Τα παιδιά συναντούν το θέμα της ψυχικής υγείας πολύ πριν οι γονείς αποφασίσουν να το συζητήσουν μαζί τους. Μπορεί να ακούσουν ότι κάποιος έχει κατάθλιψη, ότι ένας συγγενής παίρνει ψυχιατρικά φάρμακα, ότι ένας συμμαθητής έχει κρίσεις πανικού ή ότι κάποιος νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική. Μπορεί επίσης να συναντήσουν λέξεις όπως «ψυχοπαθής», «τρελός» ή «διπολικός» σε αστεία, ταινίες, κοινωνικά δίκτυα και συζητήσεις συνομηλίκων. Αν οι ενήλικες δεν προσφέρουν κατανοητές και αξιόπιστες πληροφορίες, τα παιδιά θα προσπαθήσουν να εξηγήσουν μόνα τους όσα ακούν — και οι εξηγήσεις τους μπορεί να βασίζονται σε φόβο, στερεότυπα ή παραπληροφόρηση. Η συζήτηση για τις ψυχικές διαταραχές δεν χρειάζεται να περιμένει μέχρι να υπάρξει κάποιο πρόβλημα στην οικογένεια. Όπως μιλάμε στα παιδιά για τη σωματική υγεία, μπορούμε σταδιακά να τους εξηγούμε ότι και οι σκέψεις, τα συναισθήματα και η συμπεριφορά μπορεί κάποιες φορές να παρουσιάζουν δυσκολίες που χρειάζονται βοήθεια. Η σωστή ενημέρωση μπορεί να βελτιώσει την κατανόηση των προβλημάτων ψυχικής υγείας και να μειώσει ορισμένες στιγματιστικές στάσεις. Οι νεότερες ανασκοπήσεις δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις ψυχικής υγειονομικής παιδείας βελτιώνουν αρκετά σταθερά τη γνώση των νέων, αν και η επίδρασή τους στη μακροπρόθεσμη μείωση του στίγματος και στην πραγματική αναζήτηση βοήθειας είναι πιο μεταβλητή.
Τι εννοούμε όταν λέμε «ψυχική διαταραχή»;
Όλοι οι άνθρωποι αισθάνονται κατά καιρούς λύπη, φόβο, άγχος, θυμό ή απογοήτευση. Μπορεί επίσης να περάσουν μερικές νύχτες με κακό ύπνο, να δυσκολεύονται προσωρινά να συγκεντρωθούν ή να μη θέλουν για λίγο να κάνουν κάτι που συνήθως τους ευχαριστεί. Αυτές οι εμπειρίες δεν αποτελούν από μόνες τους ψυχική διαταραχή. Μια ψυχική διαταραχή χαρακτηρίζεται γενικά από σημαντικές δυσκολίες στη σκέψη, στη ρύθμιση των συναισθημάτων ή στη συμπεριφορά, που προκαλούν ουσιαστική δυσφορία ή επηρεάζουν σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας. Ανάλογα με τη διαταραχή, σημασία έχουν η ένταση των συμπτωμάτων, η διάρκεια, η ηλικία και το αναπτυξιακό επίπεδο και η επίδρασή τους στο σχολείο, στις σχέσεις, στην οικογενειακή ζωή και στην καθημερινή λειτουργία. Αυτό είναι σημαντικό να το καταλάβει και το παιδί. Το να είσαι πολύ λυπημένος επειδή έχασες έναν αγώνα δεν σημαίνει ότι έχεις κατάθλιψη. Το να αγχώνεσαι πριν από ένα διαγώνισμα δεν σημαίνει ότι έχεις αγχώδη διαταραχή. Το να έχεις μια άσχημη ημέρα και να θυμώσεις δεν σημαίνει ότι «έχεις πρόβλημα ψυχικής υγείας».
Μια απλή αναλογία με τη σωματική υγεία μπορεί να βοηθήσει
Για ένα παιδί μπορεί να είναι χρήσιμη η σύγκριση με τη σωματική υγεία. Οι περισσότεροι άνθρωποι κάποιες φορές αισθάνονται σωματικά άσχημα χωρίς να έχουν σοβαρή ασθένεια. Ένας πονοκέφαλος ή ένα κρυολόγημα μπορεί να περάσει γρήγορα. Άλλες φορές ένα πρόβλημα είναι πιο έντονο ή παρατεταμένο και χρειάζεται ιατρική φροντίδα. Κάτι αντίστοιχο μπορούμε να εξηγήσουμε για την ψυχική υγεία: «Όλοι οι άνθρωποι μπορεί να φοβηθούν, να στενοχωρηθούν ή να αγχωθούν. Μερικές φορές όμως αυτές οι δυσκολίες γίνονται πολύ έντονες, κρατούν αρκετό καιρό ή δυσκολεύουν κάποιον να πηγαίνει σχολείο, να δουλεύει, να κοιμάται ή να είναι μαζί με άλλους ανθρώπους. Τότε μπορεί να χρειάζεται βοήθεια από ειδικούς.» Η αναλογία είναι χρήσιμη εφόσον δεν παρουσιάζουμε τις ψυχικές διαταραχές σαν να λειτουργούν όλες ακριβώς όπως μια λοίμωξη ή μια σωματική νόσος. Οι αιτίες και οι μηχανισμοί τους είναι σύνθετοι και διαφέρουν ανάμεσα στις διαταραχές και στους ανθρώπους.
