Ψέματα στα παιδιά και στους εφήβους: πότε είναι αναπτυξιακά αναμενόμενα και πότε χρειάζονται προσοχή

Οι περισσότεροι γονείς ανησυχούν όταν ανακαλύπτουν ότι το παιδί τους είπε ψέματα. Μπορεί να φοβηθούν ότι πρόκειται για ένδειξη προβλήματος χαρακτήρα, ότι το παιδί δεν τους εμπιστεύεται ή ότι η συμπεριφορά θα εξελιχθεί σε ένα μόνιμο πρότυπο ανεντιμότητας. Η σημασία όμως ενός ψέματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ηλικία, το αναπτυξιακό επίπεδο, τον λόγο για τον οποίο ειπώθηκε, τη συχνότητά του και το αν αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης δυσκολίας. Το ψέμα δεν είναι ένα ενιαίο φαινόμενο. Ένα τετράχρονο που αφηγείται ότι είδε ένα τεράστιο τέρας στον κήπο, ένα δεκάχρονο που αρνείται ότι έσπασε ένα αντικείμενο για να αποφύγει την τιμωρία και ένας δεκαεξάχρονος που αποκρύπτει επί μήνες τη χρήση ουσιών παρουσιάζουν τρεις πολύ διαφορετικές καταστάσεις. Η σωστή αντίδραση των γονέων χρειάζεται επομένως να βασίζεται περισσότερο στην κατανόηση του συγκεκριμένου ψέματος παρά στην απλή διαπίστωση ότι «το παιδί είπε ψέματα».

Φαντασία και ψέμα δεν είναι το ίδιο

Τα παιδιά περίπου 4–5 ετών συχνά δημιουργούν ιστορίες, υπερβάλλουν ή περιγράφουν φανταστικά γεγονότα σαν να είχαν πραγματικά συμβεί. Σε αυτή την ηλικία η φαντασία είναι ιδιαίτερα ενεργή και τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό μπορεί ακόμη να μην είναι τόσο σαφή όσο για έναν μεγαλύτερο μαθητή. Η δημιουργία τέτοιων ιστοριών μπορεί να αποτελεί φυσιολογικό μέρος του φανταστικού παιχνιδιού και της αναπτυσσόμενης γλωσσικής και αφηγηματικής ικανότητας. Ένα παιδί μπορεί να πει: «Χθες ήρθε ένας δράκος στο δωμάτιό μου.» ή: «Μπορώ να τρέξω πιο γρήγορα από αυτοκίνητο.» Δεν χρειάζεται σε κάθε τέτοια περίπτωση να ακολουθήσει συζήτηση περί ηθικής και ειλικρίνειας. Ο γονέας μπορεί να βοηθήσει το παιδί να διαχωρίζει σταδιακά τη φαντασία από την πραγματικότητα: «Αυτό είναι πολύ ωραία ιστορία. Συνέβη στ' αλήθεια ή είναι κάτι που φαντάστηκες;» Θα πρέπει να διακρίνουμε τις φανταστικές ιστορίες των μικρών παιδιών από τα ψέματα που έχουν στόχο να εξαπατήσουν κάποιον.

Η ικανότητα να πει ένα παιδί ψέματα αποτελεί και γνωστικό επίτευγμα

Για να πει ένα παιδί ένα σκόπιμο ψέμα χρειάζεται να κατανοεί ότι ο άλλος άνθρωπος δεν γνωρίζει αναγκαστικά όσα γνωρίζει το ίδιο. Πρέπει, με άλλα λόγια, να μπορεί να διαχειριστεί διαφορετικές νοητικές αναπαραστάσεις: «εγώ ξέρω τι συνέβη, αλλά μπορώ να κάνω τον άλλο να πιστέψει κάτι διαφορετικό». Η αναπτυξιακή έρευνα έχει συνδέσει την εμφάνιση και την αυξανόμενη πολυπλοκότητα της εξαπάτησης κατά την προσχολική ηλικία με την ανάπτυξη της θεωρίας του νου και των εκτελεστικών λειτουργιών, δηλαδή ικανοτήτων όπως η κατανόηση της οπτικής του άλλου, ο έλεγχος μιας αυθόρμητης απάντησης και η διατήρηση μιας ιστορίας στη μνήμη. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι το ψέμα πρέπει να ενθαρρύνεται. Σημαίνει ότι η εμφάνισή του δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη διαταραχής ή ηθικής ανεπάρκειας.

