Όταν ένας γονέας έχει ψυχική διαταραχή: πώς επηρεάζονται τα παιδιά και πώς μπορούν να υποστηριχθούν

Η ύπαρξη μιας ψυχικής διαταραχής σε έναν γονέα μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την οικογένεια. Κατάθλιψη, διπολική διαταραχή, αγχώδεις διαταραχές, ψυχωτικές διαταραχές, σοβαρές διαταραχές προσωπικότητας, ΔΕΠ-Υ ή προβλήματα χρήσης ουσιών μπορεί, ανάλογα με τη βαρύτητα και την πορεία τους, να επηρεάζουν τη διάθεση, την ενεργητικότητα, τη συμπεριφορά και τη διαθεσιμότητα του γονέα. Για ένα παιδί αυτές οι αλλαγές μπορεί να είναι δύσκολο να κατανοηθούν, ιδιαίτερα όταν δεν του έχει εξηγηθεί τι συμβαίνει. Τα παιδιά γονέων με ψυχικές διαταραχές έχουν, ως ομάδα, αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν και τα ίδια συναισθηματικές, συμπεριφορικές ή άλλες ψυχικές δυσκολίες. Ο αυξημένος κίνδυνος όμως δεν αποτελεί πρόβλεψη για το συγκεκριμένο παιδί. Πολλά παιδιά αναπτύσσονται χωρίς σοβαρή ψυχοπαθολογία, ιδιαίτερα όταν διαθέτουν σταθερές σχέσεις, κατάλληλη ενημέρωση, κοινωνική υποστήριξη και ένα όσο γίνεται προβλέψιμο οικογενειακό περιβάλλον.

Η ψυχική διαταραχή του γονέα δεν καθορίζει το μέλλον του παιδιού

Όταν ένας γονέας μαθαίνει ότι τα παιδιά ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν αντίστοιχες ή άλλες δυσκολίες, μπορεί εύκολα να αισθανθεί ενοχή ή φόβο. Ο κίνδυνος όμως προκύπτει από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων. Σε ορισμένες ψυχικές διαταραχές υπάρχει γενετική ευαλωτότητα. Παράλληλα έχουν σημασία οι καθημερινές εμπειρίες του παιδιού, η ποιότητα των σχέσεων, η σταθερότητα της φροντίδας, το κοινωνικό περιβάλλον, οι οικονομικές και οικογενειακές συνθήκες και η παρουσία άλλων προστατευτικών ενηλίκων. Ένα παιδί του οποίου η μητέρα έχει κατάθλιψη δεν είναι «καταδικασμένο» να εμφανίσει κατάθλιψη. Ένα παιδί του οποίου ο πατέρας έχει διπολική διαταραχή δεν θα αναπτύξει αναγκαστικά διπολική διαταραχή. Η κληρονομικότητα αφορά πιθανότητες και ευαλωτότητες, όχι βεβαιότητες. Η ίδια λογική ισχύει και προς την αντίθετη κατεύθυνση: η απουσία οικογενειακού ιστορικού ψυχικής διαταραχής δεν εγγυάται ότι ένα παιδί δεν θα αντιμετωπίσει ποτέ κάποια ψυχική δυσκολία.

Η διάγνωση του γονέα δεν λέει από μόνη της πώς λειτουργεί η οικογένεια

Δύο γονείς με την ίδια διάγνωση μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική λειτουργικότητα. Ένας γονέας με καλά ρυθμισμένη διπολική διαταραχή μπορεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα να λειτουργεί σταθερά στην εργασία και στην οικογένεια. Ένας άλλος μπορεί να παρουσιάζει συχνές υποτροπές και να χρειάζεται επανειλημμένες νοσηλείες. Ένας γονέας με κατάθλιψη μπορεί να εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στις περισσότερες ανάγκες του παιδιού, ενώ σε ένα σοβαρό επεισόδιο μπορεί προσωρινά να δυσκολεύεται ακόμη και να σηκωθεί από το κρεβάτι. Για αυτό δεν αξιολογούμε το παιδί μόνο με βάση την ονομασία της διάγνωσης. Χρειάζεται να γνωρίζουμε πόσο σοβαρά είναι τα συμπτώματα, πόσο συχνά εμφανίζονται, πώς επηρεάζουν τη φροντίδα και την καθημερινότητα και τι υποστήριξη υπάρχει γύρω από την οικογένεια. Η οικογενειακή λειτουργικότητα και η ποιότητα της γονεϊκής φροντίδας αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για την προσαρμογή των παιδιών.

Ένας γονέας με ψυχική διαταραχή δεν είναι κατ’ ανάγκη ανεπαρκής γονέας

Η ψυχική νόσος δεν συνεπάγεται αυτομάτως αδυναμία φροντίδας των παιδιών. Πολλοί άνθρωποι με ψυχικές διαταραχές είναι στοργικοί, σταθεροί και αποτελεσματικοί γονείς. Μπορεί να χρειάζονται θεραπεία και υποστήριξη σε ορισμένες περιόδους, όπως ακριβώς ένας γονέας με σοβαρή σωματική πάθηση μπορεί να χρειαστεί βοήθεια από την οικογένεια όταν η υγεία του επιδεινώνεται. Το σημαντικό ερώτημα δεν είναι αν ο γονέας έχει ψυχιατρική διάγνωση, αλλά πώς η συγκεκριμένη κατάσταση επηρεάζει εκείνη την περίοδο την ικανότητά του να φροντίζει τον εαυτό του και το παιδί του. Η θεραπεία της ψυχικής διαταραχής του γονέα αποτελεί επομένως και σημαντικό μέρος της προστασίας της οικογενειακής λειτουργίας.