Οι ψυχικές διαταραχές δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα
Ένα βασικό μήνυμα είναι ότι ένας άνθρωπος δεν εμφανίζει κατάθλιψη επειδή «δεν προσπαθεί αρκετά», ούτε μια αγχώδη διαταραχή επειδή «είναι αδύναμος». Οι ψυχικές διαταραχές είναι πραγματικές καταστάσεις υγείας που προκύπτουν μέσα από σύνθετη αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών, οικογενειακών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Η εξήγηση χρειάζεται όμως να παραμένει απλή για τα παιδιά. Μπορεί να ειπωθεί: «Δεν αρρωσταίνει κάποιος επειδή είναι κακός ή αδύναμος. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορεί να δυσκολευτεί η ψυχική υγεία ενός ανθρώπου και μερικές φορές δεν γνωρίζουμε έναν συγκεκριμένο λόγο.» Αυτό είναι περισσότερο ακριβές από εξηγήσεις που παρουσιάζουν κάθε ψυχική διαταραχή ως αποτέλεσμα μιας μοναδικής αιτίας.
Υπάρχουν διαφορετικές ψυχικές διαταραχές
Ο όρος «ψυχική διαταραχή» περιλαμβάνει πολύ διαφορετικές καταστάσεις. Οι αγχώδεις διαταραχές, η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή, οι ψυχωτικές διαταραχές, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, η διαταραχή μετατραυματικού στρες και οι διατροφικές διαταραχές δεν είναι διαφορετικές εκδοχές του ίδιου προβλήματος. Έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, πορεία και θεραπευτική αντιμετώπιση. Για αυτό η φράση «οι ψυχικά ασθενείς είναι έτσι» είναι εξαρχής προβληματική. Είναι περίπου τόσο ακριβής όσο θα ήταν η φράση «οι άνθρωποι με σωματικές ασθένειες είναι έτσι», σαν ο διαβήτης, η πνευμονία και η ημικρανία να ήταν το ίδιο πράγμα.
Οι ψυχικές διαταραχές μπορούν να αντιμετωπιστούν
Τα παιδιά χρειάζεται να γνωρίζουν ότι η ύπαρξη μιας ψυχικής διαταραχής δεν σημαίνει ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες για πολλές καταστάσεις ψυχικής υγείας. Ανάλογα με το πρόβλημα, την ηλικία και τη σοβαρότητά του, η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία, παρεμβάσεις με γονείς ή οικογένεια, υποστήριξη στο σχολείο, άλλες ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις και, όταν υπάρχει ένδειξη, φαρμακευτική αγωγή. Δεν είναι απαραίτητο να λέμε: «Θα γίνει σίγουρα τελείως καλά.» ιδιαίτερα αν μιλάμε για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο του οποίου την πορεία δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Μπορούμε να πούμε: «Υπάρχουν θεραπείες που μπορούν να βοηθήσουν πολύ. Κάποιοι άνθρωποι γίνονται εντελώς καλά, ενώ άλλοι μπορεί να χρειάζονται βοήθεια για μεγαλύτερο διάστημα.»
Η διάγνωση δεν βασίζεται σε μία συμπεριφορά
Τα παιδιά και ιδιαίτερα οι έφηβοι συναντούν συχνά ψυχιατρικούς όρους στο διαδίκτυο και μπορεί να τους χρησιμοποιούν πολύ εύκολα: «Έχω ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή επειδή θέλω το γραφείο μου τακτοποιημένο.» «Είμαι διπολικός επειδή πριν ήμουν χαρούμενος και τώρα νευρίασα.» «Έχω κατάθλιψη επειδή σήμερα νιώθω χάλια.» Είναι χρήσιμο να εξηγούμε ότι μια ψυχιατρική διάγνωση δεν προκύπτει από ένα συναίσθημα ή μια μεμονωμένη συμπεριφορά. Χρειάζεται να εξετάζεται ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπτωμάτων, η ένταση και η διάρκειά του, η επίδρασή του στη λειτουργικότητα και το αναπτυξιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται. Αυτό βοηθά τόσο στην αποφυγή περιττής αυτοδιάγνωσης όσο και στην αναγνώριση πραγματικών δυσκολιών όταν αυτές επιμένουν.
