Διπολική διαταραχή στα παιδιά και στους εφήβους

Η διπολική διαταραχή είναι μια διαταραχή της διάθεσης που χαρακτηρίζεται από διακριτές περιόδους σημαντικής μεταβολής της διάθεσης, της ενεργητικότητας, της δραστηριότητας, του ύπνου και της συμπεριφοράς. Οι περίοδοι αυτές ονομάζονται επεισόδια και μπορεί να περιλαμβάνουν μανία ή υπομανία, καταθλιπτικά επεισόδια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, συνδυασμό μανιακών και καταθλιπτικών χαρακτηριστικών. Η διπολική διαταραχή μπορεί να εμφανιστεί στην εφηβεία και, σπανιότερα, νωρίτερα. Η διάγνωσή της στους νέους χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, επειδή αρκετά από τα συμπτώματά της, όπως η ευερεθιστότητα, η υπερδραστηριότητα, η παρορμητικότητα, οι δυσκολίες συγκέντρωσης και οι μεταβολές του ύπνου, μπορεί να εμφανίζονται και σε πολλές άλλες ψυχικές ή αναπτυξιακές καταστάσεις.

Δεν είναι το ίδιο με τις συνηθισμένες μεταπτώσεις της διάθεσης


Τα παιδιά και οι έφηβοι μπορεί να αλλάζουν διάθεση αρκετές φορές μέσα στην ίδια ημέρα. Μπορεί να είναι χαρούμενοι με τους φίλους τους, να θυμώσουν έντονα όταν οι γονείς τους θέσουν ένα όριο και λίγο αργότερα να έχουν ηρεμήσει. Οι μεταβολές αυτές δεν αποτελούν από μόνες τους διπολική διαταραχή. Στη διπολική διαταραχή μας ενδιαφέρει κυρίως η παρουσία διακριτών επεισοδίων, κατά τα οποία η διάθεση και η ενεργητικότητα είναι σαφώς διαφορετικές από τον συνηθισμένο τρόπο λειτουργίας του νέου και η αλλαγή διαρκεί για ημέρες ή περισσότερο, όχι απλώς για λίγα λεπτά ή ώρες. Κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου οι αλλαγές είναι συνήθως εμφανείς στους ανθρώπους γύρω του και επηρεάζουν τη λειτουργία στο σπίτι, στο σχολείο, στις σχέσεις ή σε άλλους σημαντικούς τομείς. Αυτό το επεισοδιακό πρότυπο είναι από τα σημαντικότερα στοιχεία που εξετάζονται κατά τη διάγνωση.

Τι είναι ένα μανιακό επεισόδιο;


Στη μανία υπάρχει μια σαφής περίοδος κατά την οποία ο νέος παρουσιάζει ασυνήθιστα αυξημένη, ευφορική ή έντονα ευερέθιστη διάθεση μαζί με σημαντική αύξηση της ενεργητικότητας και της δραστηριότητας. Η αλλαγή είναι σαφώς διαφορετική από τον συνηθισμένο του εαυτό και μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική έκπτωση της κρίσης και της λειτουργικότητας. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να απαιτείται νοσηλεία ή να εμφανιστούν ψυχωτικά συμπτώματα. Κατά τη διάρκεια μανιακού επεισοδίου μπορεί να παρατηρούνται:

  • ασυνήθιστα έντονη ευφορία, ενθουσιασμός ή ευερεθιστότητα,
  • πολύ περισσότερη ενεργητικότητα και δραστηριότητα από το συνηθισμένο,
  • σημαντικά μειωμένη ανάγκη για ύπνο χωρίς να αισθάνεται κουρασμένος,
  • πολύ γρήγορη και αυξημένη ομιλία,
  • σκέψεις που διαδέχονται πολύ γρήγορα η μία την άλλη,
  • έντονη διάσπαση της προσοχής,
  • υπερβολική αυτοπεποίθηση ή αίσθηση ιδιαίτερων ικανοτήτων και δυνάμεων,
  • έναρξη πολλών δραστηριοτήτων ή σχεδίων ταυτόχρονα,
  • μεγαλύτερη παρορμητικότητα και εμπλοκή σε επικίνδυνες ή απερίσκεπτες συμπεριφορές,
  • σε σοβαρότερα επεισόδια, παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις.

