Η θεραπεία των ψυχικών δυσκολιών στην παιδική και εφηβική ηλικία χρειάζεται να προσαρμόζεται στις ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού. Δεν υπάρχει μία παρέμβαση που να είναι κατάλληλη για όλους. Η επιλογή εξαρτάται από τη φύση και τη σοβαρότητα της δυσκολίας, την ηλικία, το αναπτυξιακό επίπεδο, τη λειτουργικότητα στο σπίτι, στο σχολείο και στις σχέσεις, την παρουσία άλλων διαταραχών και τις ανάγκες της οικογένειας. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία, παρεμβάσεις στους γονείς και στην οικογένεια, συνεργασία με το σχολείο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, φαρμακευτική αγωγή. Συχνά χρειάζεται συνδυασμός περισσότερων από μίας παρεμβάσεων.
Τι είναι η ψυχοθεραπεία;
Η ψυχοθεραπεία είναι μια οργανωμένη θεραπευτική διαδικασία που βοηθά το παιδί ή τον έφηβο να κατανοήσει καλύτερα τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις συμπεριφορές του και να αναπτύξει αποτελεσματικότερους τρόπους αντιμετώπισης των δυσκολιών του. Η μορφή της θεραπείας διαφέρει ανάλογα με την ηλικία. Με ένα μικρό παιδί μπορεί να χρησιμοποιούνται περισσότερο το παιχνίδι, η παρατήρηση και η συνεργασία με τους γονείς. Με έναν μεγαλύτερο έφηβο η θεραπεία μπορεί να βασίζεται περισσότερο στη συζήτηση και στην ενεργό επεξεργασία συγκεκριμένων δυσκολιών. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι απλώς μια γενική συζήτηση. Έχει συγκεκριμένους στόχους, θεραπευτικό πλαίσιο και μεθόδους που επιλέγονται ανάλογα με το πρόβλημα.
Ποιες είναι οι βασικές μορφές ψυχοθεραπείας;
Υπάρχουν διαφορετικές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις. Δεν είναι όλες κατάλληλες για κάθε δυσκολία. Μερικές από τις συχνότερες είναι:
-
η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία,
-
η συμπεριφορική θεραπεία,
-
οι θεραπείες που εστιάζουν στη ρύθμιση των συναισθημάτων,
-
η διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία για συγκεκριμένες περιπτώσεις,
-
η οικογενειακή θεραπεία,
-
η θεραπεία γονέων και η εκπαίδευση γονέων,
-
οι θεραπείες που εστιάζουν στο τραύμα,
-
οι ψυχοδυναμικές ψυχοθεραπείες,
-
οι παρεμβάσεις μέσω παιχνιδιού σε μικρότερα παιδιά.
Η επιλογή πρέπει να βασίζεται όσο γίνεται σε τεκμηριωμένες παρεμβάσεις για τη συγκεκριμένη δυσκολία.
Τι ρόλο έχει η οικογένεια;
Στην παιδική και εφηβική ηλικία η θεραπεία συχνά δεν αφορά μόνο το παιδί. Οι γονείς μπορεί να χρειάζεται να:
-
κατανοήσουν καλύτερα τη δυσκολία,
-
αλλάξουν ορισμένους τρόπους αντίδρασης,
-
ενισχύσουν θετικές συμπεριφορές,
-
βοηθήσουν στη ρύθμιση των συναισθημάτων,
-
υποστηρίξουν την τήρηση της θεραπείας,
-
μειώσουν παράγοντες που συντηρούν το πρόβλημα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις η παρέμβαση στους γονείς αποτελεί βασικό μέρος της θεραπείας, ιδιαίτερα σε μικρότερα παιδιά ή σε προβλήματα συμπεριφοράς.
Πότε μπορεί να χρειαστεί φαρμακευτική αγωγή;
Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να συζητηθεί όταν τα συμπτώματα είναι μέτρια ή σοβαρά, όταν προκαλούν σημαντική έκπτωση στη λειτουργικότητα ή όταν η ψυχοθεραπεία από μόνη της δεν είναι επαρκής. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί από την αρχή σε συγκεκριμένες καταστάσεις όπου υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για τη χρησιμότητά της. Η απόφαση εξαρτάται από τη διάγνωση, τη σοβαρότητα, την ηλικία, τη διάρκεια των συμπτωμάτων, προηγούμενες θεραπείες και την παρουσία άλλων προβλημάτων. Δεν χρειάζονται όλα τα παιδιά με ψυχική διαταραχή φάρμακο.