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι το παιδί να ρωτήσει
Οι γονείς μπορούν να αξιοποιήσουν φυσικές αφορμές: μια ιστορία, μια ταινία, κάτι που συνέβη στο σχολείο ή μια αναφορά στις ειδήσεις. Αν σε μια ταινία ένας χαρακτήρας έχει κρίση πανικού, μπορεί να ειπωθεί: «Ξέρεις τι είναι μια κρίση πανικού;» Αν ένα παιδί χρησιμοποιήσει τη λέξη «τρελός» για κάποιον: «Τι εννοείς όταν λες τρελός;» Αν μάθει ότι ένας γνωστός έχει κατάθλιψη: «Ξέρεις τι σημαίνει κατάθλιψη;» Οι ερωτήσεις αυτές δίνουν πρώτα στους γονείς τη δυνατότητα να διαπιστώσουν τι πιστεύει ήδη το παιδί. Συχνά είναι καλύτερο να ξεκινάμε από τις δικές του γνώσεις και απορίες παρά από μια μεγάλη διάλεξη. Η αρχική καθοδήγηση προτείνει επίσης η συζήτηση να γίνεται με απλό και άμεσο τρόπο, σε κατάλληλο αναπτυξιακό επίπεδο και όταν το παιδί αισθάνεται ασφαλές και άνετα.
Πρώτα ακούμε τι γνωρίζει ήδη
Ένα παιδί μπορεί να έχει ακούσει: «Οι άνθρωποι με σχιζοφρένεια έχουν δύο προσωπικότητες.» «Όποιος παίρνει αντικαταθλιπτικά είναι πολύ άρρωστος.» «Αν πας σε ψυχίατρο σημαίνει ότι είσαι τρελός.» «Η κατάθλιψη είναι απλώς λύπη.» Δεν χρειάζεται ο γονέας να υποθέτει ότι γνωρίζει τι πιστεύει το παιδί. Μια ανοιχτή ερώτηση όπως: «Τι έχεις ακούσει γι' αυτό;» μπορεί να αποκαλύψει πολύ περισσότερα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στους εφήβους, οι οποίοι συχνά έχουν ήδη λάβει μεγάλη ποσότητα πληροφορίας από φίλους και ψηφιακά μέσα πριν συζητήσουν το θέμα με τους γονείς τους. Η αρχική καθοδήγηση σημειώνει ότι οι έφηβοι ανταποκρίνονται καλύτερα σε έναν πραγματικό διάλογο παρά σε μια μονόπλευρη διάλεξη.
Η πρώτη μας αντίδραση καθορίζει αν θα υπάρξει δεύτερη συζήτηση
Αν ένας έφηβος πει: «Νομίζω ότι η φίλη μου αυτοτραυματίζεται.» και ο γονέας αντιδράσει αμέσως: «Τι παρέες είναι αυτές; Δεν θέλω να τη βλέπεις ξανά.» ο έφηβος μαθαίνει κάτι σημαντικό: την επόμενη φορά ίσως είναι ασφαλέστερο να μη μιλήσει. Η σύγχρονη καθοδήγηση προς τους γονείς τονίζει ότι ακόμη και μια έκφραση προσώπου, ένας αναστεναγμός ή μια απότομη αντίδραση μπορεί να επηρεάσει το αν το παιδί θα συνεχίσει να μιλά για δύσκολα συναισθήματα. Συνιστά επίσης στους γονείς να ακούν περισσότερο από όσο μιλούν και να μη σπεύδουν αμέσως να προσφέρουν λύσεις. Μπορεί να είναι περισσότερο βοηθητικό: «Πες μου τι έχεις παρατηρήσει.» και μετά: «Καλά έκανες και μου το είπες. Ας σκεφτούμε ποιος ενήλικας μπορεί να βοηθήσει.»
Πώς μιλάμε στα παιδιά προσχολικής ηλικίας;
Τα μικρά παιδιά χρειάζονται λίγες πληροφορίες και πολύ συγκεκριμένες εξηγήσεις. Παρατηρούν κυρίως αυτό που βλέπουν: έναν άνθρωπο που κλαίει, κάποιον που φωνάζει, κάποιον που μιλά μόνος του ή έναν ενήλικα που συμπεριφέρεται με έναν ασυνήθιστο τρόπο. Ένα τετράχρονο μπορεί να ρωτήσει: «Γιατί αυτή η κυρία κλαίει;» Μια απλή απάντηση μπορεί να είναι: «Είναι πολύ στενοχωρημένη αυτή τη στιγμή. Μερικές φορές οι άνθρωποι μπορεί να έχουν τόσο δύσκολα συναισθήματα που χρειάζονται βοήθεια από άλλους ανθρώπους και από γιατρούς.» Αν πρόκειται για γνωστό πρόσωπο: «Ο θείος έχει μια αρρώστια που επηρεάζει μερικές φορές τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Οι γιατροί τον βοηθούν.» Δεν χρειάζεται ένα μικρό παιδί να ακούσει ολόκληρο το ιστορικό, τη διάγνωση, την πρόγνωση και τη φαρμακευτική αγωγή.
