Χρόνια ευερεθιστότητα και σοβαρές εκρήξεις θυμού στα παιδιά

Ο θυμός και η ευερεθιστότητα αποτελούν φυσιολογικά συναισθήματα και εμφανίζονται σε όλα τα παιδιά. Ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες, οι εκρήξεις θυμού είναι συχνές επειδή η ικανότητα του παιδιού να αναγνωρίζει και να ρυθμίζει τα συναισθήματά του βρίσκεται ακόμη σε ανάπτυξη. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, συνήθως αποκτά μεγαλύτερη ικανότητα να αντέχει τη ματαίωση, να εκφράζει με λόγια αυτό που αισθάνεται και να ελέγχει τη συμπεριφορά του. Όταν όμως η ευερεθιστότητα είναι έντονη και σχεδόν καθημερινή και συνοδεύεται από πολύ συχνές, δυσανάλογες εκρήξεις θυμού, μπορεί να χρειάζεται περαιτέρω αξιολόγηση. Το ζητούμενο δεν είναι αν ένα παιδί θυμώνει, αλλά πόσο συχνά, πόσο έντονα και για πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα συμβαίνει αυτό και πόσο επηρεάζει τη ζωή του.

Τι είναι η ευερεθιστότητα;

Ευερεθιστότητα είναι η τάση ενός παιδιού να θυμώνει ή να ενοχλείται εύκολα. Ένα ευερέθιστο παιδί μπορεί να αντιδρά έντονα σε μικρές απογοητεύσεις, να φαίνεται συχνά εκνευρισμένο, να δυσκολεύεται να δεχθεί αλλαγές ή αρνήσεις και να χρειάζεται πολύ χρόνο για να επανέλθει μετά από μια σύγκρουση. Η ευερεθιστότητα δεν αποτελεί από μόνη της διάγνωση. Μπορεί να εμφανίζεται περιστασιακά λόγω κούρασης, πείνας, στρες ή μιας δύσκολης περιόδου, αλλά μπορεί επίσης να αποτελεί μέρος διαφορετικών συναισθηματικών, συμπεριφορικών ή αναπτυξιακών δυσκολιών.

Πότε οι εκρήξεις θυμού είναι αναμενόμενες;

Οι εκρήξεις θυμού είναι ιδιαίτερα συχνές στην προσχολική ηλικία. Ένα μικρό παιδί μπορεί να κλαίει, να φωνάζει, να πέφτει στο πάτωμα ή να αντιδρά έντονα όταν δεν γίνεται αυτό που θέλει. Με την ανάπτυξη της γλώσσας, του αυτοελέγχου και της ικανότητας να περιμένει και να διαχειρίζεται τη ματαίωση, οι εκρήξεις συνήθως μειώνονται σε συχνότητα και ένταση. Ακόμη και μεγαλύτερα παιδιά μπορεί περιστασιακά να έχουν έντονα ξεσπάσματα, ιδιαίτερα όταν είναι κουρασμένα, αγχωμένα ή αντιμετωπίζουν σημαντικές αλλαγές. Μια μεμονωμένη έντονη έκρηξη δεν σημαίνει ότι υπάρχει ψυχική διαταραχή.

Πότε χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή;

Η συμπεριφορά χρειάζεται περισσότερο διερεύνηση όταν οι εκρήξεις:

  • είναι πολύ συχνότερες από ό,τι αναμένεται για την ηλικία,

  • είναι εξαιρετικά έντονες σε σχέση με την αιτία που τις προκάλεσε,

  • συνεχίζονται σε ηλικία κατά την οποία θα αναμενόταν μεγαλύτερος αυτοέλεγχος,

  • διαρκούν για μεγάλο χρονικό διάστημα,

  • εμφανίζονται σε περισσότερα από ένα περιβάλλοντα, όπως στο σπίτι και στο σχολείο,

  • περιλαμβάνουν σοβαρή λεκτική ή σωματική επιθετικότητα,

  • οδηγούν σε καταστροφή αντικειμένων,

  • δημιουργούν κίνδυνο για το παιδί ή για άλλους,

  • επηρεάζουν σημαντικά τη σχολική λειτουργία, τις φιλίες ή την οικογενειακή ζωή.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η διάθεση του παιδιού ανάμεσα στις εκρήξεις.