Τι μπορεί να παρατηρεί ένα παιδί;

Ανάλογα με τη διαταραχή, το παιδί μπορεί να βλέπει έναν γονέα να αλλάζει σημαντικά από περίοδο σε περίοδο. Σε μια κατάθλιψη μπορεί να βλέπει τον γονέα να είναι πολύ κουρασμένος, να μη θέλει να κάνει πράγματα, να απομονώνεται, να φαίνεται θλιμμένος ή περισσότερο ευερέθιστος. Σε μια μανιακή φάση μπορεί να τον βλέπει να κοιμάται ελάχιστα, να μιλά πολύ γρήγορα, να έχει υπερβολική ενεργητικότητα, να κάνει ασυνήθιστες αγορές ή να συμπεριφέρεται με τρόπους που δεν του μοιάζουν. Σε μια ψυχωτική διαταραχή μπορεί να ακούει τον γονέα να μιλά για πράγματα που το ίδιο δεν καταλαβαίνει ή να τον βλέπει να είναι πολύ φοβισμένος και καχύποπτος. Σε σοβαρό άγχος μπορεί να παρατηρεί ότι ο γονέας φοβάται έντονα καταστάσεις που στους άλλους δεν φαίνονται επικίνδυνες. Χωρίς εξήγηση, το παιδί προσπαθεί μόνο του να καταλάβει τι συμβαίνει. Και οι εξηγήσεις που δημιουργεί μόνο του δεν είναι πάντοτε ακριβείς.

Τα παιδιά μπορεί να πιστεύουν ότι φταίνε

Ιδιαίτερα τα μικρότερα παιδιά έχουν την τάση να ερμηνεύουν τα γεγονότα γύρω τους σε σχέση με τον εαυτό τους. Αν η μητέρα τους είναι θλιμμένη και αποσύρεται, μπορεί να σκεφτούν: «Είναι στενοχωρημένη επειδή ήμουν κακός.» Αν ο πατέρας νοσηλευτεί μετά από μια περίοδο μεγάλης έντασης στο σπίτι, μπορεί να αναρωτηθούν: «Μήπως αρρώστησε επειδή μαλώσαμε;» Αν ένας γονέας είναι ευερέθιστος και φωνάζει περισσότερο κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου, μπορεί να πιστέψουν: «Αν ήμουν καλύτερο παιδί, δεν θα θύμωνε τόσο.» Για αυτό ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα που μπορεί να λάβει ένα παιδί είναι ότι η ψυχική διαταραχή του γονέα είναι ένα πρόβλημα υγείας και ότι δεν δημιουργήθηκε από κάτι που έκανε, είπε ή σκέφτηκε το παιδί. Η γνώση ότι ο γονέας είναι άρρωστος και ότι το παιδί δεν ευθύνεται συγκαταλέγεται στους προστατευτικούς παράγοντες που αναφέρονται τόσο στην κλινική καθοδήγηση όσο και στη νεότερη συστηματική βιβλιογραφία.

Πρέπει να μιλήσουμε στο παιδί για τη διάγνωση;

Συνήθως η πλήρης σιωπή δεν προστατεύει το παιδί. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι κάτι συμβαίνει ακόμη και όταν οι ενήλικες δεν το συζητούν. Μπορούν να ακούσουν έναν καβγά, να αντιληφθούν ότι η μητέρα δεν βγαίνει από το δωμάτιο, να δουν ασθενοφόρο ή να καταλάβουν ότι ο πατέρας λείπει από το σπίτι επειδή νοσηλεύεται. Όταν κανείς δεν εξηγεί τι συμβαίνει, το παιδί μπορεί να συμπληρώσει τα κενά με δικές του υποθέσεις. Η κατάλληλη ενημέρωση έχει αναδειχθεί ως ένας από τους βασικούς προστατευτικούς παράγοντες για τα παιδιά γονέων με ψυχικές διαταραχές. Η ενημέρωση δεν σημαίνει ότι ένα πεντάχρονο χρειάζεται να ακούσει λεπτομερή ψυχιατρική ορολογία ή να γνωρίζει όλες τις δυσκολίες του γονέα. Σημαίνει ότι λαμβάνει μια αληθινή, απλή και κατάλληλη για την ηλικία του εξήγηση.