Πώς μιλάμε στα παιδιά σχολικής ηλικίας;
Τα παιδιά σχολικής ηλικίας αρχίζουν να ζητούν περισσότερο συγκεκριμένες εξηγήσεις. Μπορεί να θέλουν να ξέρουν γιατί ένας άνθρωπος συμπεριφέρεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο και συχνά η πραγματική τους ανησυχία αφορά την ασφάλεια. Μπορεί να ρωτήσουν: «Γιατί ο μπαμπάς του φίλου μου μιλά μόνος του;» «Γιατί η θεία παίρνει φάρμακα;» «Μπορεί να το πάθω κι εγώ;» «Είναι επικίνδυνος;» «Θα γίνει καλά;» Σε αυτή την ηλικία είναι σημαντικό να απαντούμε στο πραγματικό ερώτημα, αντί να δίνουμε πολύ περισσότερες πληροφορίες από όσες ζήτησε το παιδί. Η αρχική πηγή προτείνει άμεσες και ειλικρινείς απαντήσεις και ιδιαίτερη προσοχή στους φόβους που μπορεί να έχει το παιδί για τη δική του ασφάλεια ή εκείνη ανθρώπων που αγαπά.
Πώς μιλάμε στους εφήβους;
Οι έφηβοι μπορούν να κατανοήσουν πολύ περισσότερο σύνθετες πληροφορίες. Μπορούν να συζητήσουν για διαγνώσεις, διαφορετικές μορφές θεραπείας, κληρονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, στίγμα και δυσκολίες πρόσβασης στη θεραπεία. Αυτό που συνήθως λειτουργεί λιγότερο είναι μια μονόπλευρη διάλεξη: «Άκουσε λοιπόν να σου εξηγήσω τι είναι η κατάθλιψη.» Περισσότερο βοηθητικό μπορεί να είναι: «Τι πιστεύεις ότι σημαίνει κατάθλιψη;» «Έχεις συζητήσει ποτέ τέτοια θέματα με τους φίλους σου;» «Τι θα έκανες αν ένας φίλος σου σου έλεγε ότι δεν αντέχει άλλο;» Οι έφηβοι χρειάζονται επίσης χώρο να διαφωνήσουν, να ρωτήσουν δύσκολα πράγματα και να αμφισβητήσουν όσα ακούν χωρίς η συζήτηση να μετατρέπεται σε εξέταση γνώσεων.
«Μπορεί να συμβεί και σε εμένα;»
Όταν ένα παιδί μαθαίνει ότι ένας συγγενής έχει ψυχική διαταραχή, αυτή μπορεί να είναι η σημαντικότερη ερώτηση ακόμη κι αν δεν την εκφράζει. Η απάντηση χρειάζεται να είναι αληθινή αλλά όχι τρομακτική. Οι ψυχικές διαταραχές επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες. Σε ορισμένες υπάρχει κληρονομική συμβολή, αλλά τα γονίδια δεν καθορίζουν από μόνα τους αν ένα συγκεκριμένο άτομο θα εμφανίσει μια διαταραχή. Βιολογικοί, ψυχολογικοί, οικογενειακοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάζουν τον κίνδυνο. Μπορεί να ειπωθεί: «Σε ορισμένα προβλήματα το οικογενειακό ιστορικό μπορεί να αυξάνει την πιθανότητα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα συμβεί και σε εσένα. Και αν κάποτε δυσκολευτείς, μπορούμε να το αναγνωρίσουμε και να ζητήσουμε βοήθεια.»
«Οι άνθρωποι με ψυχικές διαταραχές είναι επικίνδυνοι;»
Αυτή η ερώτηση χρειάζεται προσοχή επειδή το στερεότυπο της επικινδυνότητας αποτελεί μία από τις πιο συνηθισμένες μορφές στίγματος γύρω από τις ψυχικές διαταραχές. Η ψυχιατρική διάγνωση από μόνη της δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος είναι επικίνδυνος, και η σύνδεση της ψυχικής νόσου συλλήβδην με τη βία είναι ανακριβής και στιγματιστική. Μπορούμε να πούμε: «Όχι. Το ότι κάποιος έχει ψυχική διαταραχή δεν σημαίνει ότι είναι επικίνδυνος. Υπάρχουν καταστάσεις στις οποίες ένας άνθρωπος μπορεί να είναι πολύ αποδιοργανωμένος ή να χρειάζεται άμεση βοήθεια, αλλά δεν είναι σωστό να φοβόμαστε όλους τους ανθρώπους που έχουν μια ψυχική διαταραχή.» Έτσι αναγνωρίζουμε ότι μπορεί να υπάρχουν πραγματικές καταστάσεις κινδύνου χωρίς να διδάσκουμε στο παιδί έναν γενικευμένο φόβο.