Για ποιες διαταραχές χρησιμοποιούνται συχνότερα φάρμακα;
Ανάλογα με την περίπτωση, φαρμακευτική θεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε:
-
ΔΕΠ-Υ,
-
κατάθλιψη,
-
αγχώδεις διαταραχές,
-
ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή,
-
διπολική διαταραχή,
-
ψυχωτικές διαταραχές,
-
σοβαρή επιθετικότητα ή ευερεθιστότητα σε ορισμένες καταστάσεις,
-
τικ ή σύνδρομο Tourette,
-
σοβαρές διαταραχές ύπνου σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
Η επιλογή εξαρτάται πάντα από τη συγκεκριμένη κλινική εικόνα.
Είναι ασφαλή τα ψυχιατρικά φάρμακα στα παιδιά;
Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην παιδοψυχιατρική μπορούν να είναι ασφαλή και αποτελεσματικά όταν χορηγούνται για τη σωστή ένδειξη και παρακολουθούνται κατάλληλα. Όπως όλα τα φάρμακα, μπορούν να έχουν παρενέργειες. Για αυτό χρειάζεται να υπάρχει σαφής λόγος χορήγησης, σωστή δοσολογία και τακτική παρακολούθηση. Ανάλογα με το φάρμακο μπορεί να παρακολουθούνται:
-
βάρος και ύψος,
-
αρτηριακή πίεση και σφύξεις,
-
ύπνος και όρεξη,
-
επίπεδο ενεργητικότητας,
-
διάθεση και συμπεριφορά,
-
εργαστηριακές εξετάσεις σε ορισμένες περιπτώσεις.
Η παρακολούθηση προσαρμόζεται στο είδος του φαρμάκου και στην κατάσταση του παιδιού.
Μπορούν τα φάρμακα να αλλάξουν την προσωπικότητα του παιδιού;
Ο στόχος της φαρμακευτικής θεραπείας δεν είναι να αλλάξει την προσωπικότητα του παιδιού. Στόχος είναι να μειωθούν συμπτώματα που δυσκολεύουν σημαντικά τη λειτουργικότητα, όπως η έντονη απροσεξία, η κατάθλιψη, το σοβαρό άγχος ή η ψυχωτική συμπτωματολογία. Αν ένα παιδί φαίνεται υπερβολικά κατασταλμένο, «διαφορετικό» ή παρουσιάζει σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά μετά την έναρξη φαρμάκου, αυτό χρειάζεται να συζητηθεί με τον θεράποντα γιατρό.
Δημιουργούν εξάρτηση;
Τα περισσότερα ψυχιατρικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται σε παιδιά και εφήβους δεν προκαλούν εξάρτηση με την έννοια που προκαλούν οι ουσίες κατάχρησης. Ορισμένες κατηγορίες χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή και συγκεκριμένους κανόνες χορήγησης. Επίσης, κάποια φάρμακα δεν πρέπει να διακόπτονται απότομα. Η διακοπή χρειάζεται να γίνεται σε συνεργασία με τον γιατρό.
Πόσο γρήγορα δρουν τα φάρμακα;
Αυτό εξαρτάται από την κατηγορία του φαρμάκου. Ορισμένα φάρμακα μπορεί να έχουν αποτέλεσμα σχετικά γρήγορα, ενώ άλλα χρειάζονται εβδομάδες μέχρι να αξιολογηθεί επαρκώς η δράση τους. Για αυτό είναι σημαντικό να μην αλλάζει η δόση ή να διακόπτεται η θεραπεία χωρίς συνεννόηση επειδή δεν υπήρξε άμεσο αποτέλεσμα.
Χρειάζεται ψυχοθεραπεία όταν το παιδί παίρνει φάρμακα;
Συχνά ναι. Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να μειώσει συμπτώματα, αλλά δεν διδάσκει από μόνη της δεξιότητες αντιμετώπισης, δεν βελτιώνει αυτόματα τις οικογενειακές σχέσεις και δεν αλλάζει τους παράγοντες του περιβάλλοντος που μπορεί να συντηρούν μια δυσκολία. Για αυτό σε πολλές καταστάσεις ο συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής με ψυχοθεραπεία ή άλλες ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις είναι περισσότερο αποτελεσματικός από τη χρήση ενός μόνο τρόπου θεραπείας.