Δεν χρειάζεται να υπάρχουν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Η διάγνωση βασίζεται στον συνδυασμό τους, στη διάρκεια, στη σοβαρότητα και κυρίως στο αν αποτελούν πραγματική αλλαγή από τον προηγούμενο τρόπο λειτουργίας του νέου.

Η μειωμένη ανάγκη για ύπνο είναι διαφορετική από την αϋπνία


Αυτό αποτελεί ιδιαίτερα χρήσιμο στοιχείο. Ένας έφηβος με άγχος ή κατάθλιψη μπορεί να κοιμάται τρεις ώρες επειδή δεν μπορεί να κοιμηθεί και την επόμενη ημέρα να είναι εξαντλημένος. Κατά τη διάρκεια μανίας μπορεί να κοιμηθεί πολύ λιγότερο από το συνηθισμένο και να αισθάνεται ότι δεν χρειάζεται περισσότερο ύπνο. Μπορεί να κοιμηθεί για λίγες ώρες, να σηκωθεί γεμάτος ενεργητικότητα και να αρχίσει αμέσως πολλές δραστηριότητες. Η μειωμένη ανάγκη για ύπνο είναι χαρακτηριστικό μανίας και υπομανίας και έχει διαφορετική κλινική σημασία από μια απλή δυσκολία ύπνου.

Η ευερεθιστότητα από μόνη της δεν σημαίνει διπολική διαταραχή


Η ευερεθιστότητα είναι εξαιρετικά συχνό και μη ειδικό σύμπτωμα στα παιδιά και στους εφήβους. Μπορεί να εμφανιστεί στην κατάθλιψη, στο άγχος, στη ΔΕΠ-Υ, σε διαταραχές συμπεριφοράς, σε μετατραυματικές καταστάσεις, στη στέρηση ύπνου και σε πολλές άλλες δυσκολίες. Για αυτό ένας έφηβος που είναι καθημερινά θυμωμένος, ευερέθιστος και έχει συχνές εκρήξεις δεν έχει αυτομάτως διπολική διαταραχή. Χρειάζεται να διερευνηθεί αν υπήρξαν πραγματικά επεισόδια με σαφή μεταβολή της διάθεσης και της ενεργητικότητας, μειωμένη ανάγκη για ύπνο και άλλα χαρακτηριστικά μανίας ή υπομανίας. Ορισμένες κατευθυντήριες οδηγίες είναι ιδιαίτερα αυστηρές ως προς αυτό και τονίζουν ότι η χρόνια ευερεθιστότητα χωρίς διακριτή μανία δεν πρέπει να αρκεί για τη διάγνωση διπολικής διαταραχής στους νέους.

Τι είναι η υπομανία;


Η υπομανία χαρακτηρίζεται από παρόμοια μεταβολή της διάθεσης, της ενεργητικότητας και της δραστηριότητας, αλλά είναι λιγότερο σοβαρή από τη μανία. Ο νέος μπορεί να είναι ασυνήθιστα ενεργητικός, κοινωνικός, ομιλητικός, δημιουργικός ή παραγωγικός και να χρειάζεται πολύ λιγότερο ύπνο, χωρίς να θεωρεί ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Οι άνθρωποι γύρω του όμως μπορεί να παρατηρούν ότι συμπεριφέρεται πολύ διαφορετικά από το συνηθισμένο. Η υπομανία δεν προκαλεί τη σοβαρή λειτουργική αποδιοργάνωση που χαρακτηρίζει τη μανία και δεν συνοδεύεται από ψυχωτικά συμπτώματα. Αν η εικόνα είναι τόσο σοβαρή ώστε να απαιτείται νοσηλεία ή υπάρχουν ψυχωτικά συμπτώματα, πρόκειται για μανία και όχι υπομανία.

