Η υιοθεσία αποτελεί έναν τρόπο δημιουργίας οικογένειας, αλλά ταυτόχρονα είναι μέρος της προσωπικής ιστορίας του παιδιού. Καθώς μεγαλώνει, το παιδί μπορεί να θέτει διαφορετικές ερωτήσεις για την προέλευσή του, τους βιολογικούς γονείς του, τις συνθήκες της υιοθεσίας και το πώς όλα αυτά συνδέονται με την ταυτότητά του. Οι ερωτήσεις αυτές είναι αναμενόμενες και δεν σημαίνουν ότι το παιδί απορρίπτει τους γονείς ή την οικογένεια στην οποία μεγαλώνει. Η υιοθεσία δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως ένα μυστικό ή ως ένα δύσκολο θέμα που πρέπει να συζητηθεί μόνο μία φορά. Περισσότερο βοηθητικό είναι να αποτελεί μέρος μιας ανοιχτής, ειλικρινούς και αναπτυξιακά κατάλληλης συζήτησης που εξελίσσεται καθώς το παιδί μεγαλώνει και μπορεί να κατανοήσει περισσότερα.
Πότε πρέπει να μάθει το παιδί ότι έχει υιοθετηθεί;
Είναι προτιμότερο το παιδί να γνωρίζει από μικρή ηλικία ότι έχει υιοθετηθεί, με απλά λόγια που μπορεί να κατανοήσει. Η πληροφορία δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί ως μια μεγάλη αποκάλυψη κάποια συγκεκριμένη ημέρα. Μπορεί σταδιακά να ενσωματώνεται στην οικογενειακή του ιστορία, ώστε το παιδί να μεγαλώνει γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ένα μέρος της ζωής του για το οποίο μπορεί να μιλά ελεύθερα. Όταν η υιοθεσία παραμένει κρυφή για πολλά χρόνια, υπάρχει ο κίνδυνος το παιδί να το μάθει τυχαία από κάποιον άλλον ή να αισθανθεί αργότερα ότι ένα σημαντικό κομμάτι της προσωπικής του ιστορίας του αποκρύφθηκε. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει θυμό και να επηρεάσει την εμπιστοσύνη προς τους γονείς. Αν ένα μεγαλύτερο παιδί δεν γνωρίζει ακόμη ότι έχει υιοθετηθεί, συνήθως δεν βοηθά να συνεχίζεται η αναβολή επειδή οι γονείς φοβούνται την αντίδρασή του. Χρειάζεται προσεκτική και ειλικρινής συζήτηση, κατάλληλη για την ηλικία του, και χώρος ώστε να εκφράσει όποια συναισθήματα προκύψουν.
Τι λέμε σε ένα μικρό παιδί;
Οι εξηγήσεις χρειάζεται να είναι απλές και συγκεκριμένες. Ένα παιδί προσχολικής ηλικίας δεν χρειάζεται να γνωρίζει όλες τις σύνθετες ή επώδυνες λεπτομέρειες της ιστορίας του. Είναι όμως σημαντικό να καταλάβει ότι γεννήθηκε από άλλους γονείς και ότι στη συνέχεια έγινε μέλος της οικογένειας στην οποία μεγαλώνει μέσω της υιοθεσίας. Μπορούμε, για παράδειγμα, να μιλήσουμε για «τη γυναίκα που σε γέννησε» ή για τη «βιολογική σου μητέρα» και να εξηγήσουμε ότι οι γονείς του το φροντίζουν και θα συνεχίσουν να είναι η οικογένειά του. Οι λέξεις πρέπει να προσαρμόζονται στο επίπεδο κατανόησης του παιδιού και η ιστορία να εμπλουτίζεται σταδιακά καθώς μεγαλώνει.
Η αλήθεια χρειάζεται να είναι προσαρμοσμένη στην ηλικία, όχι να αντικαθίσταται από μια ωραία ιστορία
Οι γονείς μπορεί να θέλουν να προστατεύσουν το παιδί από επώδυνες πληροφορίες για τη βιολογική του οικογένεια ή τις συνθήκες που προηγήθηκαν της υιοθεσίας. Δεν χρειάζεται ένα μικρό παιδί να ακούσει λεπτομέρειες που δεν μπορεί ακόμη να επεξεργαστεί. Είναι όμως καλύτερο να μη δημιουργούνται ιστορίες που αργότερα θα αποδειχθούν αναληθείς. Αν οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι περιορισμένες, μπορεί να ειπωθεί απλά: «Αυτό δεν το γνωρίζουμε.» Αν υπάρχουν δύσκολα στοιχεία, μπορούν να δοθούν σταδιακά και με τρόπο που δεν στιγματίζει ούτε το παιδί ούτε τους βιολογικούς γονείς του. Το παιδί μπορεί να επιστρέφει στην ίδια ιστορία σε διαφορετικές ηλικίες και κάθε φορά να την κατανοεί με διαφορετικό τρόπο.