Γιατί ένα μεγαλύτερο παιδί λέει ψέματα;

Ο συχνότερος λόγος είναι συχνά πολύ απλός: θέλει να αποφύγει μια δυσάρεστη συνέπεια. «Έκανες τα μαθήματά σου;» «Ναι.» ενώ δεν τα έχει κάνει. Ή: «Ποιος έσπασε το βάζο;» «Δεν ξέρω.» ενώ γνωρίζει ότι το έσπασε το ίδιο. Ένα μεμονωμένο ψέμα αυτού του τύπου είναι συνηθισμένο και δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη σοβαρού προβλήματος. Η κατάλληλη αντίδραση είναι να αντιμετωπιστεί η συγκεκριμένη πράξη και να συζητηθεί η σημασία της ειλικρίνειας και της εμπιστοσύνης.

Ο φόβος της τιμωρίας μπορεί να ενισχύσει το ψέμα

Είναι λογικό οι γονείς να θέλουν να υπάρχουν συνέπειες όταν το παιδί παραβιάζει έναν κανόνα. Η υπερβολικά τιμωρητική αντίδραση όμως μπορεί να δημιουργήσει ένα παράδοξο: όσο περισσότερο φοβάται το παιδί την αντίδραση του ενήλικα τόσο ισχυρότερο γίνεται το κίνητρο να αποκρύψει την αλήθεια. Πειραματική έρευνα σε μικρά παιδιά έχει δείξει μεγαλύτερη ανεντιμότητα σε ιδιαίτερα τιμωρητικά περιβάλλοντα σε σύγκριση με λιγότερο τιμωρητικά περιβάλλοντα. Το εύρημα δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν όρια. Υποστηρίζει όμως την ανάγκη οι συνέπειες να είναι προβλέψιμες και αναλογικές και η αποκάλυψη της αλήθειας να μην οδηγεί σε τόσο τρομακτική αντίδραση ώστε το παιδί να μαθαίνει ότι η απόκρυψη είναι η ασφαλέστερη λύση.

Δεν χρειάζεται να «παγιδεύουμε» το παιδί

Αν ο γονέας γνωρίζει ότι το παιδί ζωγράφισε στον τοίχο, η ερώτηση: «Εσύ το έκανες αυτό;» μπορεί να δημιουργήσει μια περιττή ευκαιρία για ψέμα. Μπορεί να είναι περισσότερο χρήσιμο: «Βλέπω ότι ζωγράφισες στον τοίχο. Τα χαρτιά είναι για ζωγραφική, ο τοίχος όχι. Τώρα θα καθαρίσουμε μαζί.» Με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζεται η πραγματική συμπεριφορά χωρίς να μετατρέπεται η κατάσταση σε ανακριτική δοκιμασία ειλικρίνειας. Οι γονείς θα πρέπει να εστιάζουν περισσότερο στην κατανόηση του λόγου για το ψέμα και στην ενθάρρυνση της ειλικρίνειας παρά στην παγίδευση του παιδιού.

