Ο χωρισμός ή το διαζύγιο των γονέων αποτελεί σημαντική αλλαγή στη ζωή ενός παιδιού. Δεν βιώνεται όμως με τον ίδιο τρόπο από όλα τα παιδιά και δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε ψυχολογικά προβλήματα. Η προσαρμογή εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: την ηλικία και την ιδιοσυγκρασία του παιδιού, τη σχέση που είχε με κάθε γονέα, τις αλλαγές που ακολουθούν τον χωρισμό και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς διαχειρίζονται τη μεταξύ τους σχέση και συνεχίζουν να ασκούν τον γονεϊκό τους ρόλο. Για πολλά παιδιά, ο χωρισμός συνοδεύεται αρχικά από θλίψη, θυμό, φόβο, σύγχυση ή ανασφάλεια. Σε ορισμένες οικογένειες μπορεί να υπάρχει και ανακούφιση, ιδιαίτερα όταν ο χωρισμός σημαίνει ότι μειώνονται οι συνεχείς συγκρούσεις στο σπίτι. Οι περισσότερες αντιδράσεις δεν αποτελούν από μόνες τους ένδειξη ψυχικής διαταραχής. Χρειάζεται να δούμε πόσο έντονες είναι, πόσο διαρκούν και αν επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινή λειτουργία του παιδιού.
Τι είναι αυτό που δυσκολεύει περισσότερο ένα παιδί;
Για ένα παιδί, ο χωρισμός των γονέων δεν είναι μόνο η λήξη μιας συζυγικής σχέσης. Μπορεί να σημαίνει ότι ένας γονέας δεν θα βρίσκεται πλέον καθημερινά στο σπίτι, ότι θα μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα σε δύο σπίτια, ότι θα αλλάξει σχολείο ή γειτονιά, ότι θα υπάρξουν οικονομικές αλλαγές ή ότι θα χρειαστεί να προσαρμοστεί αργότερα σε νέους συντρόφους και διαφορετικές οικογενειακές σχέσεις. Παράλληλα, τα παιδιά συχνά ανησυχούν για πράγματα που οι ενήλικες μπορεί να θεωρούν αυτονόητα: «Πού θα μένω;», «Πότε θα βλέπω τον μπαμπά ή τη μαμά;», «Θα αλλάξω σχολείο;», «Θα είμαστε πάλι όλοι μαζί;», «Θα σταματήσει να με αγαπά ο γονέας που έφυγε;».
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα είναι ότι η παρατεταμένη και έντονη σύγκρουση μεταξύ των γονέων επιβαρύνει ιδιαίτερα τα παιδιά. Τα παιδιά προσαρμόζονται καλύτερα όταν προστατεύονται από τις συγκρούσεις, δεν τοποθετούνται ανάμεσα στους γονείς και μπορούν να διατηρούν σταθερές, ασφαλείς σχέσεις με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής τους.
Τα παιδιά μπορεί να πιστεύουν ότι φταίνε
Ιδιαίτερα τα μικρότερα παιδιά μπορεί να θεωρήσουν ότι κάποια δική τους συμπεριφορά προκάλεσε τον χωρισμό. Μπορεί να θυμούνται έναν καβγά που έγινε για εκείνα, μια περίοδο που ήταν «άτακτα» ή ένα περιστατικό στο οποίο οι γονείς διαφώνησαν και να συμπεράνουν ότι αν είχαν συμπεριφερθεί διαφορετικά, η οικογένεια θα παρέμενε μαζί. Για αυτό είναι σημαντικό να λέγεται καθαρά: «Ο χωρισμός είναι μια απόφαση που αφορά τη σχέση των ενηλίκων. Δεν έγινε εξαιτίας σου και δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσες να κάνεις για να τον προκαλέσεις ή να τον σταματήσεις.» Το μήνυμα μπορεί να χρειαστεί να επαναληφθεί πολλές φορές. Ένα παιδί μπορεί να κατανοήσει λογικά ότι δεν ευθύνεται και παρ' όλα αυτά να εξακολουθεί να το αισθάνεται.