Τι συμβαίνει στα καταθλιπτικά επεισόδια;


Πολλοί νέοι με διπολική διαταραχή περνούν επίσης περιόδους κατάθλιψης. Στους εφήβους η κατάθλιψη μπορεί να εκδηλώνεται όχι μόνο με θλίψη αλλά και με έντονη ευερεθιστότητα. Μπορεί να υπάρχουν απώλεια ενδιαφέροντος, χαμηλή ενεργητικότητα, αλλαγές στον ύπνο και στην όρεξη, δυσκολία συγκέντρωσης, αισθήματα αναξιότητας ή απελπισίας και σκέψεις θανάτου ή αυτοκτονίας. Ένα ιδιαίτερο διαγνωστικό πρόβλημα είναι ότι η πρώτη περίοδος κατά την οποία ζητείται βοήθεια μπορεί να είναι ένα καταθλιπτικό επεισόδιο. Αν δεν έχει διερευνηθεί προσεκτικά το προηγούμενο ιστορικό, παλαιότερες περίοδοι υπομανίας ή μανίας μπορεί να μην αναγνωριστούν. Για αυτό στην αξιολόγηση ενός εφήβου με κατάθλιψη έχει σημασία να διερευνάται αν υπήρξαν στο παρελθόν σαφείς περίοδοι ασυνήθιστα αυξημένης διάθεσης ή ενεργητικότητας και μειωμένης ανάγκης για ύπνο.

Μπορούν να υπάρχουν μανιακά και καταθλιπτικά χαρακτηριστικά μαζί;


Ναι. Μερικές φορές ένα επεισόδιο μπορεί να περιλαμβάνει χαρακτηριστικά και των δύο πόλων. Ένας νέος μπορεί, για παράδειγμα, να έχει πολύ αυξημένη ενεργητικότητα, ελάχιστη ανάγκη για ύπνο και γρήγορες σκέψεις, αλλά ταυτόχρονα να αισθάνεται έντονη δυσφορία, απελπισία ή ευερεθιστότητα. Τα επεισόδια με μικτά χαρακτηριστικά μπορούν να είναι ιδιαίτερα δύσκολα και απαιτούν προσεκτική εκτίμηση, μεταξύ άλλων και ως προς την ασφάλεια.

Διπολική διαταραχή τύπου Ι και τύπου ΙΙ


Στη διπολική διαταραχή τύπου Ι υπάρχει τουλάχιστον ένα μανιακό επεισόδιο. Μπορεί να υπάρχουν και καταθλιπτικά επεισόδια, αλλά η παρουσία τους δεν είναι απαραίτητη για να τεθεί η διάγνωση τύπου Ι. Στη διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ υπάρχουν υπομανιακά επεισόδια και επεισόδια μείζονος κατάθλιψης, χωρίς ιστορικό πλήρους μανιακού επεισοδίου. Η ονομασία «τύπου ΙΙ» δεν σημαίνει ότι πρόκειται απλώς για μια «ήπια» μορφή διπολικής διαταραχής. Τα καταθλιπτικά επεισόδια μπορεί να προκαλούν σημαντική λειτουργική επιβάρυνση.

Διπολική διαταραχή και ΔΕΠ-Υ


Η διάκριση από τη ΔΕΠ-Υ αποτελεί μία από τις συχνότερες δυσκολίες στην παιδική και εφηβική ηλικία, καθώς μπορεί να υπάρχουν υπερδραστηριότητα, γρήγορη ομιλία, διάσπαση προσοχής και παρορμητικότητα και στις δύο καταστάσεις. Ένα βασικό στοιχείο είναι η χρονική πορεία. Στη ΔΕΠ-Υ οι δυσκολίες αποτελούν συνήθως ένα σχετικά σταθερό χαρακτηριστικό που υπάρχει από την παιδική ηλικία. Στη διπολική διαταραχή τα μανιακά συμπτώματα εμφανίζονται ως σαφής μεταβολή από το συνηθισμένο επίπεδο λειτουργίας μέσα σε συγκεκριμένο επεισόδιο. Επιπλέον, χαρακτηριστικά όπως η πραγματικά μειωμένη ανάγκη για ύπνο, η ασυνήθιστη μεγαλοϊδεατική αυτοπεποίθηση και μια σαφής επεισοδιακή μεταβολή διάθεσης και ενεργητικότητας κατευθύνουν περισσότερο προς μανιακό επεισόδιο παρά προς απλή ΔΕΠ-Υ. Οι δύο διαταραχές μπορούν επίσης να συνυπάρχουν, επομένως η διάγνωση της μιας δεν αποκλείει αυτομάτως την άλλη.

