Τα εκπαιδευτικά συστήματα κατά καιρούς ρυθμίζονται είτε για να διορθωθούν κάποιες ατέλειες της προηγούμενης ρύθμισης, είτε για να ανταποκριθούν σε νέες ανάγκες των καιρών. Οι ρυθμίσεις αυτές ονομάζονται συνήθως "εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις"...Οι νέες τεχνολογίες μπορούν να προσφέρουν κάποιες δυνατότητες οι οποίες δε θα υπήρχαν χωρίς αυτές ή/ και θα κόστιζαν πολύ ακριβά...Το ερώτημα είναι μήπως η τεχνολογία φέρνει μαζί της το σπόρο μίας μεγάλης μεταρρύθμισης και όχι μίας μικρής ρύθμισης όπως αυτές που έγιναν κατά καιρούς...Η προσεχής μεταρρύθμιση φαίνεται ότι θα έχει πολλούς στόχους...Επομένως, το μελλοντικό σχολείο πρέπει να μεταπλασθεί σε "εργαστήριο γνώσης" όπου ο μαθητής παύει να είναι απλός θεατής και γίνεται "πρώιμος μέτοχος"...Τα παιδιά είναι περισσότερο έτοιμα από όλους μας για μία παρόμοια εναρκτήρια φάση της μεταρρύθμισης. Είναι απαραίτητη για να προχωρήσουν μπροστά οι ιδιαίτερα ταλαντούχοι μαθητές μας, αλλά θα επωφεληθούν σημαντικά και οι υπόλοιποι μαθητές για να γίνουν και αυτοί περισσότερο ταλαντούχοι...Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο σε νέες προσεγγίσεις της διδασκαλίας των μαθηματικών...Οι συγγραφείς του είναι όλοι άνθρωποι με μεγάλη εξειδίκευση και εμπειρία στα εκπαιδευτικά θέματα. Εντυπωσιάστηκα διαβάζοντας τις συνεισφορές τους λίγο πριν πάνε στο τυπογραφείο...
Τα φυτά ήταν εκεί. προϋπήρχαν. Φυτά μακρόβια. αείφυλλα. βαθύρριζα. ανθεκτικά. εύοσμα. λευκανθή. συμβόλιζαν αλληγορικά τα ιδεώδη. Φυτά που άγγιζαν. στόλιζαν. ζύμωναν την καθημερινότητα στην ιερή Aλτη. Φυτά με αναγεννητικές δυνάμεις. Η ισχυρή δρυς. Η λεύκα της θυσίας. Η λυγαριά της αγνότητας. Η μεθυστική άμπελος. Ο συναπτόμενος κισσός. Η ερωτική μυρτιά. Ο δοξασμένος φοίνικας. Η μαντική δάφνη. Η ιερή ελιά... Διαβάζοντας τα Συμβολικά φυτά των Ολυμπιακών Αγώνων θα ανακαλύψετε όσα σχετικά είχε γράψει ο Θεόφραστος πριν από είκοσι τέσσερις αιώνες -αι παραδεδομέναι φήμαι παρά των μυθολόγων· ελάαν μεν γαρ λέγουσι την Αθήνησι. φοίνικα δε τον εν Δήλω. κότινον δε τον εν Ολυμπία. αφ ου ο στέφανος- και θα μάθετε πολλά για τη χρήση. το μύθο. την ονομασία. τη φυσική ιστορία. Τέλος. θα απολαύσετε το εικονογραφικό υλικό με τα φυτά της Ελλάδας. όπως αποτυπώθηκαν τον 18ο αιώνα από έναν μεγάλο ζωγράφο. Στην αρχαία Ολυμπία ό.τι απέμεινε απλώνεται. διαχέεται κι έρχεται από την όχθη της αθανασίας να αγγίξει το παρόν και το μέλλον. Τα φυτά εξακολουθούν ν αναπτύσσονται εκεί. ως αναπόσπαστο μέρος του ξακουστού τοπίου.