Πώς λέμε σε ένα παιδί ότι οι γονείς του χωρίζουν;
Όταν η απόφαση είναι οριστική, είναι καλύτερο το παιδί να ενημερωθεί εγκαίρως και όχι να ανακαλύψει σταδιακά μόνο του ότι κάτι συμβαίνει. Εφόσον αυτό είναι εφικτό και ασφαλές, οι γονείς μπορούν να του μιλήσουν μαζί, ώστε να λάβει ένα κοινό και σαφές μήνυμα. Η εξήγηση χρειάζεται να είναι απλή και κατάλληλη για την ηλικία: «Αποφασίσαμε ότι δεν θα ζούμε πια στο ίδιο σπίτι. Αυτό είναι κάτι που αφορά τη σχέση μας ως ζευγάρι. Και οι δύο θα συνεχίσουμε να είμαστε οι γονείς σου και να σε αγαπάμε.» Δεν χρειάζεται να εξηγηθούν στο παιδί οι λεπτομέρειες της συζυγικής σύγκρουσης. Οι πληροφορίες για απιστία, οικονομικές διαφωνίες, σεξουαλικά ζητήματα ή λεπτομέρειες δικαστικών διαφορών ανήκουν στον κόσμο των ενηλίκων και συνήθως δεν βοηθούν το παιδί να κατανοήσει καλύτερα όσα συμβαίνουν. Χρειάζεται όμως ειλικρίνεια. Αν ο γονέας γνωρίζει ότι δεν υπάρχει προοπτική επανασύνδεσης, δεν είναι βοηθητικό να αφήνει το παιδί να περιμένει ότι «ίσως αύριο τα ξαναβρούμε».
Πείτε τι θα αλλάξει — και τι δεν θα αλλάξει
Τα παιδιά χρειάζονται συγκεκριμένες πληροφορίες. Αν είναι γνωστές, είναι καλό να εξηγηθούν με απλό τρόπο:
- ποιος θα μετακομίσει,
- πού θα μένει το παιδί,
- πότε θα βλέπει κάθε γονέα,
- αν θα συνεχίσει στο ίδιο σχολείο,
- τι θα συμβεί με τις δραστηριότητες και τους φίλους του,
- ποιες αλλαγές θα υπάρξουν στην καθημερινότητά του.
Εξίσου σημαντικό είναι να ακούσει τι δεν αλλάζει: «Θα εξακολουθήσουμε και οι δύο να είμαστε οι γονείς σου.» «Δεν χρειάζεται να διαλέξεις κανέναν από τους δύο.» «Μπορείς να αγαπάς και τους δύο γονείς σου.» Η προβλεψιμότητα μειώνει την ανασφάλεια και βοηθά το παιδί να προσαρμοστεί σε μια περίοδο κατά την οποία πολλά πράγματα φαίνονται αβέβαια.
Δεν χρειάζεται το παιδί να γνωρίζει ποιος «φταίει»
Ένα από τα πιο επιβαρυντικά πράγματα για ένα παιδί είναι να βρίσκεται στη θέση του δικαστή της σχέσης των γονέων του. Όταν ακούει συστηματικά: «Ο πατέρας σου μας εγκατέλειψε.» «Η μητέρα σου κατέστρεψε την οικογένεια.» «Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις τι άνθρωπος είναι.» το παιδί δεν λαμβάνει απλώς μια πληροφορία για τον άλλο γονέα. Αναγκάζεται να διαχειριστεί μια σύγκρουση ανάμεσα στην αγάπη του προς τον γονέα και στην πίεση να συμφωνήσει με τον άλλον. Είναι δυνατόν ένας ενήλικας να αισθάνεται βαθιά πληγωμένος ή θυμωμένος με τον πρώην σύντροφό του και παράλληλα να προστατεύει το παιδί από αυτές τις λεπτομέρειες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει απόκρυψη πραγματικών ζητημάτων ασφάλειας. Σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης, σοβαρής εξάρτησης ή άλλης επικίνδυνης συμπεριφοράς, η επικοινωνία και οι ρυθμίσεις επαφής χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση με προτεραιότητα την ασφάλεια του παιδιού.
