραίτητα έντονο άγχος γύρω από την είσοδο στο σχολείο. Η διάκριση δεν γίνεται για να χαρακτηριστεί ένα παιδί ως «καλό» ή «κακό». Χρειάζεται επειδή οι δύο καταστάσεις μπορεί να έχουν διαφορετικούς παράγοντες και να απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση.
Πώς δημιουργείται ο κύκλος της αποφυγής;
Η σχολική αποφυγή μπορεί εύκολα να αυτοενισχυθεί. Το παιδί ξυπνά αγχωμένο. Σκέφτεται ότι πρέπει να πάει σχολείο. Το άγχος αυξάνεται και εμφανίζονται κοιλιακός πόνος, κλάμα ή πανικός. Τελικά μένει σπίτι. Μόλις αποφασιστεί ότι δεν θα πάει, το άγχος πέφτει απότομα. Αυτή η άμεση ανακούφιση διδάσκει, χωρίς κανείς να το επιδιώκει: «Όταν αποφεύγω το σχολείο, αισθάνομαι καλύτερα.» Την επόμενη ημέρα η επιστροφή μπορεί έτσι να γίνει ακόμη δυσκολότερη. Οι υπηρεσίες που ασχολούνται με σχολική αποφυγή επισημαίνουν ότι όσο περισσότερο αποφεύγεται μια κατάσταση που προκαλεί φόβο, τόσο πιο δύσκολο μπορεί να γίνει να αντιμετωπιστεί αργότερα. Για αυτό η έγκαιρη αντιμετώπιση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Το σπίτι δεν πρέπει να γίνει περισσότερο ελκυστικό από το σχολείο
Όταν ένα παιδί παραμένει σπίτι λόγω σχολικής άρνησης, δεν είναι χρήσιμο η ημέρα να μετατρέπεται σε διακοπές με gaming, social media, αγαπημένες σειρές, φίλους και ειδικές δραστηριότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι το παιδί πρέπει να τιμωρείται επειδή αγχώθηκε. Σημαίνει ότι η παραμονή στο σπίτι χρειάζεται να παραμένει ουδέτερη και να μην αποκτά ισχυρές πρόσθετες ανταμοιβές που κάνουν τη σχολική επιστροφή ακόμη δυσκολότερη. Η στάση μπορεί να είναι ταυτόχρονα υποστηρικτική και σταθερή: «Καταλαβαίνω ότι σήμερα αισθάνεσαι πολύ άσχημα. Δεν σε τιμωρούμε γι' αυτό. Όμως σήμερα είναι σχολική ημέρα, όχι ημέρα διακοπών, και θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε για να επιστρέψεις.»
Η κατανόηση του άγχους δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε τη φοίτηση
Οι γονείς μπορεί να βρεθούν ανάμεσα σε δύο ακραίες στάσεις. Η πρώτη είναι: «Δεν σε νοιάζει, θα πας με το ζόρι και τέλος.» Η δεύτερη: «Αφού αγχώνεσαι τόσο, μείνε σπίτι μέχρι να αισθανθείς έτοιμος.» Καμία από τις δύο δεν είναι συνήθως αρκετή. Το παιδί χρειάζεται να αισθανθεί ότι οι ενήλικες πιστεύουν και κατανοούν τη δυσφορία του, αλλά ταυτόχρονα ότι έχουν ένα σχέδιο για να το βοηθήσουν να επιστρέψει. Η παρατεταμένη αναμονή μέχρι «να φύγει τελείως το άγχος» μπορεί να ενισχύσει την αποφυγή και να καταστήσει την επιστροφή δυσκολότερη.
Δεν πιέζουμε όμως χωρίς να έχουμε καταλάβει τι συμβαίνει
Η ενθάρρυνση για επιστροφή στο σχολείο δεν πρέπει να μετατρέπεται σε τυφλή πίεση. Αν το παιδί δέχεται καθημερινά εκφοβισμό, έχει σοβαρή μαθησιακή δυσκολία που δεν υποστηρίζεται ή κατακλύζεται από συγκεκριμένες απαιτήσεις του σχολικού περιβάλλοντος, τότε πρέπει να γίνουν και αλλαγές στο ίδιο το περιβάλλον. Η αντιμετώπιση του άγχους δεν σημαίνει ότι ζητάμε από το παιδί να προσαρμοστεί σε μια κατάσταση που παραμένει πραγματικά απειλητική ή ακατάλληλη. Η ουσία είναι να ξεχωρίσουμε: τι πρέπει να μάθει σταδιακά να αντέχει το παιδί και τι πρέπει πραγματικά να αλλάξει στο περιβάλλον του.