Μερικά ψέματα κρύβουν μια δυσκολία που το παιδί δεν θέλει να αποκαλύψει

Ένα επαναλαμβανόμενο ψέμα δεν πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται μόνο ως πρόβλημα ειλικρίνειας. Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να λέει κάθε βράδυ ότι τελείωσε τα μαθήματά του ενώ δεν τα έχει ολοκληρώσει. Η εύκολη εξήγηση είναι ότι είναι ανεύθυνο και προσπαθεί να αποφύγει τη δουλειά. Μπορεί όμως να δυσκολεύεται σημαντικά λόγω μαθησιακής δυσκολίας, προβλήματος προσοχής, άγχους ή άλλου συναισθηματικού ζητήματος και να έχει ανακαλύψει ότι το ψέμα είναι ο πιο γρήγορος τρόπος να αποφύγει μια κατάσταση στην οποία αισθάνεται ότι αποτυγχάνει. Η συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί παράδειγμα του πώς το επαναλαμβανόμενο ψέμα μπορεί να καλύπτει δυσκολίες μάθησης, προσοχής ή συναισθηματικής λειτουργίας. Το ερώτημα τότε δεν είναι μόνο: «Γιατί λες συνέχεια ψέματα για τα μαθήματα;» αλλά και: «Τι συμβαίνει όταν προσπαθείς να τα κάνεις;»

Μερικά παιδιά υπερβάλλουν για να εντυπωσιάσουν

Ορισμένα παιδιά μπορεί να αφηγούνται περίπλοκες και ιδιαίτερα εντυπωσιακές ιστορίες που παρουσιάζονται ως πραγματικές. Μπορεί να ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν διάσημους ανθρώπους, ότι έχουν εξαιρετικές ικανότητες ή ότι συνέβησαν σημαντικά γεγονότα που στην πραγματικότητα δεν έγιναν. Σε ορισμένες περιπτώσεις το παιδί ανακαλύπτει ότι αυτές οι ιστορίες του προσφέρουν προσοχή, ενδιαφέρον ή κοινωνικό κύρος και η συμπεριφορά μπορεί σταδιακά να επαναλαμβάνεται. Ορισμένα παιδιά αφηγούνται πειστικές και περίπλοκες ιστορίες με ενθουσιασμό επειδή η διαδικασία τους προσφέρει σημαντική προσοχή. Δεν είναι όμως σωστό να υποθέσουμε αυτόματα ότι κάθε παιδί που υπερβάλλει έχει «ανάγκη για προσοχή». Χρειάζεται να δούμε πότε συμβαίνει, σε ποιο περιβάλλον και τι φαίνεται να κερδίζει από την ιστορία.

Το ψέμα μπορεί να γίνει εύκολος τρόπος αποφυγής απαιτήσεων

Σε ορισμένα παιδιά δημιουργείται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: «Έκανες το δωμάτιό σου;» «Ναι.» «Έδωσες το χαρτί στη δασκάλα;» «Ναι.» «Έχουμε διαγώνισμα αύριο;» «Όχι.» Το παιδί μπορεί αρχικά να λέει ψέματα για να αποφύγει μια άμεση δυσκολία και σταδιακά αυτή η αντίδραση να γίνεται σχεδόν αυτόματη. Υπάρχουν παιδιά που κατά τα άλλα φαίνονται υπεύθυνα αλλά υιοθετούν ένα επαναλαμβανόμενο πρότυπο ψεύδους επειδή έχει γίνει ο ευκολότερος τρόπος να αντιμετωπίζουν τις απαιτήσεις γονέων, σχολείου και φίλων. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται να αντιμετωπιστεί τόσο το ψέμα όσο και ο μηχανισμός αποφυγής που το συντηρεί.

Τα ψέματα στην εφηβεία έχουν διαφορετικό πλαίσιο

Η εφηβεία συνοδεύεται από αυξανόμενη ανάγκη για ιδιωτικότητα και ψυχολογική ανεξαρτησία από τους γονείς. Ένας έφηβος δεν θέλει πλέον να γνωρίζει ο γονέας κάθε σκέψη, κάθε συνομιλία και κάθε λεπτομέρεια των σχέσεών του. Αυτό αποτελεί φυσιολογικό μέρος της ανάπτυξης. Η ιδιωτικότητα όμως δεν είναι το ίδιο με την εξαπάτηση. Ένας δεκαπεντάχρονος έχει δικαίωμα να μη διηγηθεί στους γονείς του κάθε λεπτομέρεια μιας προσωπικής συζήτησης με έναν φίλο. Είναι διαφορετικό να πει ότι κοιμάται στο σπίτι ενός συμμαθητή ενώ στην πραγματικότητα βρίσκεται σε πάρτι σε άγνωστη τοποθεσία. Oι έφηβοι μπορεί μερικές φορές να αποκρύπτουν πληροφορίες για να προστατεύσουν την ιδιωτικότητά τους και να αισθανθούν περισσότερο ψυχολογικά ανεξάρτητοι από τους γονείς. Η αναπτυξιακή αυτή ανάγκη χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη χωρίς να καταργούνται οι κανόνες που αφορούν την ασφάλεια.