Μην ζητάτε από το παιδί να διαλέξει πλευρά
Το παιδί μπορεί να θυμώνει με έναν γονέα κάποια στιγμή και να του λείπει έντονα λίγες ώρες αργότερα. Μπορεί να απολαμβάνει τον χρόνο με τον έναν χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αγαπά λιγότερο τον άλλον. Χρειάζεται να έχει την ελευθερία να διατηρεί τα δικά του συναισθήματα και τη δική του σχέση με κάθε γονέα χωρίς να αισθάνεται ότι προδίδει τον άλλο. Η πίεση να επιλέξει πλευρά ή να αποδείξει σε ποιον είναι «πιστό» μπορεί να του προκαλέσει σημαντική εσωτερική σύγκρουση.
Μην χρησιμοποιείτε το παιδί ως αγγελιοφόρο
Φράσεις όπως: «Πες στον πατέρα σου ότι πρέπει να πληρώσει...» «Ρώτα τη μητέρα σου τι ώρα θα σε φέρει.» «Πες του ότι αν αργήσει πάλι δεν θα σε πάρει την άλλη εβδομάδα.» τοποθετούν το παιδί ανάμεσα στους γονείς. Οι πληροφορίες που αφορούν οικονομικά θέματα, ωράρια, μετακινήσεις, σχολικές αποφάσεις ή άλλες γονεϊκές υποχρεώσεις χρειάζεται να ανταλλάσσονται απευθείας μεταξύ των ενηλίκων, με τρόπο που το παιδί δεν χρειάζεται να μεσολαβεί. Το ίδιο ισχύει για την «κατασκοπεία»: «Ποιος ήταν στο σπίτι της μαμάς;» «Τι έκανε ο μπαμπάς όλο το Σαββατοκύριακο;» Ένα φυσιολογικό ενδιαφέρον για το πώς πέρασε το παιδί είναι διαφορετικό από την πίεση να παρέχει πληροφορίες για την προσωπική ζωή του άλλου γονέα.
Το παιδί δεν είναι ο ψυχοθεραπευτής του γονέα
Μετά έναν χωρισμό, ένας γονέας μπορεί να αισθάνεται μόνος, πληγωμένος ή προδομένος. Είναι κατανοητό να χρειάζεται στήριξη. Η στήριξη αυτή όμως χρειάζεται να προέρχεται από άλλους ενήλικες και όχι από το παιδί. Το παιδί δεν πρέπει να αισθανθεί ότι είναι υπεύθυνο να παρηγορεί τον γονέα, να τον συμβουλεύει ή να τον προστατεύει. Φράσεις όπως: «Τώρα εσύ είσαι ο άντρας του σπιτιού.» ή «Τώρα μόνο εσένα έχω.» μπορεί να φορτώσουν ένα παιδί με έναν ενήλικο ρόλο που δεν αντιστοιχεί στην ηλικία του. Χρειάζεται να παραμείνει παιδί, ακόμη και όταν η οικογένεια περνά μεγάλη αλλαγή.
Οι αντιδράσεις διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία
Προσχολική ηλικία
Τα μικρότερα παιδιά μπορεί να δυσκολεύονται να κατανοήσουν τι σημαίνει οριστικά ο χωρισμός. Μπορεί να ρωτούν επανειλημμένα πότε θα επιστρέψει ο γονέας στο σπίτι ή να περιμένουν ότι οι γονείς θα ξαναμείνουν μαζί. Μπορεί να εμφανίσουν:
- μεγαλύτερη προσκόλληση σε έναν γονέα,
- φόβο αποχωρισμού,
- δυσκολίες ύπνου,
- αλλαγές στην πρόσληψη τροφής,
- περισσότερες εκρήξεις θυμού,
- προσωρινή επιστροφή σε συμπεριφορές μικρότερης ηλικίας,
- φόβο ότι θα τα εγκαταλείψει και ο άλλος γονέας.
