Τα παιδιά και οι έφηβοι συχνά εκφράζουν τη δυσφορία τους και μέσα από το σώμα. Ένας πόνος στην κοιλιά πριν από ένα διαγώνισμα, ένας πονοκέφαλος σε μια περίοδο έντασης ή η ταχυκαρδία πριν από μια δύσκολη κοινωνική κατάσταση είναι εμπειρίες που μπορούν να συμβούν σε οποιονδήποτε. Τα σωματικά ενοχλήματα είναι συχνά στην παιδική ηλικία και δεν σημαίνουν από μόνα τους ούτε σωματική νόσο ούτε ψυχική διαταραχή. Σε ορισμένα παιδιά, όμως, τα σωματικά συμπτώματα γίνονται επίμονα ή πολύ έντονα και αρχίζουν να επηρεάζουν σημαντικά το σχολείο, το παιχνίδι, τις φιλίες και την οικογενειακή ζωή. Μπορεί να έχει προηγηθεί μια ασθένεια ή ένας τραυματισμός, μπορεί να υπάρχει ταυτόχρονα πραγματική ιατρική πάθηση ή μπορεί να μην εντοπίζεται κάποια οργανική αιτία που να εξηγεί πλήρως την ένταση και τη διάρκεια των συμπτωμάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται αξιολόγηση για σωματικά συμπτώματα και σχετιζόμενες διαταραχές.
Τα συμπτώματα είναι πραγματικά
Το σημαντικότερο σημείο για το παιδί, την οικογένεια και το σχολείο είναι ότι τα συμπτώματα δεν είναι «φανταστικά». Ένα παιδί που αισθάνεται πόνο, ζάλη, αδυναμία ή ναυτία βιώνει πραγματικά αυτή την αίσθηση. Δεν χρειάζεται να υπάρχει βλάβη κάποιου οργάνου για να είναι πραγματική μια σωματική εμπειρία. Το άγχος και άλλα έντονα συναισθήματα συνοδεύονται από πραγματικές μεταβολές στο σώμα: η καρδιά χτυπά γρηγορότερα, οι μύες συσπώνται, αλλάζει η αναπνοή και επηρεάζεται η λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος. Έτσι εξηγούνται καθημερινές εμπειρίες όπως το «σφίξιμο» στο στομάχι πριν από μια εξέταση ή η μυϊκή ένταση σε μια περίοδο παρατεταμένου στρες. Η φράση «δεν έχεις τίποτα» επομένως μπορεί να είναι ιδιαίτερα προβληματική. Ο γιατρός μπορεί να εννοεί ότι δεν βρέθηκε κάποια επικίνδυνη οργανική νόσος. Το παιδί όμως ακούει ότι οι ενήλικες θεωρούν πως ο πόνος ή η αδυναμία του δεν υπάρχουν.
Τι είναι η σωματοποίηση;
Με τον όρο σωματοποίηση περιγράφουμε την έκφραση ή την εμπειρία ψυχικής και συναισθηματικής δυσφορίας μέσα από σωματικά συμπτώματα. Σε έναν βαθμό αποτελεί φυσιολογικό ανθρώπινο φαινόμενο και δεν αποτελεί από μόνη της διάγνωση. Στα παιδιά η σχέση ανάμεσα στο σώμα και στο συναίσθημα μπορεί να είναι ιδιαίτερα εμφανής. Ένα μικρότερο παιδί μπορεί να γνωρίζει ότι «πονάει η κοιλιά του», αλλά να μην μπορεί ακόμη να αναγνωρίσει και να περιγράψει ότι φοβάται μήπως αποτύχει, ότι αισθάνεται μόνο του στο σχολείο ή ότι υπάρχει ένταση στην οικογένεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι πίσω από κάθε σωματικό σύμπτωμα υπάρχει ένα «κρυμμένο ψυχολογικό πρόβλημα». Μερικές φορές υπάρχει σαφής σχέση με άγχος ή άλλη δυσφορία, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ο μηχανισμός είναι περισσότερο σύνθετος και δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο γεγονός ή συναίσθημα που εξηγεί την έναρξη. Σωματικά συμπτώματα μπορεί επίσης να ξεκινήσουν μετά από πραγματική λοίμωξη, τραυματισμό ή άλλη ασθένεια και να επιμένουν αφού έχει υποχωρήσει το αρχικό πρόβλημα.