Πώς μιλάμε σε ένα μικρό παιδί;

Ένα μικρότερο παιδί χρειάζεται συγκεκριμένη και σύντομη εξήγηση. Μπορεί να ακούσει: «Η μαμά είναι άρρωστη με έναν τρόπο που την κάνει πολύ στενοχωρημένη και κουρασμένη. Οι γιατροί τη βοηθούν να γίνει καλύτερα. Δεν φταις εσύ και δεν μπορείς εσύ να την κάνεις καλά.» ή: «Ο μπαμπάς αυτές τις μέρες δεν σκέφτεται και δεν αισθάνεται όπως συνήθως επειδή είναι άρρωστος. Για αυτό βρίσκεται στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί τον φροντίζουν.» Το παιδί δεν χρειάζεται όλες τις πληροφορίες σε μία συζήτηση. Μπορεί να επιστρέφει στο θέμα πολλές φορές και να κάνει διαφορετικές ερωτήσεις καθώς μεγαλώνει.

Τα παιδιά σχολικής ηλικίας μπορούν να καταλάβουν περισσότερα

Ένα παιδί σχολικής ηλικίας μπορεί να αρχίσει να κατανοεί ότι η ψυχική διαταραχή επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου, τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τη συμπεριφορά. Μπορεί να εξηγηθεί ότι υπάρχουν διαφορετικές ψυχικές διαταραχές, ότι ο γονέας λαμβάνει συγκεκριμένη θεραπεία και ότι κάποιες περίοδοι είναι καλύτερες και άλλες δυσκολότερες. Είναι σημαντικό να έχει τη δυνατότητα να ρωτήσει: «Θα γίνει καλά;» «Θα ξαναπάει στο νοσοκομείο;» «Μπορώ να το πάθω κι εγώ;» «Γιατί θυμώνει τόσο;» «Γιατί παίρνει φάρμακα;» Οι απαντήσεις δεν χρειάζεται να δίνουν βεβαιότητες που δεν υπάρχουν. Μπορεί να ειπωθεί ότι οι γιατροί προσπαθούν να βοηθήσουν, ότι ορισμένες ψυχικές διαταραχές μπορεί να υποτροπιάζουν και ότι, αν ο γονέας ξαναδυσκολευτεί, η οικογένεια έχει ένα σχέδιο για το τι θα κάνει.

Οι έφηβοι χρειάζονται περισσότερο ανοιχτή ενημέρωση

Ο έφηβος είναι πιθανό να έχει ήδη αναζητήσει πληροφορίες μόνος του. Μπορεί να γνωρίζει τη διάγνωση και να φοβάται ότι θα εμφανίσει και ο ίδιος την ίδια διαταραχή. Χρειάζεται περισσότερο ειλικρινής συζήτηση για το τι γνωρίζουμε και τι δεν γνωρίζουμε για την κληρονομικότητα, για τα συμπτώματα που αξίζει να αναγνωρίζει και για το γεγονός ότι αυξημένος κίνδυνος δεν σημαίνει αναπόφευκτη εμφάνιση ψυχικής νόσου. Ο έφηβος μπορεί επίσης να θυμώνει με τον γονέα, να ντρέπεται για συμπεριφορές που έχουν συμβεί μπροστά σε φίλους ή να δυσκολεύεται να συμβιβάσει την αγάπη για τον γονέα με την αγανάκτηση για όσα έχει βιώσει. Δεν χρειάζεται να του ζητείται να αισθάνεται μόνο κατανόηση επειδή «ο γονέας είναι άρρωστος». Μπορεί να κατανοεί την ασθένεια και ταυτόχρονα να είναι θυμωμένος για τον τρόπο με τον οποίο έχει επηρεαστεί η δική του ζωή.

Η εξήγηση της νόσου δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται κάθε συμπεριφορά

Αυτό αποτελεί σημαντική διάκριση. Ένας γονέας μπορεί να συμπεριφέρθηκε με δύσκολο, απρόβλεπτο ή ακόμη και πολύ πληγωτικό τρόπο κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου. Η εξήγηση ότι συμμετείχε μια ψυχική διαταραχή βοηθά το παιδί να κατανοήσει τι συνέβη. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να του ζητηθεί να θεωρήσει αποδεκτή κάθε συμπεριφορά. Μπορούμε να πούμε: «Ο μπαμπάς ήταν πολύ άρρωστος τότε και αυτό επηρέαζε τον τρόπο που σκεφτόταν και συμπεριφερόταν. Αυτό εξηγεί ένα μέρος από όσα έγιναν. Καταλαβαίνω όμως ότι αυτά που είπε σε φόβισαν και σε πλήγωσαν.» Η κατανόηση της αιτίας και η αναγνώριση της εμπειρίας του παιδιού μπορούν να συνυπάρχουν.

Η απρόβλεπτη καθημερινότητα μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολη

Σε ορισμένες οικογένειες το βασικό πρόβλημα δεν είναι μια συγκεκριμένη συμπεριφορά αλλά η αβεβαιότητα. Το παιδί μπορεί να μη γνωρίζει ποια εκδοχή του γονέα θα συναντήσει όταν επιστρέψει από το σχολείο. Κάποιες ημέρες ο γονέας μπορεί να είναι πολύ διαθέσιμος και δραστήριος και άλλες να μην μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι. Μπορεί να ακυρώνονται δραστηριότητες, να αλλάζουν απότομα οι κανόνες ή να υπάρχει αβεβαιότητα για το ποιος θα το παραλάβει από το σχολείο. Ένα ασταθές και απρόβλεπτο οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να αποτελεί επιπλέον παράγοντα κινδύνου για το παιδί. Αντίθετα, η σταθερότητα, η οικογενειακή συνοχή και οι προβλέψιμες ρουτίνες συγκαταλέγονται στους παράγοντες που μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά του.