Χρειάζονται απλές εξηγήσεις, επανάληψη και ιδιαίτερη σταθερότητα στην καθημερινότητα.
Σχολική ηλικία
Τα παιδιά μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα τι σημαίνει ο χωρισμός αλλά μπορεί να επιθυμούν έντονα την επανασύνδεση των γονέων. Μπορεί να παρουσιάζουν:
- θλίψη ή θυμό,
- δυσκολία συγκέντρωσης,
- πτώση στη σχολική επίδοση,
- προβλήματα ύπνου,
- μεγαλύτερη επιθετικότητα,
- ενοχές,
- ανησυχία ότι ευθύνονται για τον χωρισμό,
- σύγκρουση πίστης ανάμεσα στους δύο γονείς.
Μερικά παιδιά προσπαθούν να «διορθώσουν» τη σχέση των γονέων ή πιστεύουν ότι αν είναι αρκετά καλά, εκείνοι θα επανασυνδεθούν.
Εφηβεία
Οι έφηβοι κατανοούν περισσότερο τις σύνθετες πλευρές των σχέσεων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι επηρεάζονται λιγότερο. Μπορεί να εμφανίσουν θυμό προς έναν ή και τους δύο γονείς, απογοήτευση, θλίψη, απομάκρυνση από την οικογένεια, ανησυχία για τα οικονομικά ή για το μέλλον και δυσκολία να εμπιστευτούν τις δικές τους μελλοντικές σχέσεις. Σε ορισμένους εφήβους μπορεί επίσης να εμφανιστούν προβλήματα ύπνου και διατροφής, σχολική έκπτωση ή συμπεριφορές αυξημένου κινδύνου. Ο έφηβος έχει ανάγκη να ακούγεται η γνώμη του για θέματα που επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητά του, χωρίς όμως να μεταφέρεται σε εκείνον η ευθύνη για αποφάσεις που ανήκουν στους ενήλικες.
Ο γονεϊκός ρόλος συνεχίζεται μετά το τέλος της σχέσης
Ένα ζευγάρι μπορεί να πάψει να είναι ζευγάρι χωρίς να πάψει να αποτελείται από δύο γονείς. Όταν και οι δύο γονείς είναι ασφαλείς και ικανοί να φροντίσουν το παιδί, η διατήρηση μιας θετικής και ουσιαστικής σχέσης μαζί τους μπορεί να λειτουργεί προστατευτικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει συνεχής προσωπική επαφή μεταξύ των πρώην συντρόφων ή ότι πρέπει να συμφωνούν για τα πάντα. Σημαίνει ότι, όσο είναι δυνατόν, συνεργάζονται στα σημαντικά ζητήματα του παιδιού και δεν υπονομεύουν ο ένας τη σχέση του παιδιού με τον άλλο. Η αρχή αυτή ισχύει μόνο όταν η σχέση είναι ασφαλής. Η παρουσία βίας, κακοποίησης, σοβαρού κινδύνου ή αδυναμίας ασφαλούς φροντίδας αλλάζει τις προτεραιότητες και μπορεί να απαιτεί ειδικές ρυθμίσεις.
Χρειάζονται ίδιοι κανόνες και στα δύο σπίτια;
Δεν είναι ρεαλιστικό δύο διαφορετικά σπίτια να λειτουργούν με απόλυτα ίδιους κανόνες. Είναι όμως βοηθητικό να υπάρχει ένα βασικό επίπεδο προβλεψιμότητας, ιδιαίτερα σε ζητήματα όπως ο ύπνος, το σχολείο, οι σημαντικές υποχρεώσεις, η ασφάλεια και τα βασικά όρια συμπεριφοράς. Η μεγάλη ασυνέπεια, όπου ο ένας γονέας καταργεί συστηματικά κάθε όριο του άλλου για να γίνει περισσότερο αγαπητός, μπορεί να δυσκολεύει την προσαρμογή. Η ζεστή σχέση με σαφή και σχετικά σταθερά όρια αποτελεί προστατευτικό παράγοντα.