Ποια συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται;
Η εικόνα διαφέρει σημαντικά από παιδί σε παιδί. Μπορεί να υπάρχουν:
- πονοκέφαλοι, κοιλιακοί πόνοι ή άλλοι πόνοι στο σώμα,
- ναυτία, έμετοι ή γαστρεντερικές ενοχλήσεις,
- έντονη κόπωση ή ζάλη,
- δυσκολίες συγκέντρωσης ή αίσθημα ότι η μνήμη «δεν λειτουργεί»,
- αδυναμία ή μούδιασμα σε κάποιο μέρος του σώματος,
- αίσθημα δύσπνοιας ή δυσκολίας στην αναπνοή,
- αλλαγές στην όραση ή στην ακοή,
- αίσθημα «κόμπου» στον λαιμό ή δυσκολία στην κατάποση,
- λιποθυμικά επεισόδια,
- επεισόδια που μοιάζουν με επιληπτικές κρίσεις ή ασυνήθιστες κινήσεις.
Η παρουσία οποιουδήποτε από αυτά τα συμπτώματα δεν σημαίνει ότι είναι ψυχοσωματικό. Ανάλογες εκδηλώσεις μπορεί να οφείλονται σε πολλές διαφορετικές ιατρικές καταστάσεις. Ιδιαίτερα όταν ένα σύμπτωμα εμφανίζεται πρώτη φορά, είναι σοβαρό ή επιδεινώνεται, η ιατρική αξιολόγηση προηγείται της υπόθεσης ότι σχετίζεται με ψυχική δυσφορία.
Σωματικό ή ψυχολογικό;
Στην πράξη αυτή η ερώτηση συχνά δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Το σώμα και ο εγκέφαλος δεν λειτουργούν ως δύο ανεξάρτητα συστήματα. Σωματικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάζουν ταυτόχρονα ένα σύμπτωμα. Για αυτό στη σύγχρονη παιδιατρική προσέγγιση χρησιμοποιείται συχνά ένα βιοψυχοκοινωνικό πλαίσιο: εξετάζουμε τι συμβαίνει βιολογικά στο σώμα, τι συμβαίνει συναισθηματικά και γνωστικά και τι συμβαίνει στο οικογενειακό, σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον του παιδιού. Ένα παιδί, για παράδειγμα, μπορεί να είχε πραγματική γαστρεντερίτιδα. Μετά την ανάρρωση μπορεί να παραμένει περισσότερο ευαίσθητο στις φυσιολογικές αισθήσεις της κοιλιάς, να φοβάται ότι θα ξανακάνει εμετό στο σχολείο, να παρακολουθεί συνεχώς το σώμα του και να αρχίσει να αποφεύγει το φαγητό ή τη σχολική φοίτηση. Η αρχική σωματική νόσος ήταν πραγματική και οι μεταγενέστερες αισθήσεις παραμένουν πραγματικές, αλλά σταδιακά συμμετέχουν και άλλοι μηχανισμοί που διατηρούν το πρόβλημα.
Η απουσία παθολογικών εξετάσεων δεν σημαίνει απουσία συμπτωμάτων
Μια φυσιολογική αιματολογική εξέταση ή μια φυσιολογική απεικόνιση απαντά σε συγκεκριμένα ιατρικά ερωτήματα. Δεν μπορεί να αποδείξει ότι ένα παιδί δεν πονά, δεν ζαλίζεται ή δεν αισθάνεται αδυναμία. Αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο η επικοινωνία της διάγνωσης χρειάζεται προσοχή. Αν ένα παιδί έχει επισκεφθεί πολλούς γιατρούς και ακούει επανειλημμένα «όλα είναι φυσιολογικά», μπορεί να καταλήξει να πιστεύει ότι κανείς δεν το πιστεύει. Από την άλλη πλευρά, η συνεχής επανάληψη εξετάσεων χωρίς νέα ιατρική ένδειξη μπορεί να ενισχύει την πεποίθηση ότι υπάρχει μια επικίνδυνη νόσος που απλώς δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί. Οι σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις δίνουν έμφαση σε μια σταθερή σχέση με την ομάδα φροντίδας και στην αποφυγή μη αναγκαίων επαναλαμβανόμενων εξετάσεων και θεραπειών.