Τι σημαίνει χρόνια ευερεθιστότητα;

Ορισμένα παιδιά δεν είναι απλώς ευερέθιστα την ώρα μιας έκρηξης. Τις περισσότερες ημέρες φαίνονται θυμωμένα, εκνευρισμένα ή εύκολα ενοχλημένα ακόμη και ανάμεσα στα επεισόδια. Μπορεί να αντιλαμβάνονται πολλές καθημερινές καταστάσεις ως άδικες ή ενοχλητικές, να αντιδρούν έντονα σε μικρές απαιτήσεις και να βρίσκονται συχνά σε σύγκρουση με τους ανθρώπους γύρω τους. Όταν αυτό το πρότυπο είναι επίμονο για μεγάλο χρονικό διάστημα και προκαλεί σημαντική δυσκολία στη λειτουργικότητα, χρειάζεται να εξεταστεί αν υπάρχει κάποια υποκείμενη ψυχική, αναπτυξιακή ή περιβαλλοντική δυσκολία.

Τι είναι η διαταραχή απορρύθμισης της διάθεσης με έντονες εκρήξεις θυμού;

Σε ορισμένα παιδιά σχολικής ηλικίας και εφήβους μπορεί να διαγνωστεί μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από σοβαρές και επαναλαμβανόμενες εκρήξεις θυμού μαζί με επίμονη ευερεθιστότητα μεταξύ των επεισοδίων. Οι εκρήξεις είναι δυσανάλογες προς την κατάσταση που τις προκαλεί και δεν συμβαδίζουν με το αναπτυξιακό επίπεδο του παιδιού. Εμφανίζονται επανειλημμένα και το παιδί είναι ευερέθιστο ή θυμωμένο το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, τις περισσότερες ημέρες. Για να τεθεί η συγκεκριμένη διάγνωση, το πρότυπο πρέπει να είναι χρόνιο, να έχει διαρκέσει τουλάχιστον έναν χρόνο και να εμφανίζεται σε περισσότερους από έναν τομείς της ζωής του παιδιού. Η διάγνωση δεν τίθεται σε παιδιά μικρότερα των 6 ετών ούτε για πρώτη φορά μετά τα 18 χρόνια, ενώ η έναρξη των συμπτωμάτων πρέπει να έχει γίνει πριν από την ηλικία των 10 ετών. Αυτά τα κριτήρια είναι σημαντικά επειδή ένα παιδί που είχε μερικές δύσκολες εβδομάδες ή αντιδρά έντονα μόνο σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον δεν έχει απαραίτητα αυτή τη διαταραχή.

Είναι το ίδιο με την εναντιωματική προκλητική διαταραχή;

Όχι, αν και μπορεί να υπάρχουν αρκετές ομοιότητες. Στην εναντιωματική προκλητική διαταραχή το βασικό πρόβλημα είναι ένα επίμονο πρότυπο ευερέθιστης διάθεσης, αντιδραστικότητας, διαφωνίας, ανυπακοής ή προκλητικής συμπεριφοράς απέναντι στους άλλους. Στη χρόνια σοβαρή απορρύθμιση της διάθεσης ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ένταση και τη συχνότητα των εκρήξεων και στην επίμονη ευερεθιστότητα που υπάρχει ανάμεσα σε αυτές. Στην πράξη, οι συμπεριφορές μπορεί να μοιάζουν πολύ. Για αυτό η διάκριση δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στην περιγραφή ότι ένα παιδί είναι «δύσκολο», «αντιδραστικό» ή «θυμώνει πολύ». Χρειάζεται να εξεταστούν η διάρκεια, η συχνότητα, το πλαίσιο και η συνολική συναισθηματική λειτουργία του παιδιού.

Είναι το ίδιο με τη διπολική διαταραχή;

Όχι. Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η χρόνια ευερεθιστότητα από μόνη της δεν σημαίνει ότι ένα παιδί έχει διπολική διαταραχή. Στη διπολική διαταραχή εμφανίζονται διακριτά επεισόδια σημαντικής μεταβολής της διάθεσης και της ενεργητικότητας. Κατά τη διάρκεια μανιακού ή υπομανιακού επεισοδίου μπορεί να υπάρχουν ασυνήθιστα αυξημένη ή έντονα ευερέθιστη διάθεση, αυξημένη ενεργητικότητα, πολύ μικρότερη ανάγκη για ύπνο, γρήγορη ομιλία, επιταχυνόμενη σκέψη, υπερβολική αυτοπεποίθηση και αυξημένη συμμετοχή σε παρορμητικές ή επικίνδυνες δραστηριότητες. Αυτές οι αλλαγές αποτελούν σαφή απόκλιση από τη συνηθισμένη κατάσταση του νέου και εμφανίζονται σε επεισόδια. Αντίθετα, στη χρόνια σοβαρή ευερεθιστότητα το παιδί παρουσιάζει ένα περισσότερο σταθερό και μακροχρόνιο πρότυπο θυμού και εκρήξεων, χωρίς τα χαρακτηριστικά μανιακά επεισόδια που απαιτούνται για τη διάγνωση της διπολικής διαταραχής.