Η συνεργασία με το σχολείο είναι απαραίτητη
Η σχολική άρνηση δύσκολα αντιμετωπίζεται μόνο μέσα στο σπίτι. Η συνεργασία οικογένειας, σχολείου και, όταν χρειάζεται, επαγγελματία ψυχικής υγείας αποτελεί βασικό μέρος της αντιμετώπισης. Το σχολείο μπορεί να βοηθήσει με πρακτικά μέτρα όπως:
- ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που θα υποδέχεται το παιδί το πρωί,
- έναν ήσυχο χώρο όπου μπορεί προσωρινά να ηρεμήσει,
- προσαρμογή της εισόδου στο σχολείο ώστε να αποφεύγεται μια δύσκολη στιγμή συνωστισμού,
- προσωρινή μείωση ορισμένων απαιτήσεων,
- αντιμετώπιση εκφοβισμού ή άλλου συγκεκριμένου προβλήματος,
- υποστήριξη για μαθησιακές δυσκολίες,
- οργανωμένο σχέδιο σταδιακής επιστροφής όταν η πλήρης επιστροφή δεν είναι άμεσα εφικτή.
Το σχέδιο χρειάζεται να είναι συγκεκριμένο. Το «ελάτε όταν νιώσει καλύτερα» δεν αποτελεί πραγματικό σχέδιο επιστροφής.
Σταδιακή επιστροφή
Όταν το άγχος είναι πολύ έντονο, η άμεση πλήρης επιστροφή μπορεί να μην είναι εφικτή. Τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια σταδιακή και οργανωμένη επανένταξη. Για ένα παιδί μπορεί να σημαίνει αρχικά να φτάσει μέχρι το σχολείο και να συναντήσει έναν γνωστό εκπαιδευτικό. Στη συνέχεια να παρακολουθήσει μία ή δύο ώρες, έπειτα ένα μισό σχολικό πρόγραμμα και τελικά ολόκληρη ημέρα. Για άλλο παιδί μπορεί να είναι περισσότερο κατάλληλη μια διαφορετική πορεία. Η αρχή είναι ότι τα βήματα είναι αρκετά μικρά ώστε να είναι εφικτά αλλά εξακολουθούν να οδηγούν συστηματικά προς την πλήρη φοίτηση. Η σταδιακή επιστροφή δεν πρέπει να μετατραπεί σε αόριστη παραμονή σε ένα πολύ περιορισμένο πρόγραμμα χωρίς επανεκτίμηση. Ο τελικός στόχος παραμένει η όσο γίνεται πληρέστερη συμμετοχή στην εκπαιδευτική και κοινωνική ζωή.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς το πρωί;
Τα πρωινά είναι συχνά η πιο δύσκολη στιγμή και οι μακροσκελείς συζητήσεις μπορεί άθελά τους να ενισχύουν την αναστάτωση. Βοηθά να υπάρχει:
- σταθερή ώρα ύπνου και αφύπνισης,
- προετοιμασία ρούχων και σχολικής τσάντας από το προηγούμενο βράδυ,
- προβλέψιμη πρωινή ρουτίνα,
- λίγες και σαφείς οδηγίες,
- ήρεμος τόνος,
- περιορισμός των ατελείωτων διαπραγματεύσεων,
- σαφές συμφωνημένο σχέδιο για το ποιος θα συνοδεύσει το παιδί και ποιος θα το υποδεχθεί στο σχολείο.
Το παιδί μπορεί να χρειάζεται επιβεβαίωση ότι οι γονείς καταλαβαίνουν τη δυσκολία του, αλλά όχι επανειλημμένη συζήτηση για κάθε σωματική αίσθηση: «Ξέρω ότι η κοιλιά σου πονά όταν αγχώνεσαι. Έχουμε ελέγξει ότι είσαι καλά και έχουμε συμφωνήσει το σχέδιο με το σχολείο. Θα σε βοηθήσω να κάνουμε το επόμενο βήμα.»
Τι δεν βοηθά;
Δεν βοηθούν οι χαρακτηρισμοί: «Τεμπελιάζεις.» «Μας χειρίζεσαι.» «Όλα τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο, μόνο εσύ κάνεις έτσι.» Το ίδιο προβληματική μπορεί να είναι η ντροπή ή οι συγκρίσεις με αδέλφια και συνομηλίκους. Από την άλλη πλευρά, δεν βοηθούν συνήθως και οι επανειλημμένες διαβεβαιώσεις: «Αν δεν αισθάνεσαι καλά αύριο, δεν θα πας.» όταν δεν υπάρχει σωματική ασθένεια και η αποφυγή συντηρεί το άγχος. Η στάση χρειάζεται να συνδυάζει κατανόηση της δυσφορίας με σταθερότητα γύρω από το θεραπευτικό σχέδιο και τη φοίτηση.