Σωματική συμπτωματολογία και Διαταραχή Σωματικών Συμπτωμάτων δεν είναι το ίδιο
Ένα παιδί μπορεί να παρουσιάζει συχνά σωματικά συμπτώματα χωρίς να έχει Διαταραχή Σωματικών Συμπτωμάτων. Η σύγχρονη διάγνωση δεν βασίζεται απλώς στο αν οι γιατροί κατάφεραν ή όχι να βρουν μια οργανική εξήγηση. Η ύπαρξη μιας πραγματικής ιατρικής πάθησης δεν αποκλείει τη διάγνωση. Κεντρική σημασία έχει το κατά πόσο τα σωματικά συμπτώματα συνοδεύονται από υπερβολικά επίμονες σκέψεις, έντονο άγχος για την υγεία ή δυσανάλογο χρόνο και ενέργεια γύρω από το σύμπτωμα, σε βαθμό που προκαλεί σημαντική δυσφορία ή λειτουργική επιβάρυνση. Αυτή η διάκριση είναι σημαντική. Ένας έφηβος με μια πραγματική χρόνια σωματική νόσο μπορεί να αναπτύξει τόσο μεγάλη ανησυχία και ενασχόληση με κάθε σωματική αίσθηση ώστε η ίδια η σχέση του με τα συμπτώματα να γίνει πρόσθετο κλινικό πρόβλημα.
Η λειτουργικότητα έχει μεγαλύτερη σημασία από τον αριθμό των συμπτωμάτων
Κατά την αξιολόγηση δεν έχει σημασία μόνο πόσο πολύ πονά το παιδί σε μια κλίμακα από το μηδέν έως το δέκα. Χρειάζεται επίσης να γνωρίζουμε αν πηγαίνει σχολείο, αν κοιμάται κανονικά, αν βλέπει φίλους, αν συμμετέχει στις δραστηριότητές του, αν μπορεί να περπατήσει και να κινηθεί ανάλογα με τις δυνατότητές του και πόσο έχει περιοριστεί η καθημερινή του ζωή. Η σημαντική λειτουργική επιβάρυνση αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των κλινικά σοβαρότερων περιπτώσεων. Μερικές φορές μάλιστα η λειτουργία μπορεί να αποτελεί καλύτερο δείκτη βελτίωσης από την πλήρη εξαφάνιση κάθε συμπτώματος. Ένα παιδί μπορεί να επιστρέψει στο σχολείο, να ξαναρχίσει να βλέπει φίλους και να συμμετέχει στη ζωή του ενώ εξακολουθεί να αισθάνεται περιστασιακά κάποιο πόνο ή ζάλη.
Λειτουργική Νευρολογική Διαταραχή
Σε ορισμένα παιδιά τα συμπτώματα έχουν νευρολογική μορφή. Μπορεί να εμφανιστεί αδυναμία ενός άκρου, δυσκολία στη βάδιση, τρόμος ή άλλες κινήσεις, απώλεια αισθητικότητας, αλλαγές στην όραση ή επεισόδια που μοιάζουν με επιληπτικές κρίσεις. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται Λειτουργική Διαταραχή Νευρολογικών Συμπτωμάτων. Και εδώ τα συμπτώματα δεν παράγονται συνειδητά. Το παιδί δεν αποφασίζει να μην μπορεί να περπατήσει ή να παρουσιάσει ένα επεισόδιο. Η σωστή διάγνωση απαιτεί κατάλληλη νευρολογική αξιολόγηση και δεν πρέπει να τίθεται απλώς επειδή μια μαγνητική τομογραφία ή κάποιο άλλο τεστ ήταν φυσιολογικό. Η σύγχρονη ταξινόμηση έχει δώσει μεγαλύτερη σημασία στην αναγνώριση θετικών κλινικών χαρακτηριστικών που υποστηρίζουν τη λειτουργική διάγνωση. Σε παιδιά με λειτουργικές κρίσεις έχουν επίσης αναπτυχθεί ειδικές ψυχολογικές παρεμβάσεις. Έχει φανεί ότι μια σύντομη γνωσιακή-συμπεριφορική παρέμβαση σχεδιασμένη για παιδιά και εφήβους με λειτουργικές κρίσεις έχει καλύτερα αποτελέσματα από υποστηρικτική θεραπεία ως προς τη μείωση των επεισοδίων.