Μπορεί η ευερεθιστότητα να αποτελεί ένδειξη κατάθλιψης;

Ναι. Ιδιαίτερα στα παιδιά και στους εφήβους, η κατάθλιψη δεν εκδηλώνεται πάντοτε κυρίως ως εμφανής θλίψη. Ένα παιδί μπορεί να φαίνεται περισσότερο ευερέθιστο, θυμωμένο ή αντιδραστικό. Όταν παράλληλα υπάρχουν απώλεια ενδιαφέροντος, κοινωνική απόσυρση, αλλαγές στον ύπνο ή στην όρεξη, κόπωση, αισθήματα αναξιότητας, δυσκολία συγκέντρωσης ή σκέψεις θανάτου, χρειάζεται να εξετάζεται το ενδεχόμενο κατάθλιψης. Για αυτό δεν πρέπει κάθε έντονος θυμός να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πρόβλημα συμπεριφοράς.

Ποιες άλλες δυσκολίες μπορεί να βρίσκονται πίσω από τις εκρήξεις;

Οι συχνές εκρήξεις και η ευερεθιστότητα μπορούν να εμφανιστούν σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις. Μεταξύ αυτών είναι:

  • η ΔΕΠ-Υ και οι δυσκολίες ελέγχου της παρορμητικότητας,

  • οι αγχώδεις διαταραχές,

  • η κατάθλιψη,

  • ο αυτισμός,

  • οι μαθησιακές δυσκολίες,

  • οι διαταραχές ύπνου,

  • οι τραυματικές εμπειρίες,

  • οι δυσκολίες επικοινωνίας,

  • η χρήση ουσιών στους εφήβους,

  • σημαντικές οικογενειακές ή σχολικές δυσκολίες.

Ένα παιδί μπορεί επίσης να εμφανίζει έντονες αντιδράσεις επειδή οι απαιτήσεις του περιβάλλοντος υπερβαίνουν τις αναπτυξιακές του δυνατότητες. Για παράδειγμα, ένα παιδί με αδιάγνωστη μαθησιακή δυσκολία ή ΔΕΠ-Υ μπορεί να παρουσιάζει εκρήξεις κυρίως όταν καλείται να αντιμετωπίσει εργασίες στις οποίες αποτυγχάνει επανειλημμένα.

Γιατί έχει σημασία τι συμβαίνει πριν και μετά από μια έκρηξη;

Η κατανόηση των συνθηκών στις οποίες εμφανίζονται οι εκρήξεις είναι συχνά περισσότερο χρήσιμη από την απλή καταμέτρησή τους. Χρειάζεται να εξετάζεται:

  • τι συνέβη πριν από το επεισόδιο,

  • ποια απαίτηση ή ματαίωση προηγήθηκε,

  • πώς αντέδρασε το παιδί,

  • πόσο διήρκεσε η έκρηξη,

  • τι βοήθησε να ηρεμήσει,

  • πώς αντέδρασαν οι ενήλικοι,

  • τι συνέβη αμέσως μετά.

Μερικές φορές οι αντιδράσεις του περιβάλλοντος μπορεί άθελά τους να συντηρούν ένα πρότυπο εκρήξεων. Σε άλλες περιπτώσεις αποκαλύπτεται ότι τα επεισόδια εμφανίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως όταν το παιδί είναι κουρασμένο, όταν πρέπει να διακόψει μια αγαπημένη δραστηριότητα ή όταν αντιμετωπίζει δύσκολες σχολικές απαιτήσεις.

Γιατί χρειάζεται να εξετάζεται και το περιβάλλον του παιδιού;

Η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο ερώτημα «τι έχει το παιδί». Χρειάζεται να εξετάζονται η οικογενειακή λειτουργία, οι σχέσεις, οι τρόποι με τους οποίους τίθενται τα όρια, το σχολικό περιβάλλον, πιθανός εκφοβισμός, σημαντικές αλλαγές στη ζωή και άλλες πηγές στρες. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς «προκαλούν» τη δυσκολία. Σημαίνει ότι η συμπεριφορά ενός παιδιού αναπτύσσεται και εκδηλώνεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και ότι η κατανόηση αυτού του περιβάλλοντος βοηθά στον σχεδιασμό της κατάλληλης παρέμβασης.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς κατά τη διάρκεια μιας έκρηξης;