Οι μικρές σταθερές έχουν μεγάλη σημασία

Δεν είναι πάντοτε δυνατό να προληφθεί η υποτροπή του γονέα. Μπορούν όμως να προστατευτούν ορισμένα στοιχεία της ζωής του παιδιού. Η σταθερή φοίτηση στο σχολείο, η ώρα ύπνου, η παρουσία ενός συγκεκριμένου συγγενή, οι δραστηριότητες, οι φιλίες και οι συνηθισμένες οικογενειακές ρουτίνες μπορούν να προσφέρουν συνέχεια ακόμη και όταν η υγεία του γονέα παρουσιάζει διακυμάνσεις. Η σταθερότητα δεν σημαίνει ότι πρέπει να κρύβεται η πραγματικότητα. Σημαίνει ότι το παιδί γνωρίζει πως, ακόμη κι αν ο γονέας χρειαστεί ξανά νοσηλεία, κάποιος συγκεκριμένος θα το φροντίσει, θα συνεχίσει να πηγαίνει στο σχολείο και η καθημερινή του ζωή δεν θα καταρρεύσει πλήρως.

Το παιδί δεν πρέπει να γίνει ο θεραπευτής του γονέα

Ένα παιδί μπορεί εύκολα να αναλάβει περισσότερο συναισθηματικό βάρος από όσο αντιστοιχεί στην ηλικία του. Μπορεί να παρακολουθεί συνεχώς τη διάθεση του γονέα: «Σήμερα είναι καλά;» «Μήπως αρχίζει πάλι να αρρωσταίνει;» «Αν φύγω με τους φίλους μου, ποιος θα μείνει μαζί της;» Μπορεί να προσπαθεί να τον κάνει να αισθανθεί καλύτερα, να κρύβει τα δικά του προβλήματα για να μην τον επιβαρύνει ή να πιστεύει ότι είναι δική του ευθύνη να τον εμποδίσει να καταρρεύσει. Το παιδί μπορεί να αγαπά και να υποστηρίζει τον γονέα του. Δεν είναι όμως υπεύθυνο για τη θεραπεία, τη διάθεση ή την ασφάλεια του ενήλικα. Η ευθύνη αυτή ανήκει στους άλλους ενήλικες και στους επαγγελματίες που τον φροντίζουν.

Όταν το παιδί αναλαμβάνει γονεϊκό ρόλο

Σε ορισμένες οικογένειες το παιδί αρχίζει να αναλαμβάνει υπερβολικά πολλές ευθύνες: μαγειρεύει καθημερινά, φροντίζει μικρότερα αδέλφια, παρακολουθεί αν ο γονέας πήρε τα φάρμακά του ή προσπαθεί να διαχειριστεί κρίσεις που κανονικά απαιτούν ενήλικη παρέμβαση. Η βοήθεια μέσα στην οικογένεια μπορεί φυσικά να είναι αναπτυξιακά θετική. Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στο να βοηθά ένα παιδί και στο να μετατρέπεται ουσιαστικά στον ενήλικα του σπιτιού. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η συναισθηματική αντιστροφή ρόλων, όταν το παιδί γίνεται ο κύριος άνθρωπος στον οποίο ο γονέας εξομολογείται τις απελπισμένες σκέψεις, τις συζυγικές συγκρούσεις ή τους φόβους του και αναμένει από εκείνο να τον καθησυχάζει. Ένα παιδί μπορεί να γνωρίζει την πραγματικότητα χωρίς να χρειάζεται να κουβαλά την ευθύνη της.

Ο άλλος γονέας ή ένας σταθερός ενήλικας μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά

Μία από τις σημαντικότερες προστατευτικές εμπειρίες είναι η ύπαρξη μιας σταθερής σχέσης με έναν ενήλικα που το παιδί εμπιστεύεται. Αυτό μπορεί να είναι ο άλλος γονέας, ένας παππούς ή γιαγιά, ένας θείος, ένας νονός ή άλλο σταθερό πρόσωπο. Η ισχυρή σχέση με έναν υγιή και διαθέσιμο ενήλικα αναφέρεται ως σημαντικός προστατευτικός παράγοντας. Το πρόσωπο αυτό δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει τον γονέα που νοσεί. Μπορεί όμως να προσφέρει στο παιδί έναν χώρο όπου δεν χρειάζεται να παρακολουθεί συνεχώς την κατάσταση του γονέα, όπου μπορεί να μιλήσει ελεύθερα και όπου η καθημερινότητα παραμένει περισσότερο προβλέψιμη.