Δεν είναι το ίδιο με την προσποίηση
Η διαταραχή σωματικών συμπτωμάτων και η λειτουργική νευρολογική διαταραχή πρέπει να διακρίνονται από καταστάσεις στις οποίες κάποιος δημιουργεί ή προσποιείται συνειδητά συμπτώματα. Στις σωματικές και λειτουργικές διαταραχές το παιδί βιώνει τα συμπτώματα ως ακούσια και πραγματικά. Δεν τα προκαλεί εσκεμμένα για να αποφύγει το σχολείο, να κερδίσει κάτι ή να εξαπατήσει τους άλλους. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη στάση των ενηλίκων. Η προσπάθεια να αποκαλυφθεί αν το παιδί «λέει αλήθεια» μπορεί να καταστρέψει τη θεραπευτική σχέση και να αυξήσει την ένταση μέσα στην οικογένεια.
Μπορεί να συνυπάρχει άγχος ή κατάθλιψη
Σωματικά συμπτώματα είναι συχνά σε παιδιά με αγχώδεις διαταραχές. Σε μελέτες παιδιών και εφήβων με αγχώδεις διαταραχές, περισσότερα σωματικά ενοχλήματα έχουν συσχετιστεί με μεγαλύτερη βαρύτητα άγχους και μεγαλύτερη λειτουργική επιβάρυνση. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί με σωματικά συμπτώματα έχει άγχος. Στην αξιολόγηση όμως έχει σημασία να διερευνηθούν η διάθεση, οι φόβοι, οι κρίσεις πανικού, οι δυσκολίες στο σχολείο, οι σχέσεις με συνομηλίκους, ο εκφοβισμός, οι οικογενειακές εντάσεις, οι τραυματικές εμπειρίες και άλλοι παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τη συνολική εικόνα. Η αξιολόγηση των συναισθηματικών και συμπεριφορικών συμπτωμάτων αποτελεί μέρος της συνιστώμενης συνολικής εκτίμησης.
Πώς γίνεται η αξιολόγηση;
Η σωστή αξιολόγηση δεν ξεκινά με την υπόθεση ότι «είναι ψυχολογικό». Αρχίζει με προσεκτικό ιατρικό ιστορικό, κλινική εξέταση και τις εξετάσεις που κρίνονται πραγματικά απαραίτητες με βάση το συγκεκριμένο σύμπτωμα. Παράλληλα εξετάζονται η πορεία των συμπτωμάτων, η ψυχική κατάσταση και η επίδρασή τους στην καθημερινή λειτουργία. Σε πιο σύνθετες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται συνεργασία παιδιάτρου και άλλων ειδικοτήτων, όπως παιδονευρολόγου ή παιδογαστρεντερολόγου, μαζί με επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Το σημαντικό είναι η ομάδα να καταλήξει σε μια κοινή εξήγηση και να μη λαμβάνει η οικογένεια δύο αντιφατικά μηνύματα: από τη μία «είναι καθαρά σωματικό» και από την άλλη «είναι καθαρά ψυχολογικό». Η διεπιστημονική και βιοψυχοκοινωνική προσέγγιση έχει προταθεί ακριβώς για την αποφυγή αυτού του κατακερματισμού.