«Γιατί δεν με κράτησαν;»
Αυτή είναι μία από τις πιο δύσκολες ερωτήσεις και μπορεί να εμφανιστεί ξανά και ξανά καθώς το παιδί μεγαλώνει. Τα μικρά παιδιά σκέφτονται συχνά με τρόπο πολύ προσωπικό και μπορεί να πιστέψουν ότι κάτι έκαναν εκείνα και για αυτό αποχωρίστηκαν τη βιολογική τους οικογένεια. Μπορεί να σκεφτούν: «Δεν με ήθελαν επειδή δεν ήμουν καλό παιδί.» ή: «Αν ήμουν διαφορετικός, θα με είχαν κρατήσει.» Οι γονείς χρειάζεται να διορθώνουν με σαφήνεια αυτή την αντίληψη. Οι αποφάσεις και οι συνθήκες που οδήγησαν στην υιοθεσία ήταν ζητήματα των ενηλίκων και δεν προκλήθηκαν από το παιδί. Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ταιριάζει σε όλες τις υιοθεσίες. Οι πραγματικές συνθήκες μπορεί να περιλαμβάνουν οικονομικές ή κοινωνικές δυσκολίες, ασθένεια, αδυναμία φροντίδας, κακοποίηση, παραμέληση ή πολλούς άλλους παράγοντες. Η εξήγηση πρέπει να βασίζεται στην πραγματική ιστορία του συγκεκριμένου παιδιού και όχι σε μια γενική φράση που μπορεί να μην είναι ακριβής.
Μην αντιμετωπίζετε την υιοθεσία ως κάτι εύθραυστο ή απαγορευμένο
Αν κάθε φορά που το παιδί αναφέρει τη βιολογική του οικογένεια οι γονείς αλλάζουν θέμα, στενοχωριούνται εμφανώς ή αντιδρούν αμυντικά, μπορεί να μάθει ότι οι σχετικές ερωτήσεις πληγώνουν τους γονείς και να σταματήσει να τις εκφράζει. Μπορεί όμως να συνεχίσει να τις σκέφτεται μόνο του. Η ανοιχτή στάση μεταδίδει ένα διαφορετικό μήνυμα: «Μπορείς να με ρωτήσεις για την υιοθεσία και για την οικογένεια από την οποία προέρχεσαι. Δεν χρειάζεται να προστατεύεις εμένα από τις ερωτήσεις σου.» Η δυνατότητα του παιδιού να μιλά για τη βιολογική οικογένεια και να ενδιαφέρεται για αυτήν μπορεί να συνυπάρχει πλήρως με έναν ασφαλή δεσμό με τους γονείς που το μεγαλώνουν.
Η περιέργεια για τους βιολογικούς γονείς είναι φυσιολογική
Καθώς μεγαλώνει, το παιδί μπορεί να θέλει να γνωρίζει πώς έμοιαζαν οι βιολογικοί του γονείς, ποιο επάγγελμα είχαν, τι χαρακτήρα είχαν, αν του μοιάζουν, αν έχει αδέλφια ή γιατί αποφασίστηκε η υιοθεσία. Στην εφηβεία αυτές οι ερωτήσεις συχνά γίνονται εντονότερες, επειδή ο έφηβος βρίσκεται ούτως ή άλλως στη διαδικασία διαμόρφωσης της ταυτότητάς του. Το ερώτημα «ποιος είμαι;» συνδέεται φυσικά και με τα ερωτήματα «από πού προέρχομαι;» και «σε ποιους μοιάζω;». Η επιθυμία να μάθει περισσότερα ή ακόμη και να αναζητήσει τη βιολογική του οικογένεια δεν σημαίνει ότι αγαπά λιγότερο τους γονείς του ή ότι θέλει να τους αντικαταστήσει. Αυτή η διάκριση είναι σημαντική, επειδή ο φόβος των γονέων ότι θα απορριφθούν μπορεί άθελά του να εμποδίσει τον έφηβο να μιλήσει ανοιχτά.