Το παιδί χρειάζεται να αισθάνεται ότι ο γονέας εξακολουθεί να το αγαπά

Μερικά συμπτώματα μπορούν εύκολα να παρερμηνευθούν. Ένα παιδί μπορεί να πιστεύει ότι η μητέρα δεν το αγαπά επειδή στην κατάθλιψη δεν παίζει μαζί του. Μπορεί να θεωρεί ότι ο πατέρας δεν ενδιαφέρεται επειδή είναι τόσο απορροφημένος από το άγχος ή τα ψυχωτικά του συμπτώματα ώστε δεν ανταποκρίνεται όπως παλαιότερα. Η αίσθηση ότι εξακολουθεί να αγαπιέται από τον γονέα που νοσεί θεωρείται σημαντικός προστατευτικός παράγοντας. Όταν ο γονέας βρίσκεται σε καλύτερη φάση, μπορεί να έχει αξία να μιλήσει ο ίδιος με το παιδί: «Την περίοδο που ήμουν πολύ άρρωστη δεν είχα δύναμη να κάνουμε πράγματα μαζί. Δεν συνέβαινε επειδή δεν ήθελα να είμαι μαζί σου ή επειδή δεν σε αγαπούσα.» Μια τέτοια συζήτηση μπορεί να διορθώσει ερμηνείες που το παιδί έχει δημιουργήσει μόνο του.

Το παιδί μπορεί να αισθάνεται ντροπή

Η ψυχική νόσος εξακολουθεί να συνοδεύεται από κοινωνικό στίγμα. Ένα παιδί μπορεί να φοβάται ότι οι φίλοι του θα μάθουν ότι ο γονέας νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική ή ότι παίρνει ψυχιατρικά φάρμακα. Μπορεί να αποφεύγει να φέρνει φίλους στο σπίτι επειδή φοβάται πώς θα είναι ο γονέας εκείνη την ημέρα. Μπορεί να θυμώνει αν οι συμμαθητές κάνουν αστεία για «τρελούς» ή να κρατά μυστικό το οικογενειακό πρόβλημα ακόμη και από ανθρώπους που θα μπορούσαν να το βοηθήσουν. Η μυστικότητα μπορεί να αυξήσει την απομόνωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το παιδί πρέπει να ανακοινώσει την ψυχιατρική διάγνωση του γονέα στο σχολείο ή στους φίλους του. Χρειάζεται όμως να έχει τουλάχιστον ορισμένους ασφαλείς ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να μιλήσει χωρίς ντροπή. Η κοινωνική υποστήριξη, οι φιλίες και η σύνδεση με άλλους αποτελούν σημαντικούς παράγοντες ανθεκτικότητας.

Τι χρειάζεται να γνωρίζει το σχολείο;

Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει ολόκληρο το σχολείο τη διάγνωση ενός γονέα. Αν όμως η κατάσταση επηρεάζει συστηματικά το παιδί —για παράδειγμα υπάρχουν συχνές νοσηλείες, αλλαγές στη φροντίδα, καθυστερήσεις, απουσίες ή σημαντική συναισθηματική επιβάρυνση— μπορεί να είναι χρήσιμο να ενημερωθεί διακριτικά ένας συγκεκριμένος εκπαιδευτικός ή άλλος κατάλληλος επαγγελματίας. Η πληροφορία που μοιράζεται η οικογένεια μπορεί να περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο: «Υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας στην οικογένεια και το παιδί μπορεί αυτή την περίοδο να είναι περισσότερο κουρασμένο ή ανήσυχο.» Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να είναι χρήσιμο, με τη συμφωνία της οικογένειας και ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, να γνωρίζει ο εκπαιδευτικός περισσότερα. Το σημαντικό είναι να προστατεύεται η ιδιωτικότητα χωρίς να στερείται το παιδί υποστήριξης που πραγματικά χρειάζεται.

Τι συμβαίνει όταν ο γονέας νοσηλεύεται;

Η ξαφνική εξαφάνιση ενός γονέα από το σπίτι μπορεί να είναι πολύ τρομακτική αν δεν υπάρχει καμία εξήγηση. Το παιδί χρειάζεται να γνωρίζει, ανάλογα με την ηλικία του: πού βρίσκεται ο γονέας, ότι φροντίζεται από επαγγελματίες, ποιος θα φροντίζει το ίδιο, πότε περίπου θα μπορέσει να επικοινωνήσει μαζί του, και ότι δεν ευθύνεται για τη νοσηλεία. Δεν χρειάζεται να υποσχεθούμε: «Σε τρεις ημέρες θα είναι εντελώς καλά.» αν δεν το γνωρίζουμε. Περισσότερο κατάλληλο είναι: «Δεν ξέρουμε ακόμη ακριβώς πόσες ημέρες θα χρειαστεί να μείνει. Οι γιατροί θα μας πουν όταν θα είναι αρκετά καλά για να επιστρέψει. Μέχρι τότε θα είσαι μαζί μου και θα συνεχίσεις το σχολείο και τις δραστηριότητές σου.» Η προβλεψιμότητα και η ενημέρωση μπορούν να μειώσουν σημαντικά την αβεβαιότητα.