Πότε χρειάζεται νέα ιατρική εκτίμηση;
Μια λειτουργική ή σωματική διάγνωση δεν σημαίνει ότι κάθε νέο σύμπτωμα στο μέλλον πρέπει να αποδίδεται αυτομάτως σε αυτήν. Αν εμφανιστεί ένα νέο και σαφώς διαφορετικό σύμπτωμα, αν η εικόνα αλλάξει σημαντικά, αν υπάρχουν νέα αντικειμενικά κλινικά ευρήματα ή αν το παιδί παρουσιάσει οξεία και σοβαρή επιδείνωση, χρειάζεται κατάλληλη ιατρική επανεκτίμηση. Η θεραπευτική ομάδα οφείλει να παρακολουθεί την πορεία και να επανεξετάζει τη διάγνωση όταν υπάρχουν νέα δεδομένα. Ο στόχος δεν είναι ούτε να πραγματοποιούνται ατελείωτες εξετάσεις ούτε να αποδίδεται κάθε μελλοντικό πρόβλημα στο άγχος.
Πώς εξηγούμε τη διάγνωση στο παιδί;
Η εξήγηση της διάγνωσης αποτελεί μέρος της θεραπείας. Δεν βοηθά: «Δεν βρήκαμε τίποτα, άρα είναι ψυχολογικό.» Περισσότερο χρήσιμο είναι να εξηγηθεί ότι οι εξετάσεις είναι καθησυχαστικές ως προς συγκεκριμένες ασθένειες, αλλά ότι το νευρικό σύστημα μπορεί να παράγει και να ενισχύει πραγματικές σωματικές αισθήσεις ακόμη και όταν δεν υπάρχει βλάβη του συγκεκριμένου οργάνου. Μια εξήγηση σε παιδί σχολικής ηλικίας μπορεί να είναι: «Ο πόνος που νιώθεις είναι πραγματικός. Οι εξετάσεις μας δείχνουν ότι δεν υπάρχει βλάβη που να εξηγεί αυτόν τον πόνο. Μερικές φορές ο εγκέφαλος και το σώμα μπαίνουν σε έναν τρόπο λειτουργίας στον οποίο τα σήματα πόνου ή αδυναμίας γίνονται πολύ δυνατά. Μπορούμε να βοηθήσουμε το σύστημα να ξαναλειτουργήσει καλύτερα.» Η ύπαρξη μιας κοινής και κατανοητής εξήγησης ανάμεσα στο παιδί, στους γονείς και στους επαγγελματίες θεωρείται βασική προϋπόθεση για αποτελεσματική θεραπεία.
Ο στόχος της θεραπείας είναι η αποκατάσταση της λειτουργικότητας
Η θεραπεία δεν οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από το ερώτημα «πόσο πονάς σήμερα;». Βασικός στόχος είναι το παιδί να επιστρέψει σταδιακά στη φυσιολογική αναπτυξιακή του ζωή: σχολείο, φίλους, κίνηση, παιχνίδι, αθλητισμό και άλλες δραστηριότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε το σύμπτωμα. Σημαίνει ότι δεν περιμένουμε πάντοτε την πλήρη εξαφάνισή του πριν αρχίσει ξανά η ζωή. Αν ένα παιδί με χρόνιο κοιλιακό πόνο περιμένει να μην πονά καθόλου για να επιστρέψει στο σχολείο, μπορεί να απουσιάζει για μήνες. Η σταδιακή επιστροφή, με κατάλληλη υποστήριξη, μπορεί να βοηθήσει ταυτόχρονα στη λειτουργικότητα και στη μείωση της εστίασης πάνω στο σύμπτωμα. Η επιστροφή στο σχολείο και στις εξωσχολικές δραστηριότητες αποτελεί βασικό στοιχείο των προτεινόμενων θεραπευτικών παρεμβάσεων.