«Γιατί συμπεριφέρεται τόσο παράξενα;»
Αν το παιδί βλέπει έναν άνθρωπο που μιλά σε φωνές που οι άλλοι δεν ακούν, είναι έντονα φοβισμένος ή συμπεριφέρεται με έναν τρόπο που δεν κατανοεί, δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχει κάτι ασυνήθιστο. Μπορούμε να πούμε: «Μερικές ψυχικές διαταραχές μπορούν να κάνουν έναν άνθρωπο να αντιλαμβάνεται ή να πιστεύει πράγματα διαφορετικά από τους ανθρώπους γύρω του. Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να χρειάζεται βοήθεια από ειδικούς.» Για παράδειγμα, σε ψυχωτικές διαταραχές μπορεί να εμφανίζονται ψευδαισθήσεις, παραληρητικές ιδέες ή σημαντική αποδιοργάνωση της σκέψης και της συμπεριφοράς. Υπάρχουν θεραπευτικές επιλογές που μπορούν να βοηθήσουν. Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιούμε τρομακτικές περιγραφές ούτε να μετατρέπουμε τον συγκεκριμένο άνθρωπο σε παράδειγμα «τρέλας».
Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε έχει σημασία
Οι λέξεις «τρελός», «ψυχάκιας», «σχιζοφρενής» ή «διπολικός» χρησιμοποιούνται συχνά ως προσβολές ή ως εύκολες ετικέτες για οποιαδήποτε ασυνήθιστη συμπεριφορά. Αυτό μπορεί να ενισχύει στερεότυπα και κοινωνική απόσταση από ανθρώπους με προβλήματα ψυχικής υγείας. Το στίγμα και η διάκριση παραμένουν σημαντικά προβλήματα και μπορούν να αποτελέσουν εμπόδια στην αναζήτηση και συνέχιση της θεραπείας. Δεν χρειάζεται κάθε φορά να διορθώνουμε το παιδί με αυστηρότητα. Μπορούμε να ρωτήσουμε: «Όταν λες ότι κάποιος είναι τρελός, τι ακριβώς εννοείς;» και να το βοηθήσουμε να βρει ακριβέστερη περιγραφή: «Ήταν πολύ θυμωμένος.» «Συμπεριφερόταν παράξενα.» «Έχει μια ψυχική διαταραχή.» Η ακριβής γλώσσα μειώνει την ανάγκη να χρησιμοποιούνται διαγνώσεις ως χαρακτηρισμοί.
Δεν χρησιμοποιούμε τις διαγνώσεις ως αστεία ή προσβολές
«Είσαι ψυχαναγκαστικός.» «Είσαι τελείως διπολικός σήμερα.» «Αυτός είναι ψυχοπαθής.» Τέτοιες εκφράσεις μπορεί να ακούγονται αθώες, αλλά δημιουργούν την εντύπωση ότι οι ψυχιατρικές διαγνώσεις είναι χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούμε για να γελοιοποιήσουμε ανεπιθύμητες συμπεριφορές. Το στίγμα γύρω από τις ψυχικές διαταραχές συνδέεται με αρνητικά στερεότυπα, κοινωνική απόσταση και δυσκολότερη αναζήτηση βοήθειας. Οι γονείς μπορούν να λειτουργούν ως πρότυπα χρησιμοποιώντας διαγνωστικούς όρους όταν πραγματικά αναφέρονται σε μια διάγνωση και περιγραφική γλώσσα όταν αναφέρονται σε μια συμπεριφορά.
Δεν παρουσιάζουμε κάθε άνθρωπο με ψυχική διαταραχή ως «θύμα»
Η προσπάθεια καταπολέμησης του στίγματος δεν χρειάζεται να οδηγήσει στο άλλο άκρο. Ένας άνθρωπος που έχει κατάθλιψη, διπολική διαταραχή ή σχιζοφρένεια εξακολουθεί να έχει προσωπικότητα, ικανότητες, σχέσεις, ευθύνες και διαφορετικές πλευρές στη ζωή του. Η διάγνωση δεν χρειάζεται να γίνει ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο το παιδί μαθαίνει να τον αντιλαμβάνεται. Μπορεί να ειπωθεί: «Έχει κατάθλιψη.» αντί για: «Είναι ένας καταθλιπτικός άνθρωπος.» Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή, αλλά βοηθά να παρουσιάζεται η κατάσταση ως μία πλευρά της ζωής ενός ανθρώπου και όχι ως ολόκληρη η ταυτότητά του. Οι σύγχρονες προσπάθειες κατά του στίγματος δίνουν έμφαση στον σεβασμό, στην αξιοπρέπεια και στη μείωση των στερεοτύπων γύρω από τις ψυχικές διαταραχές.