Χρειάζεται σχέδιο για πιθανές υποτροπές

Σε ψυχικές διαταραχές που μπορεί να παρουσιάζουν υποτροπές, είναι χρήσιμο οι ενήλικες να έχουν σχεδιάσει εκ των προτέρων τι θα συμβεί αν η κατάσταση επιδεινωθεί. Ποιος θα πάρει το παιδί από το σχολείο; Πού θα μείνει αν ο γονέας χρειαστεί νοσηλεία; Ποιος ενήλικας γνωρίζει τι συμβαίνει; Τι πληροφορίες χρειάζεται να έχει το παιδί; Ποιον μπορεί να καλέσει αν αισθανθεί φόβο ή ανησυχία; Το σχέδιο αυτό δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται στο παιδί με τρόπο που το κάνει υπεύθυνο να αναγνωρίζει ή να διαχειρίζεται την υποτροπή. Χρειάζεται όμως να γνωρίζει ότι οι ενήλικες έχουν σκεφτεί τι θα γίνει και ότι η φροντίδα του δεν εξαρτάται από το να λύσει εκείνο την κρίση.

Τι γίνεται όταν ο γονέας εκφράζει αυτοκτονικές σκέψεις;

Ένα παιδί δεν πρέπει να αναλαμβάνει την ευθύνη να παρακολουθεί έναν αυτοκτονικό γονέα. Αν ένας ενήλικας βρίσκεται σε σοβαρή αυτοκτονική κρίση, η κατάσταση χρειάζεται να αντιμετωπιστεί από άλλους ενήλικες και από επαγγελματίες. Δεν είναι κατάλληλο να λέγεται στο παιδί: «Μην αφήσεις τη μαμά μόνη της.» ούτε να του ζητείται να κρύψει φάρμακα, να ελέγχει αν ο γονέας αναπνέει ή να αναλαμβάνει οποιαδήποτε άλλη ευθύνη που το μετατρέπει σε φύλακα της ζωής του γονέα. Το παιδί μπορεί να ενημερωθεί αργότερα με κατάλληλο τρόπο ότι ο γονέας ήταν πολύ άρρωστος και χρειάστηκε περισσότερη βοήθεια. Αν υπάρχει οποιαδήποτε στιγμή άμεσος κίνδυνος για την ασφάλεια του παιδιού ή του γονέα, προτεραιότητα είναι η άμεση επαγγελματική και επείγουσα αντιμετώπιση.

Τι γίνεται αν ο γονέας παρουσιάζει ψυχωτικά συμπτώματα;

Ένα παιδί μπορεί να έχει ακούσει τον γονέα να λέει πράγματα που του φαίνονται παράξενα ή τρομακτικά. Μπορεί να τον έχει δει να απαντά σε φωνές που οι άλλοι δεν ακούνε ή να είναι πεπεισμένος ότι κάποιος τον παρακολουθεί. Δεν χρειάζεται το παιδί να μπει σε συζήτηση για το αν οι ιδέες αυτές είναι αληθινές ούτε να προσπαθήσει να πείσει τον γονέα ότι κάνει λάθος. Μπορεί να του εξηγηθεί αργότερα ότι, όταν ο γονέας ήταν πολύ άρρωστος, ο εγκέφαλός του δυσκολευόταν να ξεχωρίσει ορισμένες σκέψεις ή εμπειρίες από όσα συνέβαιναν γύρω του. Αν το παιδί φοβήθηκε, αυτό χρειάζεται να αναγνωριστεί. Το ότι η συμπεριφορά προκλήθηκε από ασθένεια δεν εξαφανίζει την επίδραση που είχε πάνω του.

Όταν υπάρχει χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών

Η προβληματική χρήση ουσιών μπορεί να συνυπάρχει με άλλες ψυχικές διαταραχές και να αυξάνει την αστάθεια στην οικογένεια. Μπορεί να επηρεάζει την κρίση, την ικανότητα επίβλεψης, τις συγκρούσεις και την οικονομική ή πρακτική λειτουργία του σπιτιού. Η αρχική κλινική καθοδήγηση περιλαμβάνει την προβληματική χρήση αλκοόλ και ουσιών μεταξύ των καταστάσεων που μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο για τα παιδιά. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ασφάλεια προηγείται της προσπάθειας να προστατευθούν τα συναισθήματα του γονέα. Ένα παιδί δεν πρέπει να αφήνεται υπό την αποκλειστική φροντίδα ενός ενήλικα που είναι τόσο επηρεασμένος ώστε δεν μπορεί να το επιβλέψει με ασφάλεια.

Η θεραπεία του γονέα μπορεί να προστατεύσει και το παιδί

Η αποτελεσματική θεραπεία δεν ωφελεί μόνο τον ενήλικα. Όταν μειώνονται τα συμπτώματα, συχνά βελτιώνεται η δυνατότητα του γονέα να είναι συναισθηματικά διαθέσιμος, συνεπής και προβλέψιμος. Παράλληλα μπορεί να χρειάζεται ειδική υποστήριξη για τη γονεϊκή λειτουργία. Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά τη δική του διάγνωση αλλά να χρειάζεται βοήθεια για να καταλάβει πώς επηρεάζει τα παιδιά του, πώς να μιλήσει μαζί τους και πώς να οργανώσει την οικογένεια σε περιόδους υποτροπής. Η συνολική φροντίδα επομένως είναι καλύτερο να εξετάζει τον άνθρωπο όχι μόνο ως ασθενή αλλά και, όταν είναι γονέας, ως μέλος ενός οικογενειακού συστήματος. Η σύγχρονη βιβλιογραφία επισημαίνει ακριβώς την αξία παρεμβάσεων που περιλαμβάνουν ολόκληρη την οικογένεια.