Ψυχοθεραπεία
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει το παιδί να κατανοήσει τη σχέση ανάμεσα στις σωματικές αισθήσεις, στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στη συμπεριφορά του και να αναπτύξει αποτελεσματικότερους τρόπους αντιμετώπισης του στρες και των συμπτωμάτων. Τεχνικές χαλάρωσης, ρύθμισης της αναπνοής και βιοανάδρασης μπορούν επίσης να αποτελέσουν μέρος της θεραπείας ανάλογα με την περίπτωση. Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία έχει μελετηθεί ιδιαίτερα σε παιδιά με λειτουργικό κοιλιακό πόνο. Τυχαιοποιημένες μελέτες έχουν δείξει ότι παρεμβάσεις που δουλεύουν με το παιδί και με τις αντιδράσεις των γονέων μπορούν να μειώσουν τον πόνο και τη λειτουργική επιβάρυνση. Το γεγονός ότι μια ψυχολογική θεραπεία βοηθά ένα σωματικό σύμπτωμα δεν αποτελεί απόδειξη ότι το σύμπτωμα ήταν «φανταστικό». Η ψυχοθεραπεία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το νευρικό σύστημα επεξεργάζεται τις σωματικές αισθήσεις, το άγχος και τη συμπεριφορά απέναντι στα συμπτώματα.
Φυσικοθεραπεία και εργοθεραπεία
Όταν υπάρχουν λειτουργικά προβλήματα κίνησης, ισορροπίας ή αδυναμίας, η φυσικοθεραπεία και η εργοθεραπεία μπορεί να αποτελούν σημαντικό μέρος της θεραπείας. Ο στόχος είναι η σταδιακή επανεκπαίδευση φυσιολογικών κινήσεων και η ανάκτηση αυτονομίας, αντί η προσοχή να εστιάζει συνεχώς στο αν το παιδί αισθάνεται τη συγκεκριμένη στιγμή αδυναμία ή πόνο. Η συνεργασία μεταξύ σωματικών και ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική στις λειτουργικές νευρολογικές διαταραχές.
Ο ρόλος των γονέων
Οι γονείς βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Από τη μία φοβούνται μήπως αγνοήσουν μια πραγματική ασθένεια. Από την άλλη, η συνεχής εστίαση στο σύμπτωμα μπορεί άθελά τους να ενισχύσει την αντίληψη ότι το παιδί είναι εύθραυστο ή ότι κάθε ενόχληση σημαίνει πως πρέπει να σταματήσει τη δραστηριότητά του. Η θεραπευτική στάση βρίσκεται ανάμεσα στα δύο άκρα. Δεν βοηθά: «Δεν έχεις τίποτα, σήκω και πήγαινε.» Αλλά ούτε και: «Αφού πονάς λίγο, καλύτερα να μην κάνεις τίποτα σήμερα.» Περισσότερο βοηθητικό είναι: «Ξέρω ότι πονάς και σε πιστεύω. Έχουμε ελέγξει ότι είναι ασφαλές να συνεχίσεις. Ας δούμε πώς μπορούμε να κάνουμε σήμερα το επόμενο βήμα.» Οι οικογένειες ενθαρρύνονται να υποστηρίζουν την ανάπτυξη δεξιοτήτων αντιμετώπισης, να βοηθούν το παιδί να εστιάζει λιγότερο στα συμπτώματα και να ενισχύουν την επιστροφή στις συνήθεις δραστηριότητες.
Η συνεχής ερώτηση «πώς αισθάνεσαι;» μπορεί να μην βοηθά
Όταν ένα παιδί έχει επίμονα σωματικά συμπτώματα, ολόκληρη η οικογενειακή ημέρα μπορεί σταδιακά να οργανωθεί γύρω από αυτά. «Πονάς τώρα;» «Πόσο πονάς;» «Ζαλίζεσαι;» «Μήπως πρέπει να ξαπλώσεις;» Οι ερωτήσεις γίνονται από ενδιαφέρον και φόβο, αλλά μπορεί να κατευθύνουν ακόμη περισσότερο την προσοχή του παιδιού προς το σώμα. Η υπερβολική παρακολούθηση των σωματικών αισθήσεων μπορεί να αποτελέσει μέρος του κύκλου που διατηρεί τη δυσφορία. Η θεραπεία συχνά βοηθά και τους γονείς να διαχειριστούν το δικό τους άγχος και να μετακινήσουν την προσοχή περισσότερο προς τη λειτουργία και την πρόοδο. Αντί για «πόσο πονάς σήμερα;», μπορεί να είναι περισσότερο χρήσιμο να ρωτήσουμε «τι κατάφερες να κάνεις σήμερα;».