Οι φαντασιώσεις για την «άλλη οικογένεια»
Όταν υπάρχουν κενά στην προσωπική ιστορία, είναι φυσικό το παιδί να τα συμπληρώνει με φαντασία. Μπορεί να φαντάζεται μια ιδανική βιολογική οικογένεια στην οποία δεν θα υπήρχαν κανόνες ή συγκρούσεις ή, αντίθετα, να φαντάζεται πολύ αρνητικά πράγματα για τους βιολογικούς γονείς του. Ιδιαίτερα μετά από μια σύγκρουση μπορεί να πει: «Η πραγματική μου μαμά δεν θα μου το έκανε αυτό.» Η φράση μπορεί να πληγώνει τον γονέα, αλλά συνήθως είναι περισσότερο χρήσιμο να αντιμετωπιστεί ως έκφραση θυμού, επιθυμίας ή φαντασίας παρά ως πραγματική απόρριψη της οικογένειας. Ταυτόχρονα, είναι καλό οι ίδιοι οι ενήλικες να αποφεύγουν όρους όπως «πραγματική μητέρα» και «πραγματικός πατέρας». Οι βιολογικοί γονείς και οι γονείς που μεγαλώνουν το παιδί έχουν διαφορετικές θέσεις στην προσωπική του ιστορία· δεν χρειάζεται η μία να ακυρώνει την άλλη. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται γύρω από την υιοθεσία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το παιδί οργανώνει την ταυτότητά του.
Υιοθεσία, απώλεια και πένθος
Μια θετική και ασφαλής υιοθεσία μπορεί να συνυπάρχει με αισθήματα απώλειας. Για να δημιουργηθεί η νέα οικογενειακή πραγματικότητα έχει προηγηθεί, με κάποιον τρόπο, ένας αποχωρισμός από τη βιολογική οικογένεια και ενδεχομένως από αδέλφια, ανάδοχους γονείς ή άλλους σημαντικούς ανθρώπους. Αυτά τα συναισθήματα μπορεί να επανεμφανίζονται σε διαφορετικές φάσεις της ανάπτυξης και σε σημαντικά γεγονότα της ζωής. Οι γονείς δεν χρειάζεται να «διορθώνουν» αμέσως τη θλίψη λέγοντας: «Μα τώρα έχεις εμάς.» Το παιδί μπορεί να είναι ευτυχισμένο μέσα στην οικογένειά του και ταυτόχρονα να αισθάνεται λύπη για κάτι που έχασε ή δεν έζησε. Τα δύο συναισθήματα δεν είναι ασύμβατα.
Η υιοθεσία δεν εξηγεί κάθε ψυχολογική δυσκολία
Ένα παιδί που έχει υιοθετηθεί μπορεί να παρουσιάσει άγχος, ΔΕΠ-Υ, κατάθλιψη, προβλήματα συμπεριφοράς ή μαθησιακές δυσκολίες όπως οποιοδήποτε άλλο παιδί. Δεν είναι σωστό κάθε πρόβλημα να αποδίδεται αυτόματα στο γεγονός της υιοθεσίας. Η ίδια η πηγή που αφορά ειδικά τα παιδιά που έχουν υιοθετηθεί τονίζει ότι οι συναισθηματικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες μπορεί να σχετίζονται ή να μη σχετίζονται με ζητήματα της υιοθεσίας. Από την άλλη πλευρά, το ιστορικό πριν από την υιοθεσία μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ορισμένα παιδιά έχουν βιώσει παραμέληση, κακοποίηση, πολλαπλές αλλαγές φροντιστών, ιδρυματική φροντίδα, προγεννητική έκθεση σε ουσίες ή άλλες σημαντικές αντιξοότητες. Αυτές οι εμπειρίες μπορούν να επηρεάσουν τη συναισθηματική, αναπτυξιακή και κοινωνική τους πορεία και πρέπει να εξετάζονται ανεξάρτητα από την υιοθεσία καθαυτή.
