Οι εκρήξεις θυμού είναι συχνές στα μικρά παιδιά και αποτελούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξης. Μπορεί να περιλαμβάνουν έντονο κλάμα, φωνές, πέσιμο στο πάτωμα, κλωτσιές, χτυπήματα ή άρνηση συνεργασίας. Συνήθως εμφανίζονται όταν το παιδί αισθάνεται θυμό, απογοήτευση ή ματαίωση και δεν έχει ακόμη αναπτύξει επαρκώς τις δεξιότητες για να εκφράσει και να ρυθμίσει αυτά τα συναισθήματα με διαφορετικό τρόπο. Μια έκρηξη θυμού δεν σημαίνει ότι το παιδί είναι «κακομαθημένο», ότι έχει «κακό χαρακτήρα» ή ότι υπάρχει απαραίτητα κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα. Για να καταλάβουμε αν μια συμπεριφορά βρίσκεται μέσα στα αναμενόμενα όρια χρειάζεται να λάβουμε υπόψη την ηλικία του παιδιού, τη συχνότητα και τη διάρκεια των επεισοδίων, την έντασή τους και κυρίως το κατά πόσο επηρεάζουν τη λειτουργία του παιδιού και της οικογένειας.
Γιατί τα μικρά παιδιά κάνουν εκρήξεις θυμού;
Κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής, το παιδί αποκτά γρήγορα περισσότερες επιθυμίες και μεγαλύτερη ανάγκη για αυτονομία, χωρίς όμως να διαθέτει ακόμη αντίστοιχα ανεπτυγμένες ικανότητες αυτοελέγχου. Ένα μικρό παιδί μπορεί να ξέρει πολύ καλά τι θέλει αλλά να μην μπορεί να το αποκτήσει, να μην έχει ακόμη τις λέξεις για να περιγράψει αυτό που αισθάνεται ή να δυσκολεύεται πολύ να αποδεχτεί ότι ένας ενήλικας του λέει «όχι». Η κούραση, η πείνα, ο πόνος, μια ήπια αδιαθεσία, η υπερδιέγερση, η ζήλια, η απογοήτευση ή μια απότομη αλλαγή δραστηριότητας μπορούν να κάνουν μια έκρηξη πιθανότερη. Επομένως, πίσω από μια συμπεριφορά που μοιάζει με «ανυπακοή» υπάρχει συχνά ένα παιδί που προσωρινά δεν μπορεί να διαχειριστεί το συναίσθημά του.
Τι είναι αναμενόμενο ανάλογα με την ηλικία;
Από περίπου 18 μηνών έως 3 ετών
Σε αυτή την ηλικία οι εκρήξεις θυμού είναι πολύ συνηθισμένες. Μπορεί να συμβαίνουν ακόμη και καθημερινά και συχνά περιλαμβάνουν κλάμα, φωνές, πέσιμο στο πάτωμα, κλωτσιές, χτυπήματα ή δαγκώματα. Τα περισσότερα επεισόδια είναι σχετικά σύντομα και συνήθως διαρκούν λίγα λεπτά έως περίπου 15 λεπτά. Το παιδί δεν προσπαθεί απαραίτητα να «χειραγωγήσει» τον γονέα. Σε πολλές περιπτώσεις έχει κατακλυστεί από ένα συναίσθημα που δεν μπορεί ακόμη να ρυθμίσει αποτελεσματικά.
Από 3 έως 5 ετών
Οι εκρήξεις εξακολουθούν να είναι συχνές, αλλά συνήθως αρχίζουν σταδιακά να μειώνονται. Οι καθημερινές εκρήξεις γίνονται λιγότερο συνηθισμένες μετά την ηλικία των 3 ετών και τα περισσότερα επεισόδια παραμένουν σχετικά σύντομα. Καθώς βελτιώνονται η γλώσσα και η συναισθηματική ρύθμιση, το παιδί μπορεί όλο και περισσότερο να πει «θύμωσα», «δεν θέλω» ή «βοήθησέ με» αντί να εκφράζει όλη τη δυσφορία του μέσα από τη συμπεριφορά.