Το σχολείο είναι μέρος της θεραπείας
Τα σωματικά συμπτώματα συνδέονται συχνά με απουσίες ή συχνές επισκέψεις στο ιατρείο του σχολείου. Ένα παιδί μπορεί να πηγαίνει στο σχολείο αλλά να τηλεφωνεί καθημερινά στους γονείς για να το πάρουν, ή να αρχίσει σταδιακά να αποφεύγει εντελώς τη φοίτηση. Η επιστροφή ή η διατήρηση της σχολικής φοίτησης είναι συνήθως κεντρικός θεραπευτικός στόχος. Μπορεί να χρειάζονται προσωρινές προσαρμογές, συνεργασία με εκπαιδευτικούς και σχολικό προσωπικό και ένα σαφές σχέδιο για το πώς θα αντιμετωπίζονται τα συμπτώματα όταν εμφανίζονται μέσα στη σχολική ημέρα. Οι προσαρμογές είναι περισσότερο χρήσιμες όταν διευκολύνουν τη συμμετοχή και όχι όταν οργανώνουν μακροχρόνια αποφυγή. Αν, για παράδειγμα, ένα παιδί με κοιλιακό πόνο μπορεί πάντοτε να φύγει από το σχολείο μόλις πονέσει, η αποφυγή μπορεί σταδιακά να γίνει μέρος του προβλήματος.
Η βελτίωση μπορεί να αρχίσει πριν εξαφανιστούν τα συμπτώματα
Αυτό είναι συχνά δύσκολο να γίνει αποδεκτό στην αρχή της θεραπείας. Η οικογένεια μπορεί να περιμένει: «Πρώτα θα γίνει καλά και μετά θα επιστρέψει στο σχολείο.» Στις λειτουργικές και σωματικές διαταραχές, όμως, πολύ συχνά η αποκατάσταση πραγματοποιείται αντίστροφα: το παιδί αρχίζει να κινείται λίγο περισσότερο, επιστρέφει σταδιακά στο σχολείο, βλέπει ξανά φίλους, ξαναρχίζει δραστηριότητες, και μέσα από αυτή την επανενεργοποίηση τα συμπτώματα μειώνονται σταδιακά. Η προτεινόμενη θεραπεία περιλαμβάνει μικρά και σταδιακά βήματα για την αποκατάσταση της λειτουργικότητας και την όσο γίνεται γρηγορότερη επιστροφή στις φυσιολογικές δραστηριότητες.
Τι γίνεται αν το παιδί εξακολουθεί να πονά;
Ο στόχος δεν είναι να διδαχθεί το παιδί να υποφέρει σιωπηλά. Χρειάζεται να μάθει να αναγνωρίζει ποια συμπτώματα μπορεί να διαχειρίζεται με τις συμφωνημένες στρατηγικές και ποια πραγματικά απαιτούν νέα ιατρική αξιολόγηση. Αυτό χρειάζεται να έχει συζητηθεί με την ομάδα που το παρακολουθεί ώστε η οικογένεια να μη χρειάζεται να αποφασίζει από την αρχή κάθε φορά που εμφανίζεται μια ενόχληση. Η σταθερή παρακολούθηση από έναν επαγγελματία ή μια συντονισμένη ομάδα μπορεί να δώσει στο παιδί την ασφάλεια ότι η σωματική του υγεία εξακολουθεί να παρακολουθείται, ενώ παράλληλα μειώνονται οι επαναλαμβανόμενες επισκέψεις σε διαφορετικούς γιατρούς και οι μη αναγκαίες εξετάσεις.