Πόση ιδιωτικότητα χρειάζεται ένας έφηβος;

Οι γονείς δεν χρειάζεται να επιδιώκουν πλήρη πρόσβαση σε κάθε πλευρά της εφηβικής ζωής. Η σχέση εμπιστοσύνης απαιτεί κάποιον χώρο προσωπικής ζωής. Παράλληλα, η ηλικία δεν καταργεί τη γονεϊκή ευθύνη για ζητήματα ασφάλειας. Ο γονέας χρειάζεται να γνωρίζει βασικά στοιχεία όπως πού βρίσκεται ο νέος, με ποιον περίπου βρίσκεται και πώς θα επιστρέψει όταν πρόκειται να βγει. Το όριο μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: «Δεν χρειάζεται να μου λες κάθε προσωπική λεπτομέρεια της σχέσης σου. Χρειάζεται όμως να μου λες την αλήθεια για το πού βρίσκεσαι, γιατί αυτό αφορά την ασφάλειά σου.» Η ανοιχτή και με σεβασμό επικοινωνία θεωρείται βασικός στόχος στην επικοινωνία γονέων και εφήβων.

Δεν είναι κάθε απόκρυψη κακόβουλη εξαπάτηση

Οι άνθρωποι δεν λένε πάντοτε ολόκληρη την αλήθεια σε κάθε κοινωνική περίσταση. Ένας έφηβος μπορεί, για παράδειγμα, να χωρίσει με κάποιον χωρίς να απαριθμήσει όλες τις αρνητικές σκέψεις που έχει γι' αυτόν, επειδή δεν θέλει να τον πληγώσει περισσότερο. Η ανάπτυξη της ειλικρίνειας δεν μπορεί να διαχωριστεί εντελώς από την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και της κοινωνικής κρίσης. Η αναπτυξιακή έρευνα επιβεβαιώνει ότι ήδη από την παιδική ηλικία εμφανίζονται τα λεγόμενα προκοινωνικά ή «λευκά» ψέματα, στα οποία το παιδί προσπαθεί να προστατεύσει τα συναισθήματα κάποιου άλλου. Η ικανότητα αυτή εξελίσσεται μαζί με την κατανόηση της οπτικής και των συναισθημάτων των άλλων. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να διδάσκουμε τα παιδιά να λένε ψέματα για να είναι ευγενικά. Σημαίνει ότι η ηθική και κοινωνική ανάπτυξη είναι περισσότερο σύνθετη από τον απόλυτο κανόνα «λέμε κάθε σκέψη που έχουμε επειδή πρέπει πάντα να λέμε όλη την αλήθεια».

Η ειλικρίνεια μπορεί να συνδυάζεται με ευγένεια

Αν ένα παιδί λάβει ένα δώρο που δεν του αρέσει, ο στόχος δεν χρειάζεται να είναι ούτε να πει: «Είναι το χειρότερο δώρο που έχω δει.» ούτε να μάθει ότι πρέπει να προσποιηθεί πως είναι το αγαπημένο του αντικείμενο. Μπορεί να μάθει να λέει: «Ευχαριστώ που μου έφερες δώρο.» Έτσι ο γονέας διδάσκει ότι η ειλικρίνεια δεν απαιτεί να εκφράζουμε κάθε αξιολογική σκέψη χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τα συναισθήματα του άλλου.