Τι λέμε όταν αφορά κάποιον από την οικογένεια;
Όταν η ψυχική διαταραχή αφορά γονέα, αδελφό ή άλλο πολύ κοντινό πρόσωπο, η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη συναισθηματική σημασία. Ένα παιδί μπορεί να έχει δει τον γονέα να κλαίει, να μη σηκώνεται από το κρεβάτι, να συμπεριφέρεται ασυνήθιστα ή να χρειάζεται νοσηλεία. Σε αυτές τις περιπτώσεις η πλήρης σιωπή μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη ανασφάλεια. Μια απλή εξήγηση μπορεί να είναι: «Η μαμά έχει μια ασθένεια που λέγεται κατάθλιψη. Αυτό την κάνει αυτή την περίοδο πολύ κουρασμένη και στενοχωρημένη. Δεν συμβαίνει επειδή έκανες κάτι εσύ. Τη βοηθούν οι γιατροί και οι άλλοι ενήλικες.» Το παιδί χρειάζεται ιδιαίτερα να γνωρίζει ότι δεν προκάλεσε την κατάσταση και ότι δεν είναι δική του ευθύνη να θεραπεύσει τον γονέα.
Δεν φορτώνουμε το παιδί με πληροφορίες ενηλίκων
Η ειλικρίνεια δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκαλύπτουμε κάθε λεπτομέρεια. Ένα μικρό παιδί δεν χρειάζεται να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες μιας απόπειρας αυτοκτονίας, ενός τραυματικού ιστορικού ή μιας οικογενειακής σύγκρουσης για να καταλάβει ότι ο γονέας είναι άρρωστος και λαμβάνει θεραπεία. Η σωστή ποσότητα πληροφορίας εξαρτάται από την ηλικία, το αναπτυξιακό επίπεδο, το τι έχει ήδη δει ή ακούσει το παιδί και το πόσο άμεσα το αφορά η κατάσταση. Η αρχική καθοδήγηση προτείνει να παρακολουθούμε την αντίδραση του παιδιού και να επιβραδύνουμε ή να επιστρέφουμε σε απλούστερη εξήγηση όταν φαίνεται μπερδεμένο ή αναστατωμένο.
Μπορούμε να πούμε «δεν ξέρω»
Τα παιδιά μπορεί να κάνουν ερωτήσεις στις οποίες οι γονείς πραγματικά δεν γνωρίζουν την απάντηση: «Γιατί ακριβώς έπαθε κατάθλιψη;» «Θα ξαναγίνει ποτέ μανιακός;» «Για πόσο θα παίρνει φάρμακα;» «Θα το πάθω κι εγώ όταν μεγαλώσω;» Δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε μια απάντηση για να φαινόμαστε καθησυχαστικοί. Μπορούμε να πούμε: «Δεν το ξέρω ακριβώς.» ή: «Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα τι θα συμβεί, αλλά γνωρίζουμε ότι υπάρχει θεραπεία και άνθρωποι που τον παρακολουθούν.» Η ειλικρινής αβεβαιότητα είναι συχνά περισσότερο ασφαλής από μια διαβεβαίωση που αργότερα αποδεικνύεται λανθασμένη.
Οι πληροφορίες πρέπει να διορθώνουν το στίγμα χωρίς να εξωραΐζουν τη δυσκολία
Δεν βοηθά να πούμε σε ένα παιδί: «Η ψυχική νόσος δεν είναι τίποτα.» Μπορεί να είναι κάτι πολύ σοβαρό. Ορισμένες διαταραχές προκαλούν σημαντική δυσφορία και λειτουργική επιβάρυνση και μπορεί να απαιτούν μακρόχρονη θεραπεία. Το αντίθετο άκρο επίσης δεν βοηθά: «Αν κάποιος πάθει κάτι τέτοιο, δεν γίνεται ποτέ καλά.» Η περισσότερο ακριβής θέση είναι ότι οι ψυχικές διαταραχές ποικίλλουν σημαντικά ως προς τη βαρύτητα και την πορεία και ότι για πολλές υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές.
Οι ιστορίες των μέσων χρειάζονται συζήτηση
Οι ειδήσεις, οι ταινίες και οι σειρές συχνά παρουσιάζουν ψυχικές διαταραχές σε δραματικές ή ακραίες καταστάσεις. Τα κοινωνικά δίκτυα προσθέτουν μια δεύτερη πηγή προβλήματος: απλουστευμένες λίστες συμπτωμάτων, αυτοδιαγνώσεις και περιεχόμενο που παρουσιάζει σύνθετες διαταραχές μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Δεν χρειάζεται οι γονείς να απορρίπτουν αυτομάτως ό,τι βλέπει ο έφηβος. Μπορούν να χρησιμοποιήσουν το περιεχόμενο ως αφορμή: «Αυτό που λέει εδώ σου φαίνεται σωστό;» «Από πού προέρχεται αυτή η πληροφορία;» «Αρκούν αυτά τα τρία συμπτώματα για να πούμε ότι κάποιος έχει τη συγκεκριμένη διαταραχή;» Η βελτίωση του εγγραμματισμού για θέματα ψυχικής υγείας περιλαμβάνει όχι μόνο γνώση ορισμών αλλά και καλύτερη αναγνώριση συμπτωμάτων, κατανόηση της θεραπείας και ικανότητα να αναζητά κανείς αξιόπιστες πληροφορίες και κατάλληλη βοήθεια.