Υπάρχει θέση για φαρμακευτική αγωγή;
Δεν υπάρχει ένα φάρμακο που να «θεραπεύει τη σωματοποίηση». Η αντιμετώπιση επικεντρώνεται στην κατανόηση του συμπτώματος, στην αποκατάσταση της λειτουργικότητας και στις κατάλληλες ψυχολογικές ή αποκαταστασιακές παρεμβάσεις. Όταν συνυπάρχει σαφής αγχώδης ή καταθλιπτική διαταραχή, μπορεί να υπάρχει ξεχωριστή ένδειξη για φαρμακευτική θεραπεία της συγκεκριμένης διαταραχής. Η απόφαση βασίζεται στη συνολική ψυχιατρική αξιολόγηση και όχι απλώς στην παρουσία σωματικών συμπτωμάτων.
Όταν οι γονείς φοβούνται ότι «οι γιατροί κάτι έχουν χάσει»
Αυτός ο φόβος είναι κατανοητός, ιδιαίτερα όταν το παιδί εξακολουθεί να υποφέρει. Η λύση δεν είναι να ζητηθεί από την οικογένεια να πιστέψει ότι «είναι όλα ψυχολογικά». Χρειάζεται μια σαφής ιατρική εξήγηση για το τι έχει διερευνηθεί, τι έχει αποκλειστεί, ποια διάγνωση θεωρείται πιθανότερη, γιατί μπορεί να προκαλεί τα συγκεκριμένα συμπτώματα και ποια νέα σημεία θα οδηγούσαν σε επανεκτίμηση. Όταν αυτή η εξήγηση δεν έχει δοθεί, είναι φυσικό η οικογένεια να συνεχίζει να αναζητά μια διαφορετική διάγνωση. Η δημιουργία κοινής κατανόησης μεταξύ παιδιού, οικογένειας και επαγγελματιών αποτελεί σημαντικό μέρος της θεραπείας.
Πότε χρειάζεται βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας;
Η παραπομπή δεν σημαίνει ότι ο γιατρός εγκαταλείπει τη διερεύνηση ή θεωρεί το παιδί «ψυχικά άρρωστο». Ψυχολογική ή παιδοψυχιατρική αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν τα συμπτώματα επιμένουν και περιορίζουν σημαντικά την καθημερινή ζωή, όταν το παιδί απουσιάζει συχνά από το σχολείο, αποφεύγει δραστηριότητες, παρουσιάζει έντονο άγχος για την υγεία, έχει σημαντικές δυσκολίες διάθεσης ή άγχους ή όταν η οικογένεια έχει εγκλωβιστεί σε έναν κύκλο συνεχούς ανησυχίας, εξετάσεων και περιορισμού της δραστηριότητας. Σε πιο σύνθετες περιπτώσεις, η καλύτερη αντιμετώπιση μπορεί να προκύπτει από στενή συνεργασία παιδιάτρου, κατάλληλου παιδιατρικού ειδικού, επαγγελματία ψυχικής υγείας, φυσικοθεραπευτή ή εργοθεραπευτή και σχολείου.
Το βασικό μήνυμα προς το παιδί
Ένα παιδί με επίμονα σωματικά συμπτώματα χρειάζεται να ακούσει δύο πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτον, ότι οι ενήλικες πιστεύουν αυτό που αισθάνεται. Δεύτερον, ότι το σώμα του δεν είναι τόσο εύθραυστο όσο μπορεί να έχει αρχίσει να πιστεύει και ότι μπορεί σταδιακά να ανακτήσει τις δραστηριότητές του. Μια θεραπευτική στάση μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: «Το σύμπτωμά σου είναι πραγματικό. Έχουμε ελέγξει προσεκτικά τι συμβαίνει και θα συνεχίσουμε να σε παρακολουθούμε. Υπάρχουν τρόποι να βοηθήσουμε το σώμα και τον εγκέφαλό σου να λειτουργήσουν καλύτερα. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να εξαφανιστεί κάθε ενόχληση για να αρχίσεις σταδιακά να επιστρέφεις στη ζωή σου.» Η αποδοχή της πραγματικότητας του συμπτώματος και η ταυτόχρονη ενθάρρυνση της λειτουργικότητας δεν είναι αντιφατικές. Αποτελούν δύο βασικά στοιχεία της ίδιας θεραπευτικής προσέγγισης.