Οι γονείς είναι τα βασικά πρότυπα ειλικρίνειας

Τα παιδιά παρατηρούν πολύ προσεκτικά τι κάνουν οι ενήλικες. Ένας γονέας μπορεί να λέει: «Στο σπίτι μας δεν λέμε ποτέ ψέματα.» και λίγο αργότερα να ζητήσει από το παιδί: «Αν τηλεφωνήσει ο τάδε, πες ότι δεν είμαι σπίτι.» Για έναν μεγαλύτερο μαθητή αυτή η αντίφαση είναι εμφανής. Η συμπεριφορά των γονέων και ο δικός τους τρόπος αντιμετώπισης της αλήθειας αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους τρόπους με τους οποίους διδάσκεται η ειλικρίνεια. Δεν χρειάζεται φυσικά οι γονείς να μεταδίδουν σε ένα παιδί κάθε πληροφορία που γνωρίζουν ή να καταργούν την ιδιωτικότητα των ενηλίκων. Χρειάζεται όμως να αποφεύγεται ένας εμφανής διπλός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο τα ψέματα των ενηλίκων είναι πάντα δικαιολογημένα ενώ οποιαδήποτε ανακρίβεια του παιδιού αποτελεί σοβαρό ηθικό παράπτωμα.

Τι κάνουμε όταν γνωρίζουμε ότι το παιδί λέει ψέματα;

Δεν χρειάζεται να ξεκινήσει μια μακρά αντιπαράθεση για να εξαναγκαστεί να παραδεχθεί την αλήθεια. Μπορεί να ειπωθεί: «Αυτό που μου λες δεν συμφωνεί με αυτά που γνωρίζω ότι συνέβησαν. Θέλω να μου πεις τι πραγματικά έγινε.» Αν το παιδί διορθώσει την ιστορία του, έχει σημασία να μη μάθει ότι η παραδοχή της αλήθειας είναι μάταιη επειδή θα ακολουθήσει η ίδια ή μεγαλύτερη έκρηξη θυμού. Αν υπήρξε αρχική παράβαση κανόνα, αυτή φυσικά μπορεί να έχει συνέπεια. Αν υπήρξε και ψέμα, μπορεί να συζητηθεί και η επίδρασή του στην εμπιστοσύνη. Η αντιμετώπιση όμως χρειάζεται να έχει στόχο την αύξηση της ειλικρίνειας στο μέλλον και όχι απλώς την τιμωρία της ανεντιμότητας του παρελθόντος.

Χρειάζεται να υπάρχει κίνητρο για να πει το παιδί την αλήθεια

Αν το παιδί γνωρίζει ότι η ομολογία ενός λάθους θα προκαλέσει ανεξέλεγκτες φωνές, ταπείνωση ή πολύ δυσανάλογη τιμωρία, το ψέμα γίνεται πιο ελκυστική επιλογή. Ο γονέας μπορεί να πει: «Θα υπάρξει συνέπεια για αυτό που έγινε. Θα είναι όμως καλύτερο αν μου πεις εσύ την αλήθεια τώρα, γιατί θέλω να μπορώ να σε εμπιστεύομαι.» Η αντίδραση στην ειλικρινή παραδοχή ενός λάθους μπορεί να είναι σταθερή χωρίς να είναι εκρηκτική. Το να γνωρίζει το παιδί ότι είναι δυνατό να πει μια δυσάρεστη αλήθεια και να εξακολουθεί να βρίσκεται σε ασφαλή σχέση με τον γονέα είναι βασική προϋπόθεση για ανοιχτή επικοινωνία.

Η αλήθεια δεν καταργεί τις συνέπειες

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι χρήσιμο να δημιουργηθεί ο κανόνας ότι: «Αν ομολογήσεις, δεν θα συμβεί τίποτα.» Αν ο έφηβος παραβίασε σοβαρό οικογενειακό κανόνα, μπορεί να υπάρξει συνέπεια ακόμη και αν στη συνέχεια ήταν ειλικρινής. Η ειλικρίνεια όμως μπορεί να αναγνωριστεί: «Εξακολουθεί να υπάρχει συνέπεια επειδή έφυγες χωρίς άδεια. Εκτιμώ όμως ότι τώρα μου είπες ακριβώς τι συνέβη.» Έτσι το παιδί μαθαίνει δύο ξεχωριστά πράγματα: ότι οι πράξεις έχουν συνέπειες και ότι η αλήθεια έχει αξία ακόμη και όταν είναι δυσάρεστη.