Χρόνια ευερεθιστότητα και εκρήξεις θυμού


Ορισμένα παιδιά παρουσιάζουν χρόνια ευερεθιστότητα και πολύ έντονες, επαναλαμβανόμενες εκρήξεις θυμού χωρίς να υπάρχουν σαφή επεισόδια μανίας. Αυτή η εικόνα δεν πρέπει να εξισώνεται με διπολική διαταραχή. Υπάρχουν άλλες διαγνωστικές κατηγορίες και διαφορετικές πιθανές αιτίες που χρειάζεται να διερευνηθούν. Αυτό είναι σημαντικό επειδή ο όρος «διπολικός» χρησιμοποιείται μερικές φορές στην καθημερινή γλώσσα για οποιονδήποτε αλλάζει εύκολα διάθεση. Κλινικά, όμως, η διπολική διαταραχή δεν σημαίνει απλώς «πολλές μεταπτώσεις». Χρειάζεται συγκεκριμένο επεισοδιακό πρότυπο.

Διπολική διαταραχή και Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας


Και στις δύο καταστάσεις μπορεί να παρατηρούνται έντονα συναισθήματα, παρορμητικότητα, αυτοτραυματισμός και μεταβολές της διάθεσης. Η χρονική πορεία όμως συχνά διαφέρει. Στην Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας οι μεταβολές του συναισθήματος μπορεί να είναι πολύ γρήγορες και να συνδέονται στενά με διαπροσωπικά γεγονότα, όπως μια απόρριψη ή μια σύγκρουση. Στη διπολική διαταραχή αναζητούνται διακριτά επεισόδια μανίας ή υπομανίας με συνολική μεταβολή της διάθεσης, της ενεργητικότητας, του ύπνου και της δραστηριότητας. Η διαφοροδιάγνωση μπορεί να είναι σύνθετη και απαιτεί προσεκτικό ιστορικό σε βάθος χρόνου.

Μπορεί να υπάρχει ψύχωση;


Σε σοβαρά μανιακά ή καταθλιπτικά επεισόδια μπορεί να εμφανιστούν ψευδαισθήσεις ή παραληρητικές ιδέες. Για παράδειγμα, στη μανία ένας έφηβος μπορεί να πιστεύει ότι έχει εξαιρετικές δυνάμεις ή ιδιαίτερη αποστολή, ενώ στη σοβαρή κατάθλιψη μπορεί να εμφανιστούν έντονες και μη ρεαλιστικές πεποιθήσεις ενοχής ή καταστροφής. Η παρουσία ψυχωτικών συμπτωμάτων δεν σημαίνει αυτομάτως σχιζοφρένεια. Χρειάζεται να εξεταστεί η σχέση τους με τα επεισόδια διάθεσης και η συνολική πορεία της διαταραχής.

Γιατί εμφανίζεται;


Δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία. Η διπολική διαταραχή έχει σημαντική γενετική συνιστώσα και εμφανίζεται συχνότερα σε ανθρώπους που έχουν στενό συγγενή με τη διαταραχή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένα παιδί θα αναπτύξει οπωσδήποτε διπολική διαταραχή επειδή ένας γονέας ή άλλο μέλος της οικογένειας έχει τη διάγνωση. Πολλά γονίδια και άλλοι βιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες φαίνεται να συμμετέχουν στην ευαλωτότητα. Το οικογενειακό ιστορικό επομένως είναι σημαντική πληροφορία για την αξιολόγηση, όχι διαγνωστικό τεστ.