Στη σχολική ηλικία
Οι επαναλαμβανόμενες έντονες εκρήξεις είναι πολύ λιγότερο αναμενόμενες. Ένα παιδί σχολικής ηλικίας μπορεί βέβαια περιστασιακά να χάσει τον έλεγχο, ιδιαίτερα όταν είναι πολύ κουρασμένο ή αναστατωμένο. Όταν όμως οι εκρήξεις είναι συχνές, σοβαρές ή συνοδεύονται από επίμονη ευερεθιστότητα και θυμό ανάμεσα στα επεισόδια, χρειάζεται να διερευνηθούν περισσότερο.
Στην εφηβεία
Οι μεταβολές της διάθεσης και οι συγκρούσεις με τους γονείς μπορούν να αποτελούν μέρος της εφηβείας. Οι επαναλαμβανόμενες όμως εκρήξεις με απώλεια ελέγχου, σοβαρή σωματική επιθετικότητα ή πολύ έντονες μεταπτώσεις της διάθεσης δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα «στις ορμόνες» ή στην ηλικία. Στους εφήβους, το έντονο άγχος, η κατάθλιψη και άλλες ψυχικές δυσκολίες μπορεί μερικές φορές να εκδηλώνονται περισσότερο με ευερεθιστότητα και εκρήξεις παρά με εμφανή θλίψη ή φόβο.
Τι συμβαίνει την ώρα της έκρηξης;
Όταν το παιδί βρίσκεται στο αποκορύφωμα μιας έκρηξης, η ικανότητά του να ακούσει λογικές εξηγήσεις, να συζητήσει τις συνέπειες ή να επεξεργαστεί ένα «κήρυγμα» είναι περιορισμένη. Η στιγμή αυτή επομένως δεν είναι κατάλληλη για μακροσκελείς συζητήσεις. Πρώτος στόχος είναι: να παραμείνει το παιδί ασφαλές, να μειωθεί η ένταση και ο ενήλικας να διατηρήσει όσο γίνεται την ψυχραιμία του. Η συζήτηση για το τι συνέβη μπορεί να γίνει όταν το παιδί έχει πλέον ηρεμήσει.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς κατά τη διάρκεια μιας έκρηξης;
Παραμείνετε όσο γίνεται ήρεμοι
Ο τόνος και η συμπεριφορά του ενήλικα επηρεάζουν το παιδί. Το να αρχίσει και ο γονέας να φωνάζει συνήθως αυξάνει την ένταση αντί να τη μειώνει. Παράλληλα, το παιδί μαθαίνει μέσα από το παράδειγμα του γονέα πώς αντιμετωπίζονται τα έντονα συναισθήματα.
Βεβαιωθείτε ότι είναι ασφαλές
Αν το παιδί χτυπά, κλωτσά, δαγκώνει ή πετά αντικείμενα, χρειάζεται ένα σαφές όριο: «Καταλαβαίνω ότι είσαι πολύ θυμωμένος. Δεν θα σε αφήσω να χτυπάς.» Το συναίσθημα επιτρέπεται. Η επικίνδυνη συμπεριφορά όχι. Απομακρύνετε επικίνδυνα αντικείμενα και, όταν χρειάζεται, άλλα παιδιά από τον χώρο.
Χρησιμοποιήστε λίγες λέξεις
Μια απλή φράση είναι συχνά αρκετή: «Θύμωσες γιατί ήθελες να μείνουμε κι άλλο.» «Ξέρω ότι δεν σου αρέσει που είπα όχι.» Η ονομασία του συναισθήματος βοηθά σταδιακά το παιδί να αποκτήσει λέξεις για όσα σήμερα εκφράζει κυρίως μέσα από τη συμπεριφορά.
Μην προσπαθήσετε να διαπραγματευτείτε τα πάντα εκείνη τη στιγμή
Αν ο γονέας έχει θέσει ένα εύλογο όριο, η αλλαγή της απόφασης αποκλειστικά για να σταματήσει η έκρηξη μπορεί άθελά της να διδάξει στο παιδί ότι η έντονη συμπεριφορά είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για να αλλάξει το «όχι» σε «ναι».
Η απόσπαση της προσοχής μπορεί να βοηθήσει τα μικρότερα παιδιά
Όταν η ένταση μόλις αρχίζει, η μετατόπιση της προσοχής σε κάτι άλλο μπορεί να αποτρέψει την κλιμάκωση. Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στα νήπια. Όταν όμως η έκρηξη έχει ήδη κορυφωθεί, μπορεί να χρειάζεται απλώς χρόνος και ήρεμη παρουσία.