Αποφεύγουμε τον χαρακτηρισμό «ψεύτης»

Η φράση: «Είσαι ψεύτης.» μετατρέπει μια συμπεριφορά σε χαρακτηριστικό ταυτότητας. Περισσότερο κατάλληλο είναι: «Αυτό που μου είπες δεν ήταν αλήθεια.» ή: «Με δυσκολεύει να σε εμπιστευτώ όταν μου λες κάτι που ξέρεις ότι δεν συνέβη.» Ο στόχος είναι το παιδί να καταλάβει ότι μπορεί να αλλάξει τη συμπεριφορά του. Συστήνεται να εστιάζουμε στην πράξη και στον λόγο που βρίσκεται πίσω από αυτή αντί να χαρακτηρίζουμε το παιδί συνολικά.

Τι γίνεται με τις μικρές υπερβολές;

Ένα παιδί σχολικής ηλικίας μπορεί να πει στους φίλους του ότι έχει κερδίσει έναν αγώνα που στην πραγματικότητα δεν κέρδισε ή ότι οι γονείς του θα του αγοράσουν ένα πανάκριβο παιχνίδι που δεν έχει καν συζητηθεί. Αν αυτό συμβεί περιστασιακά, μπορεί να σχετίζεται με την επιθυμία να εντυπωσιάσει ή να γίνει αποδεκτό. Δεν χρειάζεται κάθε υπερβολή να μετατραπεί σε οικογενειακή κρίση. Αν όμως τέτοιες ιστορίες γίνονται συνεχώς περισσότερο περίπλοκες και το παιδί φαίνεται να εξαρτά την κοινωνική του αξία από μια φανταστική εικόνα του εαυτού του, είναι χρήσιμο να εξεταστούν η αυτοεκτίμηση, οι φιλίες και το τι προσπαθεί να πετύχει μέσα από αυτές τις ιστορίες. Τα επαναλαμβανόμενα περίπλοκα ψέματα που αποφέρουν μεγάλη προσοχή μπορεί να χρειάζονται μεγαλύτερη διερεύνηση.

Όταν το ψέμα καλύπτει σοβαρότερο πρόβλημα

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στους εφήβους. Ένας νέος που έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί συστηματικά αλκοόλ ή άλλες ουσίες μπορεί να λέει ψέματα για το πού ήταν, με ποιους ήταν, πού ξόδεψε τα χρήματά του και τι έκανε. Σε αυτή την περίπτωση η προσπάθεια να σταματήσει το ψέμα χωρίς να αναγνωριστεί το πρόβλημα που κρύβεται από πίσω δεν είναι αρκετή. Ανάλογη απόκρυψη μπορεί να αφορά άλλες επικίνδυνες ή σοβαρές καταστάσεις. Όταν υπάρχει ξαφνική μεγάλη αλλαγή στην ειλικρίνεια ενός εφήβου μαζί με αλλαγές στη διάθεση, στους φίλους, στο σχολείο, στα χρήματα ή στην καθημερινή συμπεριφορά, αξίζει να εξεταστεί η συνολική εικόνα και όχι μόνο η ανεντιμότητα.