Πώς γίνεται η διάγνωση;


Δεν υπάρχει εξέταση αίματος, μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου ή άλλο μεμονωμένο τεστ που να επιβεβαιώνει τη διπολική διαταραχή. Η διάγνωση βασίζεται στην προσεκτική αξιολόγηση της διάθεσης, της ενεργητικότητας, του ύπνου, της δραστηριότητας και της συμπεριφοράς σε βάθος χρόνου. Χρειάζεται να διερευνηθούν η έναρξη και η διάρκεια των επεισοδίων, το επίπεδο λειτουργίας ανάμεσα στα επεισόδια, η σχολική και κοινωνική πορεία, το οικογενειακό ιστορικό, προηγούμενα καταθλιπτικά επεισόδια, πιθανές ψυχωτικές εμπειρίες, ο αυτοτραυματισμός και ο αυτοκτονικός κίνδυνος, καθώς και άλλες πιθανές ψυχικές ή νευροαναπτυξιακές δυσκολίες. Η διάγνωση στους νέους θεωρείται σύνθετη και μπορεί να απαιτεί παρακολούθηση της πορείας σε βάθος χρόνου. Μερικές φορές είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να καταγράφονται καθημερινά η διάθεση, οι ώρες ύπνου και σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά, ώστε να γίνεται σαφέστερο αν υπάρχει πραγματικό επεισοδιακό πρότυπο.

Χρειάζεται να αποκλειστούν άλλες αιτίες


Συμπτώματα που μοιάζουν με μανία μπορεί να εμφανιστούν σε άλλες ψυχικές διαταραχές, σε σχέση με τη χρήση ουσιών ή ορισμένων φαρμάκων και σε κάποιες ιατρικές καταστάσεις, όπως διαταραχές του θυρεοειδούς. Για τον λόγο αυτό η αξιολόγηση περιλαμβάνει ιατρικό και φαρμακευτικό ιστορικό και, όταν υπάρχει ένδειξη, κατάλληλη σωματική και εργαστηριακή διερεύνηση. Στους εφήβους χρειάζεται επίσης να διερευνάται με σαφή τρόπο η χρήση κάνναβης, διεγερτικών, αλκοόλ και άλλων ουσιών, επειδή μπορούν να προκαλέσουν, να μιμηθούν ή να επιδεινώσουν συμπτώματα διάθεσης.

Πώς αντιμετωπίζεται;


Η θεραπεία συνήθως συνδυάζει φαρμακευτική αγωγή, ψυχοθεραπευτικές και οικογενειακές παρεμβάσεις, ενημέρωση για τη διαταραχή και συστηματική παρακολούθηση. Ο ακριβής σχεδιασμός εξαρτάται από την ηλικία, το είδος του επεισοδίου, τη βαρύτητα, τις συνυπάρχουσες δυσκολίες και την προηγούμενη ανταπόκριση στη θεραπεία. Στην οξεία μανία χρησιμοποιούνται φάρμακα με σταθεροποιητική δράση στη διάθεση και ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά. Υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες και ειδικές ενδείξεις για ορισμένα φάρμακα σε εφήβους, αλλά οι επιλογές διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία και το θεραπευτικό πλαίσιο και απαιτούν εξειδικευμένη παρακολούθηση. Η επιλογή δεν γίνεται απλώς με βάση τη διάγνωση αλλά και με βάση τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, το σωματικό βάρος και τον μεταβολισμό, τον ύπνο, άλλες ιατρικές καταστάσεις και τα υπόλοιπα φάρμακα που λαμβάνει ο νέος.

Τα αντικαταθλιπτικά χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή


Όταν υπάρχει διπολική διαταραχή, η αντιμετώπιση ενός καταθλιπτικού επεισοδίου διαφέρει από την αντιμετώπιση μιας μονοπολικής κατάθλιψης. Αντικαταθλιπτικά μπορεί σε ορισμένους ασθενείς να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν μανιακά συμπτώματα ή αλλαγή προς μανία, και για αυτό η χρήση τους χρειάζεται ειδική αξιολόγηση και κατάλληλη κάλυψη του διπολικού νοσήματος. Για τον ίδιο λόγο, όταν ένας νέος εμφανίσει σαφή συμπτώματα μανίας μετά την έναρξη αντικαταθλιπτικού, χρειάζεται άμεση επανεκτίμηση της διάγνωσης και της θεραπείας.