Δεν έχει κάθε παιδί που υιοθετήθηκε «διαταραχή δεσμού»
Είναι επίσης σημαντικό να αποφεύγεται η εύκολη χρήση του όρου «πρόβλημα προσκόλλησης» για οποιαδήποτε δυσκολία ενός παιδιού που έχει υιοθετηθεί. Οι κλινικές διαταραχές του δεσμού είναι συγκεκριμένες και σχετικά ασυνήθιστες καταστάσεις που συνδέονται με ιστορικό σοβαρά ανεπαρκούς φροντίδας, παραμέλησης, πολλαπλών αλλαγών βασικών φροντιστών ή παρόμοιων ακραίων εμπειριών. Δεν προκαλούνται απλώς από το γεγονός ότι ένα παιδί έχει υιοθετηθεί. Όταν υπάρχει πραγματικό ιστορικό σοβαρής πρώιμης στέρησης, η αξιολόγηση χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τόσο τη δυνατότητα δημιουργίας ασφαλών σχέσεων όσο και ευρύτερες αναπτυξιακές και ψυχικές ανάγκες. Οι υποσχέσεις για «θεραπείες δεσμού» χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή· ορισμένες ακραίες πρακτικές έχουν χαρακτηριστεί ακόμη και επικίνδυνες.
Η εφηβεία μπορεί να ξαναφέρει τα ερωτήματα στο προσκήνιο
Στην εφηβεία, η αναζήτηση ταυτότητας γίνεται κεντρικό αναπτυξιακό έργο. Ο έφηβος συγκρίνει τον εαυτό του με τους γονείς, τα αδέλφια και τους συνομηλίκους και προσπαθεί να καταλάβει ποια χαρακτηριστικά είναι δικά του και πού ανήκει. Για έναν έφηβο που έχει υιοθετηθεί μπορεί να υπάρχουν επιπλέον κενά σε πληροφορίες σχετικά με την εμφάνιση, την προσωπικότητα, τις ικανότητες ή το οικογενειακό και ιατρικό ιστορικό. Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν δίνοντας όσες αξιόπιστες πληροφορίες διαθέτουν και αναγνωρίζοντας ότι το «δεν γνωρίζω» μπορεί να είναι δύσκολο για τον νέο. Δεν χρειάζεται να υποβαθμίζουν τη σημασία των ερωτήσεων λέγοντας «τι σημασία έχει, εμείς είμαστε η οικογένειά σου». Για τον έφηβο μπορεί να έχουν πραγματική σημασία και παράλληλα να μην απειλούν καθόλου τον δεσμό του με την οικογένειά του.
Διεθνής και διαπολιτισμική υιοθεσία
Όταν ένα παιδί προέρχεται από διαφορετική χώρα, εθνοτική ομάδα ή πολιτισμικό πλαίσιο από την οικογένεια στην οποία μεγαλώνει, η ανάπτυξη της ταυτότητας μπορεί να περιλαμβάνει επιπλέον ερωτήματα σχετικά με τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την εμφάνιση και την αίσθηση του ανήκειν. Η σύνδεση με στοιχεία της χώρας ή του πολιτισμού προέλευσης και, όπου είναι εφικτό, με ανθρώπους που μοιράζονται παρόμοιο πολιτισμικό ή εθνοτικό υπόβαθρο μπορεί να υποστηρίξει την ανάπτυξη μιας πιο ολοκληρωμένης ταυτότητας. Το ενδιαφέρον για την κουλτούρα προέλευσης δεν αποτελεί απόρριψη της οικογενειακής κουλτούρας στην οποία μεγαλώνει το παιδί. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό στην εφηβεία, όταν το παιδί μπορεί να αρχίσει να βιώνει πιο έντονα τις διαφορές του από τους γονείς του ή να έρχεται αντιμέτωπο με στερεότυπα, ερωτήσεις ή ρατσιστικές συμπεριφορές από το περιβάλλον.