Μετά την έκρηξη
Όταν το παιδί έχει ηρεμήσει, μπορούμε να επιστρέψουμε σε αυτό που συνέβη. Για ένα μικρότερο παιδί αρκούν λίγες φράσεις: «Θύμωσες πολύ επειδή έπρεπε να φύγουμε από την παιδική χαρά. Μπορείς να θυμώνεις, αλλά δεν μπορείς να με χτυπάς.» Καθώς μεγαλώνει, μπορούμε να προσθέσουμε: «Τι θα μπορούσες να κάνεις την επόμενη φορά όταν θυμώσεις τόσο;» Ο στόχος δεν είναι να κάνει το παιδί μια μεγάλη απολογία. Είναι να αρχίσει σταδιακά να συνδέει: συναίσθημα → συμπεριφορά → συνέπεια → διαφορετική επιλογή.
Πώς μπορούμε να προλάβουμε ορισμένες εκρήξεις;
Δεν μπορούν ούτε χρειάζεται να εξαφανιστούν όλες οι εκρήξεις. Μπορούμε όμως να μειώσουμε ορισμένες από αυτές.
Παρατηρήστε τα μοτίβα
Αν οι εκρήξεις εμφανίζονται σχεδόν πάντα πριν από το φαγητό, όταν το παιδί είναι εξαντλημένο ή όταν πρέπει να σταματήσει απότομα μια αγαπημένη δραστηριότητα, η πρόληψη μπορεί να είναι απλούστερη από την αντιμετώπιση της έκρηξης όταν έχει ήδη ξεκινήσει. Η πείνα και η κόπωση αποτελούν συχνούς παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα μιας έκρηξης.
Προειδοποιήστε για τις μεταβάσεις
Για ορισμένα παιδιά βοηθά: «Σε πέντε λεπτά θα κλείσουμε το παιχνίδι και θα φύγουμε.» και λίγο αργότερα: «Άλλο ένα λεπτό και μετά φεύγουμε.» Το παιδί έτσι δεν βιώνει την αλλαγή ως εντελώς ξαφνική.
Δώστε μικρές επιλογές
Τα μικρά παιδιά έχουν έντονη ανάγκη αυτονομίας. Δεν μπορούν να αποφασίζουν για όλα, αλλά μπορούμε να τους προσφέρουμε επιλογές μέσα σε ένα όριο: «Ώρα να ντυθούμε. Θέλεις την κόκκινη ή την μπλε μπλούζα;» Η δυνατότητα ελέγχου σε μικρά πράγματα μπορεί να μειώσει ορισμένες συγκρούσεις.
Δώστε προσοχή στη θετική συμπεριφορά
Αν το παιδί λαμβάνει την περισσότερη προσοχή μόνο όταν ουρλιάζει, χτυπά ή αντιδρά, μπορεί άθελά μας να ενισχύεται η ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Χρειάζεται να παρατηρούμε και τις στιγμές στις οποίες περιμένει, συνεργάζεται, ζητά κάτι κατάλληλα ή καταφέρνει να διαχειριστεί μια μικρή απογοήτευση: «Είδα ότι στενοχωρήθηκες που τελείωσε το παιχνίδι αλλά ήρθες μαζί μου χωρίς να φωνάξεις.»
Μην τιμωρείτε το συναίσθημα
Το παιδί χρειάζεται να μάθει ότι όλα τα συναισθήματα επιτρέπονται, αλλά όχι όλες οι συμπεριφορές. Μπορούμε να πούμε: «Επιτρέπεται να θυμώνεις. Δεν επιτρέπεται να χτυπάς.» Αυτό είναι διαφορετικό από το να απαιτούμε να σταματήσει να νιώθει θυμό. Η ικανότητα συναισθηματικής ρύθμισης αναπτύσσεται σταδιακά. Στα πρώτα χρόνια το παιδί χρειάζεται σε μεγάλο βαθμό τη βοήθεια του ενήλικα για να ηρεμήσει, πριν μπορέσει αργότερα να το κάνει περισσότερο μόνο του.