Η ψυχοθεραπεία έχει σημαντικό ρόλο


Η φαρμακευτική θεραπεία δεν είναι το μοναδικό μέρος της αντιμετώπισης. Ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις μπορούν να βοηθήσουν τον νέο και την οικογένεια να αναγνωρίζουν πρώιμα σημεία υποτροπής, να οργανώνουν τον ύπνο και την καθημερινή ρουτίνα, να διαχειρίζονται το στρες και τις οικογενειακές συγκρούσεις και να βελτιώνουν τη συναισθηματική και κοινωνική λειτουργία. Γνωσιακές-συμπεριφορικές και οικογενειακά εστιασμένες παρεμβάσεις έχουν χρησιμοποιηθεί ως μέρος της θεραπείας των νέων με διπολική διαταραχή. Η ενημέρωση του ίδιου του εφήβου έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία. Όσο μεγαλώνει χρειάζεται να κατανοεί τι είναι η διαταραχή, γιατί η θεραπεία συνεχίζεται ακόμη και όταν αισθάνεται καλά και ποια σημεία μπορεί να προειδοποιούν για ένα νέο επεισόδιο.

Ο ύπνος και η καθημερινή ρουτίνα έχουν ιδιαίτερη σημασία


Οι σημαντικές μεταβολές του ύπνου μπορούν να αποτελούν τόσο σύμπτωμα ενός επεισοδίου όσο και πρώιμο προειδοποιητικό σημείο. Για αυτό μια σχετικά σταθερή ώρα ύπνου και αφύπνισης και η αποφυγή επαναλαμβανόμενων περιόδων μεγάλης στέρησης ύπνου έχουν ιδιαίτερη σημασία στη μακροχρόνια διαχείριση. Για έναν έφηβο που έχει ιστορικό μανίας, το «δεν κοιμήθηκε σχεδόν καθόλου τρία βράδια αλλά φαίνεται όλο και πιο ενεργητικός» έχει διαφορετική σημασία από μια συνηθισμένη περίοδο αϋπνίας και χρειάζεται έγκαιρη επικοινωνία με τη θεραπευτική ομάδα.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;


Οι γονείς μπορούν να βοηθούν παρατηρώντας μεταβολές από τον συνηθισμένο τρόπο λειτουργίας αντί να προσπαθούν να ερμηνεύουν κάθε αλλαγή της διάθεσης ως σύμπτωμα. Ιδιαίτερα χρήσιμο είναι να προσέχουν αν το παιδί αρχίζει ξαφνικά να κοιμάται πολύ λιγότερο χωρίς να κουράζεται, γίνεται ασυνήθιστα δραστήριο και ομιλητικό, εμφανίζει υπερβολική αυτοπεποίθηση ή πολύ απερίσκεπτες συμπεριφορές ή παρουσιάζει σημαντική αλλαγή σε σχέση με τον συνηθισμένο του εαυτό. Η έγκαιρη αναγνώριση μιας τέτοιας μεταβολής μπορεί να επιτρέψει γρηγορότερη θεραπευτική παρέμβαση. Χρήσιμο είναι επίσης οι γονείς να συνεργάζονται με τη θεραπευτική ομάδα, να μην αλλάζουν ή διακόπτουν μόνοι τους τη φαρμακευτική αγωγή και να ενημερώνουν για ανεπιθύμητες ενέργειες ή σημαντικές μεταβολές στη διάθεση και στη συμπεριφορά. Η απότομη διακοπή ορισμένων φαρμάκων μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση ή επανεμφάνιση συμπτωμάτων.