Επαφή με τη βιολογική οικογένεια
Οι μορφές υιοθεσίας διαφέρουν πολύ ως προς το αν και πόση επαφή υπάρχει με τη βιολογική οικογένεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχουν άμεσες σχέσεις με βιολογικούς γονείς, αδέλφια ή άλλους συγγενείς, ενώ σε άλλες υπάρχουν λίγες πληροφορίες ή καμία επαφή. Όταν η επαφή είναι ασφαλής και προς το συμφέρον του παιδιού, η διατήρηση σημαντικών σχέσεων με ανθρώπους από την οικογένεια προέλευσης μπορεί να συμβάλλει στην κατανόηση της προσωπικής ιστορίας και στην ανάπτυξη της ταυτότητας. Οι νεότερες πηγές για την υποστήριξη μετά την υιοθεσία δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση ασφαλών και σημαντικών δεσμών, χωρίς να θεωρούν ότι αυτοί ανταγωνίζονται τη σχέση με τους γονείς που μεγαλώνουν το παιδί. Δεν υπάρχει όμως ένας κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η περισσότερη επαφή είναι πάντοτε καλύτερη. Η ηλικία, η ιστορία του παιδιού, η ασφάλεια, η σταθερότητα των ενηλίκων και οι επιθυμίες και ανάγκες του ίδιου του παιδιού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Ένα «βιβλίο ζωής» μπορεί να βοηθήσει
Για ορισμένα παιδιά είναι χρήσιμο να υπάρχει ένα προσωπικό αρχείο της ιστορίας τους: φωτογραφίες, ονόματα, τόποι, πληροφορίες για σημαντικούς ανθρώπους, γεγονότα και όσα γνωρίζουμε για την περίοδο πριν από την υιοθεσία. Ένα τέτοιο βιβλίο ζωής δεν χρειάζεται να ολοκληρωθεί μια για πάντα. Μπορεί να εμπλουτίζεται καθώς το παιδί μεγαλώνει και να χρησιμοποιείται για να συνδέσει τα διαφορετικά κομμάτια της προσωπικής του ιστορίας. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όταν έχουν προηγηθεί πολλαπλές μετακινήσεις ή σημαντικοί άνθρωποι που διαφορετικά κινδυνεύουν να χαθούν από τη μνήμη του παιδιού.
Πότε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια;
Η περιέργεια, η θλίψη, ακόμη και κάποιες περίοδοι θυμού γύρω από την υιοθεσία δεν αποτελούν από μόνες τους ψυχική διαταραχή. Αξιολόγηση μπορεί όμως να είναι χρήσιμη όταν το παιδί:
- ασχολείται επίμονα και με έντονη δυσφορία με το γεγονός της υιοθεσίας ή με το αν «ανήκει» στην οικογένειά του,
- πιστεύει σταθερά ότι απομακρύνθηκε από τη βιολογική οικογένεια επειδή ήταν «κακό» ή ανεπιθύμητο,
- παρουσιάζει σημαντική και επίμονη κατάθλιψη, άγχος ή θυμό,
- εμφανίζει μεγάλη αλλαγή στη σχολική ή κοινωνική λειτουργία,
- παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες στις σχέσεις ή στη συμπεριφορά,
- έχει ιστορικό κακοποίησης, παραμέλησης ή άλλων τραυματικών εμπειριών που εξακολουθούν να το επηρεάζουν,
- εμφανίζει αυτοτραυματισμό ή σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας,
- ή όταν οι γονείς αισθάνονται ότι οι συζητήσεις γύρω από την υιοθεσία έχουν γίνει τόσο φορτισμένες ώστε δυσκολεύονται να τις διαχειριστούν.
Όταν ζητείται βοήθεια, είναι χρήσιμο ο επαγγελματίας να γνωρίζει τόσο την ψυχική ανάπτυξη των παιδιών όσο και τα ιδιαίτερα ζητήματα που μπορεί να σχετίζονται με την υιοθεσία. Η υιοθεσία δεν πρέπει ούτε να αγνοείται ως μέρος της ιστορίας ούτε να χρησιμοποιείται ως εύκολη εξήγηση για κάθε δυσκολία.
Το σημαντικότερο είναι η δυνατότητα να υπάρχουν περισσότερα από ένα συναισθήματα ταυτόχρονα
Ένα παιδί μπορεί να αγαπά βαθιά τους γονείς του και να αναρωτιέται για τους βιολογικούς του γονείς. Μπορεί να αισθάνεται ότι ανήκει πλήρως στην οικογένειά του και ταυτόχρονα να πενθεί για ανθρώπους ή εμπειρίες που έχασε. Μπορεί να είναι ευγνώμον για τη ζωή του χωρίς να χρειάζεται να αισθάνεται «ευγνωμοσύνη για την υιοθεσία» κάθε στιγμή. Οι γονείς βοηθούν περισσότερο όταν δεν ζητούν από το παιδί να επιλέξει ανάμεσα στα διαφορετικά κομμάτια της ιστορίας του. Η οικογένεια στην οποία μεγαλώνει, η οικογένεια προέλευσης, οι προηγούμενες εμπειρίες και οι σημερινές σχέσεις μπορούν όλες να αποτελούν μέρος της ταυτότητάς του. Η ανοιχτή επικοινωνία επιτρέπει στο παιδί να οργανώσει αυτή την ιστορία χωρίς μυστικά, ενοχή ή φόβο ότι οι ερωτήσεις του θα πληγώσουν τους ανθρώπους που αγαπά.