Η ενημέρωση μπορεί να μειώσει το στίγμα, αλλά χρειάζεται κάτι περισσότερο από πληροφορίες
Το να μάθει ένας έφηβος ότι η κατάθλιψη είναι διαταραχή δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα πάψει να αποφεύγει έναν συνομήλικο που έχει ψυχιατρική διάγνωση. Έρευνες σε σχολεία έχουν δείξει ότι οργανωμένες παρεμβάσεις μπορούν να βελτιώνουν τη γνώση και ορισμένες στάσεις απέναντι στις ψυχικές διαταραχές, ενώ η νεότερη συστηματική ανασκόπηση δείχνει ότι η βελτίωση της γνώσης είναι το πιο σταθερό αποτέλεσμα και ότι η αλλαγή του στίγματος και της πραγματικής αναζήτησης βοήθειας είναι λιγότερο συνεπής. Για αυτό οι γονείς διδάσκουν και με τη συμπεριφορά τους. Αν μιλούν με σεβασμό για έναν συγγενή που έχει ψυχική διαταραχή, αντιμετωπίζουν την ψυχιατρική θεραπεία ως φυσιολογική μορφή υγειονομικής φροντίδας και δεν χρησιμοποιούν διαγνώσεις ως προσβολές, το παιδί λαμβάνει διαφορετικό μήνυμα από μια απλή διάλεξη περί αποδοχής.
Τι κάνουμε όταν το παιδί αναγνωρίζει κάτι στον εαυτό του;
Μια συζήτηση για την ψυχική υγεία μπορεί να οδηγήσει το παιδί να πει: «Κι εγώ αισθάνομαι έτσι.» Αυτό δεν χρειάζεται ούτε πανικό ούτε άμεση διάγνωση. Μπορούμε να ρωτήσουμε: «Πόσο καιρό αισθάνεσαι έτσι;» «Πόσο συχνά συμβαίνει;» «Σε δυσκολεύει στο σχολείο, στον ύπνο ή με τους φίλους σου;» «Υπάρχει κάτι που σε ανησυχεί περισσότερο;» Οι σημαντικές και επίμονες μεταβολές στη διάθεση, στον ύπνο, στην όρεξη, στη σχολική ή κοινωνική λειτουργία, στην αυτοφροντίδα ή στη συμπεριφορά μπορεί να χρειάζονται επαγγελματική αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν εμφανίζονται μαζί ή προκαλούν σημαντική λειτουργική επιβάρυνση.
Δεν κάνουμε διάγνωση στο παιδί μέσα από μια οικογενειακή συζήτηση
Αν ένας έφηβος λέει: «Νομίζω ότι έχω κατάθλιψη.» δεν χρειάζεται ούτε: «Αποκλείεται, δεν έχεις τίποτα.» ούτε: «Ναι, σίγουρα έχεις κατάθλιψη.» Περισσότερο κατάλληλο είναι: «Θέλω να καταλάβω τι σε κάνει να το σκέφτεσαι. Πες μου τι συμβαίνει και αν χρειάζεται μπορούμε να μιλήσουμε με κάποιον που ξέρει να το αξιολογήσει σωστά.» Με αυτόν τον τρόπο ο γονέας παίρνει στα σοβαρά το παιδί χωρίς να επιβεβαιώνει ή να απορρίπτει μια διάγνωση που δεν έχει αξιολογηθεί. Η έγκαιρη αναγνώριση σημαντικών συμπτωμάτων και η κατάλληλη επαγγελματική αξιολόγηση μπορούν να διευκολύνουν την έγκαιρη αντιμετώπιση.
Όταν η συζήτηση αφορά αυτοτραυματισμό ή αυτοκτονία
Αν μέσα στη συζήτηση το παιδί αναφέρει ότι θέλει να πεθάνει, ότι σκέφτεται να αυτοτραυματιστεί ή ότι έχει ήδη κάνει κάτι για να βλάψει τον εαυτό του, η προτεραιότητα αλλάζει. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για ενημερωτική συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία. Η αναφορά αυτοκτονικών σκέψεων ή πρόθεσης χρειάζεται να λαμβάνεται σοβαρά και να οδηγεί σε άμεση αξιολόγηση της ασφάλειας από κατάλληλο επαγγελματία. Ο γονέας χρειάζεται να ακούσει χωρίς θυμό ή τιμωρητική αντίδραση και να κινηθεί προς την εξασφάλιση κατάλληλης βοήθειας.