Ο ρόλος του σχολείου


Ένα επεισόδιο μανίας ή κατάθλιψης μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη συγκέντρωση, τη σχολική παρουσία, τις σχέσεις και την επίδοση. Μετά από ένα σοβαρό επεισόδιο μπορεί να χρειάζεται σταδιακή επιστροφή στις απαιτήσεις και κατάλληλη συνεργασία με το σχολείο, χωρίς να κοινοποιούνται περισσότερες προσωπικές πληροφορίες από όσες είναι απαραίτητες. Σε έναν νέο που βρίσκεται σε μακροχρόνια θεραπεία, η σχολική εικόνα μπορεί επίσης να προσφέρει σημαντικές πληροφορίες. Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να είναι ο πρώτος που θα παρατηρήσει ότι ένας συνήθως ήρεμος μαθητής έχει γίνει ξαφνικά εξαιρετικά ομιλητικός, υπερδραστήριος, απερίσκεπτος ή δεν κοιμάται σχεδόν καθόλου.

Πότε χρειάζεται άμεση βοήθεια;


Η μανία μπορεί σε σοβαρές περιπτώσεις να οδηγήσει σε πολύ μειωμένη κρίση, επικίνδυνες συμπεριφορές, σοβαρή διέγερση ή ψύχωση. Η διπολική κατάθλιψη μπορεί επίσης να συνοδεύεται από αυτοτραυματισμό και αυτοκτονικές σκέψεις. Χρειάζεται άμεση αξιολόγηση όταν ο νέος έχει αυτοκτονική πρόθεση ή σχέδιο, έχει προβεί σε σοβαρό αυτοτραυματισμό, παρουσιάζει πολύ επικίνδυνη ή ανεξέλεγκτη συμπεριφορά, δεν κοιμάται για πολλές ημέρες και η διέγερση κλιμακώνεται, έχει παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις που επηρεάζουν τη συμπεριφορά του ή δεν μπορεί να παραμείνει με ασφάλεια στο σπίτι. Σε τέτοιες καταστάσεις η προτεραιότητα είναι η άμεση ασφάλεια και η επείγουσα ψυχιατρική αξιολόγηση.

Η διάγνωση χρειάζεται χρόνο και προσοχή


Στους νέους είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αποφεύγονται δύο αντίθετα λάθη. Το πρώτο είναι να χαρακτηρίζεται ως «διπολικός» κάθε έφηβος που έχει έντονες μεταπτώσεις της διάθεσης, θυμό και παρορμητικότητα. Το δεύτερο είναι να αποκλείεται η πιθανότητα διπολικής διαταραχής επειδή «είναι πολύ μικρός» ή επειδή η πρώτη εικόνα ήταν κατάθλιψη ή ΔΕΠ-Υ. Η σωστή αξιολόγηση βασίζεται στη διαχρονική πορεία: τι συνέβαινε πριν, πότε άρχισε η αλλαγή, πόσο διήρκεσε, πόσο διαφορετικός ήταν ο νέος από τον συνηθισμένο εαυτό του και τι συνέβη όταν το επεισόδιο υποχώρησε. Η διάγνωση στην παιδική και εφηβική ηλικία θεωρείται σύνθετη και χρειάζεται ολοκληρωμένη αξιολόγηση και, αρκετές φορές, παρακολούθηση σε βάθος χρόνου.

Η πορεία μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά με θεραπεία


Η διπολική διαταραχή συνήθως έχει υποτροπιάζουσα πορεία και χρειάζεται μακροχρόνια παρακολούθηση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας έφηβος με τη διάγνωση δεν μπορεί να έχει καλή σχολική, κοινωνική και μελλοντικά επαγγελματική λειτουργία. Με κατάλληλη θεραπεία, συστηματική παρακολούθηση και συνεργασία του νέου, της οικογένειας και των επαγγελματιών, τα συμπτώματα και η καθημερινή λειτουργία μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά. Ο στόχος της θεραπείας δεν είναι απλώς να αντιμετωπιστεί το επόμενο επεισόδιο. Είναι να μειωθεί η πιθανότητα νέων επεισοδίων, να αναγνωρίζονται εγκαίρως τα προειδοποιητικά σημεία και να μπορεί ο νέος να συνεχίζει την αναπτυξιακή του πορεία, τις σχέσεις, το σχολείο και τις δραστηριότητές του με όσο γίνεται μεγαλύτερη σταθερότητα.