Πότε αρκεί η ψυχοθεραπεία;
Σε πολλές ήπιες και μέτριες δυσκολίες, η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελεί την κύρια ή και μοναδική θεραπεία. Αυτό μπορεί να ισχύει, για παράδειγμα, σε πολλές αγχώδεις δυσκολίες, σε προβλήματα προσαρμογής, σε ορισμένες περιπτώσεις κατάθλιψης και σε προβλήματα συμπεριφοράς όπου η παρέμβαση στο παιδί και στους γονείς είναι επαρκής. Η ανάγκη για φάρμακο δεν καθορίζεται μόνο από τη διάγνωση αλλά και από τη σοβαρότητα και την επίπτωση στη λειτουργικότητα.
Πώς επιλέγεται η κατάλληλη θεραπεία;
Η επιλογή χρειάζεται να βασίζεται σε συνολική αξιολόγηση. Λαμβάνονται υπόψη:
-
η διάγνωση,
-
η ηλικία,
-
η διάρκεια και η σοβαρότητα των συμπτωμάτων,
-
η λειτουργικότητα στο σπίτι και στο σχολείο,
-
η ύπαρξη άλλων διαταραχών,
-
προηγούμενες θεραπείες,
-
οι δυνατότητες και οι ανάγκες της οικογένειας,
-
οι προτιμήσεις του παιδιού ή του εφήβου, όταν αυτό είναι αναπτυξιακά εφικτό.
Η ίδια διάγνωση δεν σημαίνει ότι δύο παιδιά χρειάζονται ακριβώς την ίδια θεραπεία.
Τι σημαίνει τεκμηριωμένη θεραπεία;
Τεκμηριωμένη θεραπεία είναι μια παρέμβαση της οποίας η αποτελεσματικότητα έχει μελετηθεί επιστημονικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι η θεραπεία εφαρμόζεται μηχανικά. Χρειάζεται να συνδυάζονται:
-
τα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα,
-
η κλινική εμπειρία,
-
τα χαρακτηριστικά και οι ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού,
-
οι αξίες και οι προτιμήσεις της οικογένειας.
Πώς γνωρίζουμε αν η θεραπεία βοηθά;
Η θεραπεία χρειάζεται να έχει συγκεκριμένους στόχους. Μπορεί να εξετάζεται αν:
-
μειώθηκαν τα συμπτώματα,
-
βελτιώθηκε ο ύπνος,
-
αυξήθηκε η παρουσία στο σχολείο,
-
βελτιώθηκαν οι σχέσεις,
-
μειώθηκαν οι εκρήξεις ή οι κρίσεις,
-
αυξήθηκε η λειτουργικότητα,
-
το παιδί μπορεί να κάνει πράγματα που προηγουμένως απέφευγε.
Η βελτίωση δεν αξιολογείται μόνο με βάση το αν το παιδί «φαίνεται καλύτερα», αλλά και με βάση συγκεκριμένες αλλαγές στην καθημερινή του ζωή.
Τι γίνεται αν η πρώτη θεραπεία δεν βοηθήσει;
Η μη επαρκής ανταπόκριση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «τίποτα δεν λειτουργεί». Μπορεί να χρειάζεται να επανεξεταστούν:
-
η διάγνωση,
-
η ένταση και η διάρκεια της θεραπείας,
-
η συνέπεια στην εφαρμογή της,
-
τυχόν διαταραχές που συνυπάρχουν,
-
οικογενειακοί ή σχολικοί παράγοντες,
-
η επιλογή ή η δόση ενός φαρμάκου,
-
η ανάγκη συνδυασμού διαφορετικών παρεμβάσεων.
Η θεραπεία είναι συχνά μια διαδικασία προσαρμογής και επανεκτίμησης.
Πόσο διαρκεί η θεραπεία;
Δεν υπάρχει μία απάντηση για όλες τις περιπτώσεις. Ορισμένες παρεμβάσεις έχουν προκαθορισμένη διάρκεια με συγκεκριμένο αριθμό συνεδριών. Άλλες μπορεί να χρειάζονται περισσότερο χρόνο. Η φαρμακευτική θεραπεία επίσης μπορεί να χρειαστεί για διαφορετική διάρκεια ανάλογα με τη διαταραχή, τη σοβαρότητα και τον κίνδυνο υποτροπής. Η διακοπή μιας θεραπείας χρειάζεται να γίνεται με βάση την πορεία του παιδιού και όχι αυθαίρετα επειδή υπήρξε μια πρώτη βελτίωση.