Όταν ένα παιδί βρίσκεται στην κορύφωση μιας σοβαρής έκρηξης, συνήθως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για μακρές εξηγήσεις, διαπραγματεύσεις ή συζήτηση σχετικά με τις συνέπειες. Οι γονείς μπορούν να:

  • παραμείνουν όσο γίνεται ήρεμοι,

  • χρησιμοποιούν σύντομες και σαφείς φράσεις,

  • αποφεύγουν να φωνάζουν περισσότερο από το παιδί,

  • μειώνουν τα περιττά ερεθίσματα,

  • διατηρούν σταθερά τα απαραίτητα όρια,

  • δίνουν χρόνο για αποκλιμάκωση,

  • προστατεύουν το παιδί και τους άλλους όταν υπάρχει κίνδυνος.

Η συζήτηση για το τι συνέβη είναι συνήθως περισσότερο αποτελεσματική όταν το παιδί έχει ηρεμήσει.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς μακροπρόθεσμα;

Η πρόληψη των εκρήξεων είναι εξίσου σημαντική με τη διαχείρισή τους. Μπορεί να βοηθούν:

  • σταθερές καθημερινές ρουτίνες,

  • επαρκής ύπνος,

  • σαφή και προβλέψιμα όρια,

  • προειδοποίηση πριν από μεταβάσεις και αλλαγές,

  • θετική ενίσχυση κατάλληλων συμπεριφορών,

  • βοήθεια στην αναγνώριση και ονομασία των συναισθημάτων,

  • εκμάθηση εναλλακτικών τρόπων έκφρασης θυμού και απογοήτευσης,

  • αποφυγή μακρών αντιπαραθέσεων για κάθε μικρή συμπεριφορά.

Οι γονείς χρειάζεται επίσης να παρατηρούν τι λειτουργεί καλά και όχι μόνο τι πηγαίνει στραβά.

Πότε χρειάζεται επαγγελματική αξιολόγηση;

Αξιολόγηση είναι χρήσιμη όταν η ευερεθιστότητα και οι εκρήξεις:

  • είναι επίμονες και πολύ συχνές,

  • είναι δυσανάλογες για την ηλικία,

  • εμφανίζονται σε περισσότερα από ένα περιβάλλοντα,

  • προκαλούν σοβαρά προβλήματα στο σχολείο ή στις σχέσεις,

  • οδηγούν σε σημαντική οικογενειακή εξάντληση,

  • συνοδεύονται από επιθετικότητα ή καταστροφές,

  • συνυπάρχουν με κατάθλιψη, έντονο άγχος ή άλλες ψυχικές δυσκολίες.

Η αξιολόγηση χρειάζεται να περιλαμβάνει πληροφορίες από τους γονείς, το ίδιο το παιδί και, όταν είναι χρήσιμο, το σχολείο. Δεν υπάρχει ένα τεστ που από μόνο του να εξηγεί γιατί ένα παιδί έχει σοβαρές εκρήξεις θυμού.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την αιτία και τη συνολική εικόνα του παιδιού. Μπορεί να περιλαμβάνει εκπαίδευση και υποστήριξη των γονέων, παρεμβάσεις για τη διαχείριση της συμπεριφοράς, ψυχοθεραπευτική βοήθεια στο παιδί για την αναγνώριση και ρύθμιση των συναισθημάτων και συνεργασία με το σχολείο. Όταν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ψυχική ή αναπτυξιακή διαταραχή, χρειάζεται να αντιμετωπίζεται παράλληλα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξεταστεί και φαρμακευτική θεραπεία, ανάλογα με τη διάγνωση, τη σοβαρότητα και τα συμπτώματα που συνυπάρχουν. Η φαρμακευτική αγωγή δεν αντικαθιστά την κατανόηση των παραγόντων που προκαλούν και συντηρούν τις εκρήξεις.

Πότε χρειάζεται άμεση βοήθεια;

Άμεση αξιολόγηση χρειάζεται όταν κατά τη διάρκεια μιας έκρηξης το παιδί:

  • απειλεί σοβαρά να σκοτώσει ή να τραυματίσει τον εαυτό του ή άλλους,

  • χρησιμοποιεί όπλο ή άλλο επικίνδυνο αντικείμενο,

  • έχει προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό,

  • παρουσιάζει ακραία διέγερση που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ασφάλεια,

  • φαίνεται να έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα,

  • εκφράζει αυτοκτονικές σκέψεις ή έχει κάνει απόπειρα αυτοκτονίας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις προτεραιότητα είναι η ασφάλεια και όχι η προσπάθεια επίλυσης της σύγκρουσης στο σπίτι.