Διατηρήστε όσο γίνεται τη σταθερότητα
Σε μια περίοδο μεγάλης αλλαγής, οι συνηθισμένες καθημερινές συνήθειες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία. Όπου είναι δυνατόν, βοηθά να παραμείνουν σταθερά:
- το σχολείο,
- οι φιλίες,
- οι εξωσχολικές δραστηριότητες,
- οι βασικές ώρες ύπνου και φαγητού,
- η επαφή με παππούδες και άλλα σημαντικά πρόσωπα,
- οι συμφωνημένες ημέρες και ώρες επικοινωνίας με κάθε γονέα.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι οι γονείς να τηρούν τις υποσχέσεις τους. Ένα παιδί που περιμένει έναν γονέα ο οποίος επανειλημμένα δεν εμφανίζεται μπορεί να βιώνει κάθε φορά μια νέα απόρριψη.
«Σε ποιο σπίτι θέλεις να μείνεις;»
Είναι διαφορετικό να ακούμε το παιδί και διαφορετικό να του ζητάμε να αποφασίσει ποιον γονέα προτιμά. Ιδιαίτερα στα μικρότερα παιδιά, μια τέτοια ερώτηση μπορεί να είναι πολύ βαριά: «Αν πω ότι θέλω να μένω με τη μαμά, θα πληγώσω τον μπαμπά;» «Αν επιλέξω τον μπαμπά, σημαίνει ότι εγκαταλείπω τη μαμά;» Καθώς μεγαλώνει, η γνώμη του παιδιού ή του εφήβου για πρακτικά ζητήματα έχει μεγαλύτερη σημασία και πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Δεν χρειάζεται όμως να γίνεται υπεύθυνο για την επίλυση της διαμάχης των ενηλίκων. Η παρατεταμένη πίεση να «διαλέξει» πλευρά είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική.
Τι γίνεται όταν το παιδί δεν θέλει να δει έναν γονέα;
Η άρνηση επαφής χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με προσοχή και όχι με ένα προκαθορισμένο συμπέρασμα. Ένα παιδί μπορεί να θυμώνει με έναν γονέα, να δυσκολεύεται με τις μεταβάσεις από το ένα σπίτι στο άλλο ή να έχει επηρεαστεί από την έντονη σύγκρουση των ενηλίκων. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχουν πραγματικά ζητήματα φόβου ή ασφάλειας. Επομένως, ούτε η αυτόματη επιβολή της επαφής ούτε η αυτόματη απόδοσή της άρνησης στον άλλο γονέα είναι επαρκής αντιμετώπιση. Χρειάζεται να κατανοηθεί γιατί το παιδί αρνείται και, όταν η κατάσταση είναι σύνθετη ή επίμονη, μπορεί να απαιτείται εξειδικευμένη αξιολόγηση.
Τα παιδιά μπορούν να αγαπούν και τους νέους συντρόφους χωρίς να προδίδουν τον γονέα τους
Η εμφάνιση νέου συντρόφου μπορεί να δημιουργήσει επιπλέον συναισθήματα. Ένα παιδί μπορεί να φοβάται ότι ο νέος άνθρωπος θα «αντικαταστήσει» τον άλλο γονέα ή να αισθάνεται ενοχές επειδή περνά καλά μαζί του. Η δημιουργία μιας νέας σχέσης χρειάζεται χρόνο. Δεν βοηθά να απαιτείται από το παιδί να αγαπήσει άμεσα έναν νέο σύντροφο ή να τον αντιμετωπίσει ως νέο γονέα. Επίσης, το παιδί χρειάζεται να γνωρίζει ότι μπορεί να έχει μια θετική σχέση με έναν νέο ενήλικα χωρίς αυτό να μειώνει τη σχέση του με τη μητέρα ή τον πατέρα του.