Ποιος είναι ο ρόλος του παιδιού ή του εφήβου στις αποφάσεις;
Όσο μεγαλώνει ένα παιδί, τόσο περισσότερο χρειάζεται να συμμετέχει στις αποφάσεις που αφορούν τη θεραπεία του. Ακόμη και ένα μικρότερο παιδί μπορεί να ενημερώνεται με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία του σχετικά με το τι πρόκειται να γίνει και γιατί. Στους εφήβους είναι ιδιαίτερα σημαντικό να συζητούνται οι θεραπευτικές επιλογές, τα αναμενόμενα οφέλη, οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες και οι ανησυχίες τους. Η ενεργή συμμετοχή μπορεί να βελτιώσει τη συνεργασία και τη συνέπεια στη θεραπεία.
Τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς για τα φάρμακα;
Οι γονείς είναι χρήσιμο να γνωρίζουν:
-
το όνομα και τον σκοπό του φαρμάκου,
-
πότε και πώς χορηγείται,
-
ποιες συχνές παρενέργειες μπορεί να εμφανιστούν,
-
ποια συμπτώματα χρειάζονται άμεση επικοινωνία με τον γιατρό,
-
πότε αναμένεται να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα,
-
ποιες εξετάσεις ή μετρήσεις χρειάζονται,
-
τι πρέπει να γίνει αν ξεχαστεί μια δόση.
Τα φάρμακα πρέπει να αποθηκεύονται με ασφάλεια, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ιστορικό αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονικών σκέψεων.
Γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται φάρμακα άλλου παιδιού ή ενηλίκου;
Η θεραπεία είναι εξατομικευμένη. Ένα φάρμακο που έχει δοθεί σε άλλο άτομο μπορεί να είναι ακατάλληλο λόγω διαφορετικής διάγνωσης, ηλικίας, βάρους, ιατρικού ιστορικού ή αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα. Για αυτό δεν πρέπει να δίνονται ψυχιατρικά φάρμακα χωρίς ιατρική αξιολόγηση ή να αλλάζει η δόση με βάση την εμπειρία άλλου ανθρώπου.
Πότε χρειάζεται άμεση επικοινωνία με τον γιατρό;
Μετά την έναρξη ή αλλαγή φαρμακευτικής αγωγής χρειάζεται άμεση επικοινωνία όταν εμφανιστούν σοβαρές ή ασυνήθιστες αντιδράσεις. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε:
-
νέα ή έντονα επιδεινούμενη αυτοκτονική σκέψη,
-
σοβαρή διέγερση,
-
έντονη αλλαγή στη συμπεριφορά,
-
αλλεργική αντίδραση,
-
λιποθυμία,
-
σοβαρές κινητικές διαταραχές,
-
σύγχυση ή σημαντική μεταβολή της επαφής με την πραγματικότητα,
-
άλλα σοβαρά σωματικά συμπτώματα.
Σε περίπτωση σοβαρής αντίδρασης ή άμεσου κινδύνου χρειάζεται επείγουσα ιατρική αξιολόγηση.
Η θεραπεία δεν αποσκοπεί μόνο στη μείωση των συμπτωμάτων
Ο στόχος της θεραπείας δεν είναι μόνο να μειωθεί ένα σύμπτωμα ή να βελτιωθεί ένας βαθμός σε ένα ερωτηματολόγιο. Στόχος είναι το παιδί να μπορεί να λειτουργεί καλύτερα, να συμμετέχει στο σχολείο και στις σχέσεις, να αναπτύσσεται, να αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία και να έχει μια καθημερινότητα που ανταποκρίνεται στις δυνατότητές του. Η κατάλληλη θεραπεία μπορεί να είναι ψυχοθεραπευτική, φαρμακευτική, οικογενειακή, εκπαιδευτική ή συνδυασμός αυτών. Η επιλογή δεν χρειάζεται να βασίζεται σε γενικές αντιλήψεις υπέρ ή κατά των φαρμάκων ή της ψυχοθεραπείας, αλλά στα επιστημονικά δεδομένα και στις πραγματικές ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού.