Οι παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν όλη την οικογένεια μπορούν να βοηθήσουν

Οι οικογένειες στις οποίες ένας γονέας έχει ψυχική διαταραχή συχνά αξιολογούν θετικά παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν ολόκληρη την οικογένεια και ιδιαίτερα τη δυνατότητα να μιλούν ανοιχτά για την ψυχική διαταραχή. Διεθνείς συστάσεις υποστηρίζουν τις προληπτικές ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις για παιδιά γονέων με προβλήματα ψυχικής υγείας, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν ψυχοεκπαίδευση, γνωσιακές-συμπεριφορικές τεχνικές και οικογενειακά εστιασμένες προσεγγίσεις για τη μείωση του κινδύνου άγχους και κατάθλιψης. Η σχετική σύσταση είναι ισχυρή, αν και η βεβαιότητα των διαθέσιμων δεδομένων χαρακτηρίζεται χαμηλή. Δεν χρειάζεται επομένως να περιμένουμε να εμφανίσει το παιδί σοβαρή ψυχική διαταραχή για να του προσφέρουμε υποστήριξη.

Ποιοι παράγοντες φαίνεται να προστατεύουν τα παιδιά;

Έχουν εντοπιστεί πέντε ευρύτερες κατηγορίες προστατευτικών παραγόντων: κατάλληλη ενημέρωση, κοινωνική υποστήριξη, καλή οικογενειακή λειτουργία και συνδεσιμότητα, αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης από το παιδί και επαρκή γονεϊκή λειτουργία. Η τεκμηρίωση δεν είναι το ίδιο ισχυρή για κάθε επιμέρους παράγοντα, αλλά το συνολικό πρότυπο είναι αρκετά συνεπές. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι βοηθά όταν το παιδί γνωρίζει τι συμβαίνει χωρίς να κατηγορεί τον εαυτό του, έχει ανθρώπους στους οποίους μπορεί να στραφεί, διατηρεί φιλίες και ενδιαφέροντα, αισθάνεται ότι αγαπιέται, πηγαίνει σχολείο, αναπτύσσει δικές του ικανότητες και ζει μέσα σε όσο γίνεται σταθερότερες καθημερινές συνθήκες.

Τα ενδιαφέροντα έξω από το σπίτι έχουν ιδιαίτερη αξία

Για ένα παιδί που ζει με μεγάλη ψυχική δυσφορία μέσα στην οικογένεια, το σχολείο, ο αθλητισμός, η μουσική, οι φίλοι ή άλλες δραστηριότητες μπορούν να αποτελούν πολύ περισσότερα από απλή ψυχαγωγία. Μπορούν να του προσφέρουν χώρους όπου δεν είναι «το παιδί του άρρωστου γονέα», όπου μπορεί να βιώνει ικανότητα, να αναπτύσσει τη δική του ταυτότητα και να δημιουργεί σχέσεις ανεξάρτητες από όσα συμβαίνουν στο σπίτι. Η επιτυχία στο σχολείο, οι θετικές σχέσεις με συνομηλίκους και τα υγιή ενδιαφέροντα έξω από το σπίτι περιλαμβάνονται στους παράγοντες που μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά. Οι γονείς και οι άλλοι ενήλικες χρειάζεται επομένως να προσπαθούν να προστατεύουν αυτές τις δραστηριότητες ακόμη και σε περιόδους οικογενειακής κρίσης.

Πότε χρειάζεται να αξιολογηθεί το ίδιο το παιδί;

Το γεγονός ότι ένας γονέας έχει ψυχική διαταραχή δεν σημαίνει ότι το παιδί χρειάζεται αυτομάτως ψυχιατρική θεραπεία. Χρειάζεται όμως μεγαλύτερη προσοχή όταν εμφανίζονται:

  • επίμονη θλίψη, άγχος ή έντονη ευερεθιστότητα,
  • σημαντική αλλαγή στον ύπνο ή στην όρεξη,
  • κοινωνική απόσυρση ή απώλεια φίλων,
  • πτώση στη σχολική επίδοση ή επίμονη σχολική άρνηση,
  • συχνοί πονοκέφαλοι, κοιλιακοί πόνοι ή άλλα σωματικά συμπτώματα που συνδέονται με έντονη δυσφορία,
  • υπερβολική ανησυχία για την ασφάλεια ή την υγεία του γονέα,
  • αδυναμία να απομακρυνθεί από το σπίτι επειδή φοβάται τι θα συμβεί στον γονέα,
  • υπερβολική ανάληψη ευθύνης για γονείς ή αδέλφια,
  • έντονη ενοχή ή πεποίθηση ότι ευθύνεται για την κατάσταση του γονέα,
  • επίμονες δυσκολίες συμπεριφοράς, χρήση ουσιών ή επικίνδυνες συμπεριφορές,
  • αυτοτραυματισμός ή σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας.

Όταν υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για τη συναισθηματική ανάπτυξη ή την ψυχική υγεία του παιδιού, συνιστάται αξιολόγηση από κατάλληλο επαγγελματία.

Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι να εμφανιστεί διαταραχή

Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στη θεραπεία και στην πρόληψη. Ένα παιδί μπορεί να μην πληροί κριτήρια για καμία ψυχική διαταραχή και παρ' όλα αυτά να ωφελείται από ορισμένες συναντήσεις στις οποίες θα μπορέσει να καταλάβει καλύτερα τη νόσο του γονέα, να μιλήσει για όσα έχει βιώσει και να μάθει πώς μπορεί να ζητά βοήθεια. Οι διεθνείς συστάσεις υποστηρίζουν προληπτικές ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις για παιδιά γονέων με ψυχικές διαταραχές ακριβώς επειδή η υποστήριξη δεν χρειάζεται να αρχίζει μόνο αφού εμφανιστεί κλινική κατάθλιψη ή αγχώδης διαταραχή.

Πότε η κατάσταση γίνεται ζήτημα ασφάλειας;

Η ύπαρξη ψυχικής διαταραχής στον γονέα δεν σημαίνει από μόνη της ότι το παιδί βρίσκεται σε κίνδυνο. Υπάρχουν όμως καταστάσεις στις οποίες απαιτείται άμεση παρέμβαση από άλλους ενήλικες ή από υπηρεσίες υγείας: όταν ο γονέας είναι τόσο αποδιοργανωμένος ώστε δεν μπορεί να καλύψει βασικές ανάγκες του παιδιού, όταν υπάρχει σοβαρή μέθη ή τοξίκωση ενώ είναι ο μόνος φροντιστής, όταν υπάρχουν απειλές ή πραγματική βία, όταν σοβαρά ψυχωτικά συμπτώματα επηρεάζουν τη συμπεριφορά προς το παιδί ή όταν υπάρχει οξεία αυτοκτονική κρίση που καθιστά αδύνατη την ασφαλή φροντίδα. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο στόχος δεν είναι να στιγματιστεί ή να τιμωρηθεί ο γονέας. Είναι να εξασφαλιστεί προσωρινά ότι το παιδί βρίσκεται με έναν ασφαλή ενήλικα και ότι ο γονέας λαμβάνει την επείγουσα θεραπεία που χρειάζεται.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;

Μια χρήσιμη προσέγγιση είναι να αντιμετωπίζεται το ζήτημα ως οικογενειακή πραγματικότητα για την οποία μπορούν να υπάρχουν σχέδιο, ενημέρωση και υποστήριξη. Ο γονέας που αντιμετωπίζει ψυχική διαταραχή μπορεί, όταν βρίσκεται σε σταθερή φάση, να συζητήσει με τον θεραπευτή του πώς επηρεάζονται τα παιδιά του. Ο άλλος γονέας ή οι σημαντικοί ενήλικες μπορούν να γνωρίζουν τα πρώιμα σημεία μιας πιθανής υποτροπής και να έχουν οργανώσει πρακτικά τη φροντίδα. Το παιδί μπορεί να γνωρίζει την κατάλληλη για την ηλικία του αλήθεια και να έχει τουλάχιστον έναν σταθερό ενήλικα έξω από τη σχέση με τον γονέα που νοσεί. Το σημαντικότερο είναι να μη θεωρείται ότι η ψυχική νόσος αφορά αποκλειστικά τον ενήλικα επειδή εκείνος είναι ο ασθενής. Όταν ένας άνθρωπος είναι γονέας, η διαταραχή μπορεί να επηρεάζει ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα και η υποστήριξη είναι περισσότερο ολοκληρωμένη όταν λαμβάνει υπόψη και τα παιδιά.

Το βασικό μήνυμα προς το παιδί

Ανάλογα με την ηλικία, το παιδί χρειάζεται να καταλάβει τέσσερα βασικά πράγματα. Ο γονέας έχει ένα πρόβλημα υγείας που επηρεάζει μερικές φορές τον τρόπο που αισθάνεται, σκέφτεται ή συμπεριφέρεται. Το παιδί δεν το προκάλεσε. Δεν είναι ευθύνη του παιδιού να θεραπεύσει ή να προστατεύσει τον γονέα. Υπάρχουν ενήλικες που γνωρίζουν τι συμβαίνει και έχουν την ευθύνη να φροντίσουν τόσο τον γονέα όσο και το παιδί. Μια απλή διατύπωση μπορεί να είναι: «Η μαμά έχει μια ασθένεια που επηρεάζει μερικές φορές τη διάθεση και τις σκέψεις της. Για αυτό κάποιες ημέρες δεν μπορεί να κάνει όσα κάνει συνήθως. Δεν έχει συμβεί επειδή έκανες κάτι εσύ και δεν είναι δική σου δουλειά να την κάνεις καλά. Η μαμά έχει γιατρούς και άλλους ενήλικες που τη βοηθούν. Εσύ μπορείς να συνεχίσεις να είσαι παιδί, να πηγαίνεις σχολείο, να βλέπεις τους φίλους σου και να μας λες όταν κάτι σε φοβίζει ή σε στενοχωρεί.» Η κατάλληλη πληροφόρηση, οι σταθερές σχέσεις, η διατήρηση της καθημερινής ζωής και η έγκαιρη υποστήριξη μπορούν να μειώσουν σημαντικά το βάρος που βιώνει ένα παιδί όταν ένας γονέας αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα ψυχικής υγείας.