Τι δεν βοηθά στη συζήτηση;
Οι γονείς χρειάζεται κυρίως να αποφεύγουν ορισμένα επαναλαμβανόμενα λάθη:
- να χρησιμοποιούν ψυχιατρικές διαγνώσεις ως προσβολές ή αστεία,
- να παρουσιάζουν κάθε δυσάρεστο συναίσθημα ως ψυχική διαταραχή,
- να συνδέουν αυτομάτως την ψυχική νόσο με επικινδυνότητα,
- να λένε ότι ένας άνθρωπος «θα μπορούσε να το ξεπεράσει αν προσπαθούσε»,
- να τρομάζουν το παιδί με λεπτομέρειες που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία του,
- να παρουσιάζουν την ψυχιατρική θεραπεία ως ντροπή ή αποτυχία,
- να απορρίπτουν τις ερωτήσεις του παιδιού επειδή «είναι πολύ μικρό για να καταλάβει»,
- να δίνουν βεβαιότητες για την πορεία ενός συγκεκριμένου ανθρώπου όταν αυτές δεν υπάρχουν,
- να μετατρέπουν τη συζήτηση με έναν έφηβο σε μονόλογο ή μάθημα,
- να αγνοούν μια αποκάλυψη επειδή πιστεύουν ότι το παιδί «απλώς επηρεάστηκε από το ίντερνετ».
Η κατάλληλη ενημέρωση χρειάζεται να είναι απλή, ειλικρινής, προσαρμοσμένη στην ανάπτυξη του παιδιού και αρκετά ευέλικτη ώστε η συζήτηση να σταματήσει ή να αλλάξει όταν το παιδί φαίνεται συγχυσμένο ή αναστατωμένο.
Η συζήτηση δεν γίνεται μόνο μία φορά
Ένα εξάχρονο, ένα δεκάχρονο και ένας δεκαεξάχρονος μπορούν να ακούσουν για την ίδια διαταραχή και να καταλάβουν τελείως διαφορετικά πράγματα. Για αυτό δεν χρειάζεται οι γονείς να προσπαθήσουν να εξηγήσουν «τα πάντα» σε μία συζήτηση. Το ίδιο θέμα μπορεί να επανέρχεται καθώς μεγαλώνει το παιδί, αλλάζουν οι γνωστικές του δυνατότητες και προκύπτουν νέες εμπειρίες. Η πιο χρήσιμη στάση είναι: «Μπορείς πάντα να με ρωτήσεις γι' αυτό.» Με αυτόν τον τρόπο το παιδί γνωρίζει ότι το θέμα της ψυχικής υγείας δεν αποτελεί οικογενειακό ταμπού.
Το σημαντικότερο είναι να μπορεί το παιδί να ζητήσει βοήθεια
Η γνώση γύρω από τις ψυχικές διαταραχές έχει αξία όχι μόνο για να γνωρίζει ένας νέος τι σημαίνει «κατάθλιψη» ή «κρίση πανικού», αλλά και για να αναγνωρίζει πότε μια δυσκολία χρειάζεται βοήθεια και πού μπορεί να απευθυνθεί. Παρά την αυξανόμενη ενημέρωση, το στίγμα, η δυσκολία αναγνώρισης των συμπτωμάτων και η περιορισμένη εμπιστοσύνη στην αναζήτηση βοήθειας εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδια για τους νέους. Η πρόσφατη βιβλιογραφία επισημαίνει ότι η αύξηση της γνώσης είναι αναγκαία αλλά από μόνη της δεν εγγυάται ότι ένας νέος θα ζητήσει έγκαιρα βοήθεια. Για αυτό έχει σημασία το παιδί να γνωρίζει συγκεκριμένα ότι μπορεί να απευθυνθεί στους γονείς, σε άλλον έμπιστο ενήλικα και, όταν χρειάζεται, σε επαγγελματία υγείας.
Το βασικό μήνυμα προς το παιδί
Μια συζήτηση για τις ψυχικές διαταραχές μπορεί τελικά να συνοψιστεί σε μερικές απλές ιδέες: Οι άνθρωποι έχουν ψυχική υγεία όπως έχουν και σωματική υγεία. Όλοι αισθανόμαστε δύσκολα συναισθήματα, αλλά μερικές φορές οι δυσκολίες γίνονται τόσο έντονες ή παρατεταμένες ώστε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια. Υπάρχουν διαφορετικές ψυχικές διαταραχές και δεν είναι όλες ίδιες. Δεν εμφανίζονται επειδή κάποιος είναι κακός ή αδύναμος. Υπάρχουν θεραπείες που μπορούν να βοηθήσουν. Και ένας άνθρωπος που έχει ψυχική διαταραχή εξακολουθεί να είναι ένας ολόκληρος άνθρωπος και όχι απλώς η διάγνωσή του. Το σημαντικότερο που μπορεί να μεταδώσει ένας γονέας είναι ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας μπορούν να συζητηθούν χωρίς ντροπή και ότι η αναζήτηση βοήθειας είναι μια φυσιολογική και υπεύθυνη αντίδραση όταν κάποιος δυσκολεύεται.