Όταν το παιδί δεν φαίνεται να ενοχλείται καθόλου από το ψέμα

Ορισμένα παιδιά και έφηβοι μπορεί να λένε συστηματικά ψέματα ή να εκμεταλλεύονται άλλους χωρίς να φαίνονται ιδιαίτερα ενοχλημένοι από τη συμπεριφορά παρά μόνο όταν αποκαλύπτονται. Η εικόνα χρειάζεται διαφορετική προσοχή από ένα περιστασιακό ψέμα ενός κατά τα άλλα υπεύθυνου παιδιού. Μία μεμονωμένη ψυχρή ή αμυντική αντίδραση δεν αρκεί για κανένα κλινικό συμπέρασμα. Αν όμως υπάρχει επίμονο πρότυπο ψεμάτων μαζί με κλοπές, επιθετικότητα, εξαπάτηση, εκμετάλλευση άλλων ή άλλες σοβαρές παραβιάσεις κανόνων, χρειάζεται ολοκληρωμένη αξιολόγηση της συμπεριφοράς και όχι απλώς αυστηρότερες τιμωρίες.

Η εμπιστοσύνη μπορεί να αποκατασταθεί

Όταν το παιδί έχει πει επανειλημμένα ψέματα, οι γονείς μπορεί εύλογα να μην μπορούν να βασιστούν αμέσως σε όσα λέει. Η λύση δεν είναι: «Δεν πρόκειται να σε εμπιστευτώ ποτέ ξανά.» Η εμπιστοσύνη μπορεί να αποκατασταθεί μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες αξιοπιστίας. Μπορεί να ειπωθεί: «Τώρα θα χρειαστεί να ελέγχω περισσότερο κάποια πράγματα επειδή αρκετές φορές δεν μου είπες την αλήθεια. Αν δω ότι για ένα διάστημα είσαι συνεπής, θα χρειάζεται όλο και λιγότερος έλεγχος.» Έτσι ο γονέας δεν προσποιείται ότι το πρόβλημα δεν συνέβη, αλλά δίνει στο παιδί πραγματική δυνατότητα να αλλάξει την κατάσταση.

Η ιδιωτικότητα δεν πρέπει να καταργείται ολοκληρωτικά λόγω ενός ψέματος

Ιδιαίτερα με τους εφήβους, ένα σοβαρό ψέμα μπορεί να οδηγήσει τον γονέα στην επιθυμία να ελέγχει πλέον κάθε μήνυμα, κάθε συνομιλία και κάθε κίνηση. Σε ορισμένες καταστάσεις κινδύνου μπορεί να χρειάζεται προσωρινά αυξημένη επίβλεψη. Η πλήρης και αόριστη κατάργηση κάθε ιδιωτικότητας, όμως, μπορεί να μετατρέψει ολόκληρη τη σχέση σε συνεχή αντιπαράθεση ελέγχου και απόκρυψης. Περισσότερο χρήσιμο είναι ο έλεγχος να συνδέεται με το συγκεκριμένο πρόβλημα, να εξηγείται γιατί χρειάζεται και να υπάρχει δυνατότητα σταδιακής επαναφοράς της αυτονομίας καθώς αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη. Η ανοιχτή και ειλικρινής επικοινωνία παραμένει βασικός στόχος της σχέσης με τον έφηβο.

Πώς διδάσκεται η ειλικρίνεια;

Η ειλικρίνεια δεν διδάσκεται μόνο με την εντολή «δεν λέμε ψέματα». Αναπτύσσεται μέσα από το συνολικό οικογενειακό κλίμα. Βοηθά όταν οι γονείς λένε και οι ίδιοι την αλήθεια με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία, παραδέχονται όταν κάνουν λάθος, αποφεύγουν να ζητούν από το παιδί να συμμετέχει στα δικά τους ψέματα, δεν αντιδρούν ανεξέλεγκτα σε κάθε δυσάρεστη πληροφορία και δημιουργούν χώρο όπου το παιδί μπορεί να πει κάτι δύσκολο χωρίς να φοβάται ότι θα καταστραφεί η σχέση. Προτείνεται οι συζητήσεις με το παιδί να περιλαμβάνουν τη διάκριση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, τη σημασία της ειλικρίνειας και της εμπιστοσύνης και εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης μιας δύσκολης κατάστασης αντί του ψέματος.