Πώς γίνεται η αξιολόγηση;
Η αξιολόγηση χρειάζεται να εξετάσει πολύ περισσότερα από τον αριθμό των απουσιών. Είναι σημαντικό να διερευνηθούν:
- πότε και πώς ξεκίνησε το πρόβλημα,
- ποια σχολικά πρωινά είναι πιο δύσκολα,
- αν υπάρχουν συγκεκριμένα μαθήματα ή ημέρες που το άγχος αυξάνεται,
- τι αισθάνεται και τι σκέφτεται το παιδί πριν από το σχολείο,
- τα σωματικά συμπτώματα,
- τι συμβαίνει όταν τελικά παραμείνει σπίτι,
- αν η δυσφορία εξαφανίζεται όταν φτάσει στο σχολείο,
- η σχέση με τους γονείς και τυχόν άγχος αποχωρισμού,
- οι φιλίες και πιθανός εκφοβισμός,
- η σχολική επίδοση και πιθανές μαθησιακές δυσκολίες,
- η διάθεση, το γενικότερο άγχος και ο ύπνος,
- νευροαναπτυξιακές ή άλλες ιδιαίτερες ανάγκες,
- σημαντικές οικογενειακές ή άλλες αλλαγές στη ζωή,
- η παρουσία σωματικής νόσου.
Πληροφορίες από το σχολείο είναι συχνά απαραίτητες. Το παιδί μπορεί να περιγράφεται στο σπίτι ως εντελώς αδύναμο να πάει σχολείο, ενώ ο εκπαιδευτικός να αναφέρει ότι, όταν τελικά φτάσει, ηρεμεί σε δέκα λεπτά και συμμετέχει κανονικά. Ή μπορεί αντίθετα το σχολείο να αποκαλύψει δυσκολίες που δεν γνωρίζει η οικογένεια.
Πώς αντιμετωπίζεται;
Δεν υπάρχει μία θεραπεία που να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα παιδιά, επειδή η σχολική άρνηση μπορεί να έχει διαφορετική αιτία. Όταν κυριαρχεί το άγχος, η ψυχολογική παρέμβαση μπορεί να περιλαμβάνει εκπαίδευση για το άγχος, ανάπτυξη δεξιοτήτων αντιμετώπισης, σταδιακή έκθεση στις καταστάσεις που αποφεύγονται και συνεργασία με τους γονείς και το σχολείο. Η θεραπεία συνοδεύεται από συγκεκριμένο σχέδιο επιστροφής και αντιμετώπιση των παραγόντων που βρίσκονται πίσω από τη σχολική αποφυγή. Αν υπάρχει εκφοβισμός, χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ο εκφοβισμός. Αν υπάρχει μαθησιακή δυσκολία, χρειάζεται αντίστοιχη εκπαιδευτική υποστήριξη. Αν υπάρχει κατάθλιψη ή άλλη ψυχική διαταραχή, χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ειδικά. Η απλή προσπάθεια να αυξηθεί η παρουσία στο σχολείο χωρίς να αντιμετωπιστεί το υποκείμενο πρόβλημα μπορεί να μην είναι αρκετή.
Υπάρχει θέση για φαρμακευτική αγωγή;
Η σχολική άρνηση καθαυτή δεν αποτελεί ένδειξη για ένα συγκεκριμένο φάρμακο. Σε ορισμένα παιδιά όμως συνυπάρχει σημαντική αγχώδης ή καταθλιπτική διαταραχή για την οποία μπορεί, μετά από ολοκληρωμένη αξιολόγηση, να υπάρχει ένδειξη φαρμακευτικής θεραπείας. Όταν χρησιμοποιείται φαρμακευτική αγωγή, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου θεραπευτικού σχεδίου και δεν υποκαθιστά την ψυχολογική παρέμβαση, τη συνεργασία με το σχολείο και την οργανωμένη επιστροφή στη φοίτηση.