Ο γονέας χρειάζεται επίσης υποστήριξη
Ο χωρισμός μπορεί να αποτελεί μία από τις πιο στρεσογόνες περιόδους της ζωής ενός ενήλικα. Ο γονέας μπορεί ταυτόχρονα να χρειάζεται να αντιμετωπίσει απώλεια, θυμό, οικονομικές αλλαγές, μετακόμιση, δικαστικές διαδικασίες και νέες πρακτικές απαιτήσεις. Η φροντίδα της δικής του ψυχικής υγείας δεν είναι ανεξάρτητη από τη φροντίδα του παιδιού. Όσο περισσότερο μπορεί να διαχειρίζεται τα δικά του συναισθήματα με τη βοήθεια άλλων ενηλίκων, τόσο ευκολότερα μπορεί να παραμείνει συναισθηματικά διαθέσιμος ως γονέας.
Πρέπει να ενημερωθεί το σχολείο;
Όταν ο χωρισμός έχει σημαντική επίδραση στην καθημερινότητα του παιδιού, μπορεί να είναι χρήσιμο να γνωρίζει ένας κατάλληλος εκπαιδευτικός ότι η οικογένεια περνά μια σημαντική αλλαγή. Δεν χρειάζεται να κοινοποιηθούν προσωπικές λεπτομέρειες. Αρκεί το σχολείο να γνωρίζει ότι ενδέχεται προσωρινά να εμφανιστούν δυσκολίες συγκέντρωσης, συναισθηματική ευαισθησία ή αλλαγές στη συμπεριφορά και να μπορεί να ενημερώσει τους γονείς αν παρατηρήσει κάτι σημαντικό.
Πότε χρειάζεται βοήθεια;
Πολλά παιδιά εμφανίζουν κάποια δυσφορία κατά την περίοδο του χωρισμού και στη συνέχεια προσαρμόζονται. Επαγγελματική αξιολόγηση μπορεί να είναι χρήσιμη όταν η δυσκολία είναι έντονη, παρατεταμένη ή επιδεινώνεται. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν εμφανίζονται:
- επίμονη θλίψη ή έντονη ευερεθιστότητα,
- σημαντική κοινωνική απόσυρση,
- σοβαρή πτώση της σχολικής λειτουργίας,
- επίμονη άρνηση σχολείου,
- σοβαρές δυσκολίες ύπνου ή διατροφής,
- έντονο και συνεχές άγχος αποχωρισμού,
- συχνή επιθετική ή επικίνδυνη συμπεριφορά,
- χρήση ουσιών,
- σημαντική παλινδρόμηση που επιμένει,
- έντονο αίσθημα ευθύνης ή ενοχής για τον χωρισμό,
- αυτοτραυματισμός ή σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας.
Η βοήθεια δεν χρειάζεται να αφορά μόνο το παιδί. Σε αρκετές περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα χρήσιμη η δουλειά με τους γονείς ώστε να βρεθεί ένας περισσότερο λειτουργικός τρόπος επικοινωνίας και άσκησης του γονεϊκού ρόλου μετά τον χωρισμό.
Δεν είναι το διαζύγιο από μόνο του που καθορίζει την πορεία ενός παιδιού
Η οικογένεια ενός παιδιού αλλάζει μετά τον χωρισμό, αλλά δεν παύει να είναι οικογένεια. Το παιδί δεν χρειάζεται απαραίτητα δύο γονείς που ζουν στο ίδιο σπίτι. Χρειάζεται κυρίως ενήλικες που παραμένουν διαθέσιμοι, προβλέψιμοι και συναισθηματικά ασφαλείς και που μπορούν, όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες, να προστατεύσουν τη σχέση του παιδιού με τον καθένα από αυτούς από τη μεταξύ τους σύγκρουση. Για πολλά παιδιά, το πιο επιβαρυντικό δεν είναι ότι οι γονείς μένουν σε δύο διαφορετικά σπίτια αλλά ότι η σύγκρουσή τους συνεχίζει να κυριαρχεί στη ζωή του παιδιού. Αντίθετα, όταν μειώνεται η ένταση, διατηρούνται σταθερές σχέσεις και το παιδί δεν αναγκάζεται να πάρει θέση, μπορεί να προσαρμοστεί καλά στη νέα οικογενειακή πραγματικότητα.