Διδάσκουμε και εναλλακτικές λύσεις στο ψέμα

Το να πούμε μόνο: «Μην ξαναπείς ψέματα.» δεν απαντά στο τι θα μπορούσε να κάνει το παιδί την επόμενη φορά. Αν λέει ψέματα επειδή φοβάται να παραδεχθεί ένα λάθος, μπορεί να μάθει: «Έκανα κάτι που φοβάμαι να σου πω, αλλά θέλω να σου πω την αλήθεια.» Αν δεν έχει κάνει τα μαθήματά του: «Δεν τα τελείωσα και χρειάζομαι βοήθεια.» Αν δεν θέλει να αποκαλύψει κάτι προσωπικό: «Δεν θέλω να το συζητήσω τώρα.» Αν φοβάται ότι θα πληγώσει έναν φίλο: «Δεν αισθάνομαι το ίδιο, αλλά δεν θέλω να σε πληγώσω.» Η δυνατότητα να εκφράσει ένα όριο, ένα λάθος, μια δυσκολία ή μια διαφορετική άποψη μειώνει την ανάγκη να χρησιμοποιείται το ψέμα ως μοναδικός τρόπος διαφυγής.

Πότε χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή;

Ένα μεμονωμένο ψέμα δεν αποτελεί συνήθως λόγο επαγγελματικής αξιολόγησης. Χρειάζεται περισσότερο να διερευνηθεί η κατάσταση όταν το ψέμα έχει γίνει συστηματικό και επίμονο, όταν εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε δύσκολη κατάσταση, όταν καλύπτει σοβαρή χρήση ουσιών ή άλλη επικίνδυνη συμπεριφορά, όταν συνοδεύεται από σημαντικές μαθησιακές ή συναισθηματικές δυσκολίες ή όταν συνυπάρχουν κλοπές, επιθετικότητα, σοβαρές παραβιάσεις κανόνων ή εκμετάλλευση άλλων. Συστήνεται επαγγελματική αξιολόγηση όταν αναπτύσσεται ένα επαναλαμβανόμενο πρότυπο σοβαρού ψεύδους. Η αξιολόγηση έχει στόχο να απαντήσει στο ερώτημα γιατί το ψέμα έχει αποκτήσει τόσο κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του παιδιού και τι χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ώστε να μπορεί να επικοινωνεί περισσότερο ειλικρινά.

Το βασικό μήνυμα για τους γονείς

Το ψέμα δεν έχει την ίδια σημασία σε όλες τις ηλικίες και σε όλες τις περιστάσεις. Στα μικρότερα παιδιά η φαντασία και η πραγματικότητα μπορεί ακόμη να αναμειγνύονται. Στα μεγαλύτερα παιδιά ένα περιστασιακό ψέμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποφευχθεί μια συνέπεια. Στην εφηβεία η αυξανόμενη ανάγκη για ιδιωτικότητα δημιουργεί νέα όρια ανάμεσα σε όσα ο νέος θέλει να κρατήσει προσωπικά και σε όσα οφείλει να λέει με ειλικρίνεια επειδή αφορούν την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη. Ο στόχος δεν είναι να μεγαλώσει ένα παιδί που λέει την αλήθεια επειδή φοβάται τόσο πολύ τι θα συμβεί αν αποκαλυφθεί ένα ψέμα. Είναι να αναπτυχθεί μια σχέση στην οποία το παιδί κατανοεί την αξία της ειλικρίνειας, γνωρίζει ότι οι πράξεις έχουν συνέπειες και ταυτόχρονα αισθάνεται ότι μπορεί να πει μια δύσκολη αλήθεια στους γονείς του. Όταν ένα παιδί λέει ψέματα, επομένως, είναι χρήσιμο να υπάρχουν δύο ερωτήματα: «Τι χρειάζεται να μάθει για την ειλικρίνεια και την ευθύνη;» και: «Τι προσπαθεί να αποφύγει, να προστατεύσει ή να πετύχει με αυτό το ψέμα;» Το δεύτερο ερώτημα συχνά εξηγεί γιατί το πρώτο μάθημα δεν έχει ακόμη λειτουργήσει.