Τι δεν βοηθά;
Το να φωνάζουμε δυνατότερα από το παιδί, να το ταπεινώνουμε, να το απειλούμε με υπερβολικές συνέπειες ή να απαντάμε στην επιθετικότητα με σωματική επιθετικότητα δεν του διδάσκει αποτελεσματικότερη ρύθμιση. Ιδιαίτερα η σωματική τιμωρία μεταφέρει ένα αντιφατικό μήνυμα: ζητάμε από το παιδί να μη χτυπά όταν θυμώνει, ενώ ο ενήλικας χρησιμοποιεί το χτύπημα ακριβώς επειδή έχει θυμώσει. Οι συστάσεις για τη διαχείριση των εκρήξεων τονίζουν ότι οι γονείς δεν πρέπει να απαντούν με σωματική επιθετικότητα.
Μια έκρηξη θυμού δεν είναι διάγνωση
Οι εκρήξεις μπορεί να εμφανιστούν σε παιδιά χωρίς καμία ψυχική διαταραχή. Όταν όμως είναι ασυνήθιστα συχνές, έντονες ή επίμονες, μπορεί να αποτελούν ένα από τα σημεία μιας ευρύτερης δυσκολίας. Ανάλογα με την ηλικία και τη συνολική εικόνα μπορεί να χρειάζεται να διερευνηθούν, μεταξύ άλλων, δυσκολίες στη γλωσσική ή αναπτυξιακή εξέλιξη, προβλήματα προσοχής και παρορμητικότητας, άγχος, διαταραχές της διάθεσης, δυσκολίες συμπεριφοράς ή άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα του παιδιού να ρυθμίζει τα συναισθήματά του. Η παρουσία μιας έκρηξης από μόνη της δεν αρκεί για κανένα τέτοιο συμπέρασμα.
Πότε χρειάζεται αξιολόγηση;
Περισσότερη προσοχή χρειάζεται όταν οι εκρήξεις:
- είναι πολύ συχνότερες ή εντονότερες από ό,τι θα περιμέναμε για την ηλικία,
- διαρκούν ασυνήθιστα πολύ,
- συνεχίζονται συστηματικά στη σχολική ηλικία,
- περιλαμβάνουν σοβαρή επιθετικότητα προς άλλους,
- περιλαμβάνουν σκόπιμο τραυματισμό του ίδιου του παιδιού,
- προκαλούν σημαντικές καταστροφές,
- το παιδί δυσκολεύεται εξαιρετικά να ηρεμήσει,
- επηρεάζουν τη φοίτηση, τις φιλίες ή τη λειτουργία της οικογένειας,
- συνοδεύονται από επίμονη ευερεθιστότητα, θυμό ή θλίψη και ανάμεσα στα επεισόδια.
Επεισόδια που διαρκούν επανειλημμένα πάνω από περίπου 25 λεπτά, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με επιθετικότητα, αυτοτραυματισμό ή αδυναμία του παιδιού να επανέλθει, αποτελούν επίσης λόγο για πιο προσεκτική αξιολόγηση. Δεν σημαίνει ότι ένα παιδί που είχε μία μεγάλη έκρηξη διάρκειας μισής ώρας έχει ψυχική διαταραχή. Σημασία έχει το επαναλαμβανόμενο πρότυπο και η συνολική λειτουργία του παιδιού.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι «πώς θα σταματήσω την έκρηξη;»
Όταν ένα παιδί ουρλιάζει στο σούπερ μάρκετ ή χτυπά το πάτωμα επειδή άκουσε «όχι», είναι κατανοητό ο γονέας να θέλει απλώς να τελειώσει το επεισόδιο όσο γίνεται γρηγορότερα. Ο μακροπρόθεσμος στόχος όμως είναι διαφορετικός: να βοηθήσουμε το παιδί να αποκτήσει σταδιακά την ικανότητα να αντέχει τη ματαίωση, να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, να τα εκφράζει με λέξεις και να μπορεί να επανέρχεται μετά από μια έντονη συναισθηματική κατάσταση. Αυτή η ικανότητα δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Χτίζεται μέσα από πολλές μικρές εμπειρίες στις οποίες το παιδί συναντά ένα όριο, θυμώνει, βρίσκει απέναντί του έναν σχετικά σταθερό ενήλικα και σταδιακά μαθαίνει ότι μπορεί να περάσει μέσα από το έντονο συναίσθημα χωρίς να καταρρεύσει η σχέση και χωρίς να χρειάζεται να πάρει τελικά αυτό που ζητούσε.