Γιατί έχει σημασία να μην παρατείνεται η απουσία;
Η σχολική φοίτηση δεν αφορά μόνο τη σχολική ύλη. Το σχολείο είναι επίσης χώρος κοινωνικών σχέσεων, καθημερινής δομής, ανάπτυξης αυτονομίας και συμμετοχής σε μια κοινότητα. Όσο περισσότερο παρατείνεται η απουσία, τόσο περισσότερη ύλη χάνει το παιδί, τόσο περισσότερο μπορεί να αισθάνεται ότι έχει μείνει πίσω και τόσο δυσκολότερη μπορεί να γίνεται η επιστροφή τόσο ακαδημαϊκά όσο και κοινωνικά. Η χρόνια απουσία συνδέεται με σημαντικότερες εκπαιδευτικές δυσκολίες, ενώ στερεί από τα παιδιά και καθημερινές κοινωνικές εμπειρίες και υποστηρικτικές υπηρεσίες που παρέχονται στο σχολείο. Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας δεύτερος κύκλος: άγχος → απουσία → σχολικά και κοινωνικά κενά → περισσότερο άγχος για την επιστροφή → περισσότερη απουσία.
Πότε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια;
Όταν η δυσκολία είναι περιστασιακή και υποχωρεί γρήγορα, μπορεί να είναι αρκετή η συνεργασία της οικογένειας με το σχολείο. Αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν:
- η άρνηση επιμένει ή οι απουσίες αρχίζουν να αυξάνονται,
- υπάρχουν συχνά σωματικά συμπτώματα μόνο ή κυρίως τις σχολικές ημέρες,
- το παιδί παρουσιάζει έντονο πανικό ή πολύ σοβαρές εκρήξεις πριν από το σχολείο,
- η οικογένεια δεν καταφέρνει να εφαρμόσει ένα σταθερό σχέδιο επιστροφής,
- υπάρχουν ενδείξεις σημαντικού άγχους ή κατάθλιψης,
- υπάρχει πιθανότητα εκφοβισμού ή άλλου προβλήματος στο σχολείο,
- υπάρχουν μαθησιακές ή αναπτυξιακές δυσκολίες,
- ένας μεγαλύτερος μαθητής ή έφηβος αρχίζει ξαφνικά να αρνείται το σχολείο.
Η έγκαιρη παρέμβαση είναι προτιμότερη από την αναμονή μέχρι οι απουσίες να έχουν γίνει χρόνιες.
Πότε χρειάζεται άμεση αξιολόγηση;
Η σχολική άρνηση από μόνη της δεν αποτελεί συνήθως επείγον περιστατικό. Χρειάζεται όμως άμεση ψυχική ή ιατρική αξιολόγηση όταν συνοδεύεται από:
- αυτοκτονικές σκέψεις ή συγκεκριμένο σχέδιο αυτοκτονίας,
- σοβαρό αυτοτραυματισμό,
- σημαντική κατάθλιψη με αδυναμία βασικής λειτουργίας,
- ψυχωτικά συμπτώματα ή σοβαρή αποδιοργάνωση,
- σοβαρή απειλή ή πραγματικό κίνδυνο βίας ή κακοποίησης στο σχολείο ή αλλού,
- οξεία σωματική κατάσταση που μπορεί να εξηγεί τα συμπτώματα.
Σε αυτές τις περιπτώσεις η προτεραιότητα είναι πρώτα η ασφάλεια και η κατάλληλη αξιολόγηση και στη συνέχεια οργανώνεται το ζήτημα της σχολικής φοίτησης.
Το παιδί δεν χρειάζεται να περιμένει να «μη φοβάται καθόλου»
Ένας σημαντικός θεραπευτικός στόχος είναι να αλλάξει η προσδοκία ότι το παιδί πρέπει πρώτα να αισθανθεί απολύτως καλά και μετά να επιστρέψει στο σχολείο. Συχνά η πορεία είναι αντίστροφη: με την κατάλληλη υποστήριξη, το παιδί κάνει σταδιακά πράγματα παρότι αισθάνεται κάποιο άγχος, αποκτά εμπειρίες ότι μπορεί να τα αντιμετωπίσει και έτσι το άγχος μειώνεται. Το μήνυμα δεν είναι: «Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι.» Πιο βοηθητικό είναι: «Βλέπω ότι φοβάσαι και θέλω να καταλάβουμε τι σε δυσκολεύει. Θα το αντιμετωπίσουμε μαζί, βήμα βήμα, ώστε να μπορέσεις να επιστρέψεις σε αυτό που χρειάζεται να κάνεις.» Με έγκαιρη αναγνώριση, συνεργασία μεταξύ οικογένειας και σχολείου και κατάλληλη θεραπεία όταν χρειάζεται, τα περισσότερα παιδιά μπορούν να επανέλθουν επιτυχώς στη σχολική φοίτηση.