Από την εφημερίδα του ΕΚΠΑ, Το Καποδιστριακό, 1/2/2005: Με την ευκαιρία της τέλεσης των Oλυμπιακών Αγώνων στην πατρίδα μας, πολλά ήταν τα βιβλία που κυκλοφορήθηκαν με θεματολόγιο αντλημένο από την ιστορία τους. Ένα από αυτά τα μελετήματα είναι και το εκδοθέν από την «Εστία» βιβλίο της επίκ. καθηγήτριας του Τμήματος Βιολογίας Σοφίας Ριζοπούλου που εκπόνησε σε συνεργασία με τη φοιτήτριά της Αννέτα Ρίζου, σχετικά με τα Συμβολικά φυτά των Oλυμπιακών Αγώνων. Ξεκινώντας τη μελέτη τους από ορισμένα εδάφια του Θεόφραστου που αναφέρονται σε συμβολικά φυτά και αντλώντας πλούσιο εικονογραφικό υλικό από το μνημειώδες έργο «Flora Graeca» του J. Sibthorp (1758-1796) και τα περιλαμβανόμενα σε αυτό σχέδια του F. L. Bauer (1760-1826), δημιούργησαν έναν κομψό και καλαίσθητο τόμο, πλούσια διακοσμημένο με ενδιαφέρουσες εικόνες. Στον πρόλογο του τόμου τονίζεται ότι «Με το εικονογραφικό υλικό, ως μέσο έκφρασης, το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, αφορά 25 φυτικά είδη που χρησιμοποιήθηκαν κατά τους αρχαίους Oλυμπιακούς Αγώνες. Η αναφορά μας έχει σχέση με τη χρήση, τον μύθο, την ονομασία, και τη φυσική και την ιστορία. Τα φυτά άγγιζαν, στόλιζαν και ζύμωναν την καθημερινότητα στην ιερή Άλτη».
Η διπλωματική εργασία μεταπτυχιακής ειδίκευσης, η οποία εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ με το βαθμό «΄Αριστα» το Δεκέμβριο του 1992. Τα δύο πρωτότυπα σημεία στη μελέτη αυτή είναι ο ηθικός σχολιασμός των αντισυλληπτικών μεθόδων και τεχνικών μέσων (β΄κεφάλαιο) και η τυποποίηση των απαντήσεων των ποιμένων για την αντιμετώπιση των θεμάτων της τεκνογονίας και της αντισύλληψης στον ορθόδοξο γάμο (γ΄κεφάλαιο).
Στην εισαγωγή της εργασίας επισημαίνεται η σπουδαιότητα του θέματος και παρατίθεται η σχετική με αυτό προβληματική.
Το πρώτο κεφάλαιο έχει τίτλο «H τεκνογονία ως σκοπός του γάμου στην ορθόδοξη παράδοση» και διαιρείται σε δύο υποενότητες. H πρώτη, η οποία επιγράφεται «Ο Γάμος και οι σκοποί του» αποτελείται από δύο παραγράφους. Στην πρώτη ορίζεται ο χριστιανικός γάμος με βάση τη βιβλική και πατερική παράδοση, ενώ στη δεύτερη παράγραφο επιχειρείται προσπάθεια προσδιορισμού των σκοπών του. Στη δεύτερη ενότητα του ίδιου κεφαλαίου διερευνάται το πρόβλημα της τεκνογονίας όπως αυτό αντιμετωπίζεται στην ορθόδοξη θεολογία.
Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται στην «Aντισύλληψη και τον Οικογενειακό προγραμματισμό». Περιγράφονται τα μέσα και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για αντισύλληψη. Επισημαίνεται ότι και οι φυσικές μέθοδοι απαιτούν τεχνική για την αποτελεσματική εφαρμογή τους και επομένως το ηθικό δίλημμα για την χρήση μιας φυσικής ή τεχνικής μεθόδου είναι πλασματικό. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση εκείνο που κυρίως κρίνεται είναι η πρόθεση για φυγοτεκνία και όχι το χρησιμοποιούμενο μέσο. Όπως εξάλλου σημειώνεται, η γνώση των μέσων και των μεθόδων κρίνεται απαραίτητη, όχι μόνο για τους πιστούς αλλά και για τους πoιμένες, καθόσον ορισμένα από αυτά δεν δρουν μόνο αντισυλληπτικά, αλλά και εκτρωτικά.
Το τρίτο κεφάλαιo επιγράφεται «H τεκνoγoνία στη σύγχρονη πoιμαντική πράξη» και αποτελεί το σημαντικότερο τμήμα της μελέτης, καθώς συνιστά καρπό ερευνητικής προσπάθειας. Η τέταρτη παράγραφος είναι η πλέον ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη της μελέτης, καθώς ασχολείται με την τυπολογία της σύγχρονης ποιμαντικής στο θέμα αυτό, όπως προκύπτει από τις απαντήσεις των ερωτηθέντων πνευματικών.
Τα ερωτήματα που τέθηκαν στους πνευματικούς ήταν τα εξής: α) Ποιος ο σκοπός του ορθόδοξου γάμου και ποιος της συζυγικής συνουσίας; β) Ο σύγχρονος χριστιανός έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει τη γονιμότητα και να προγραμματίζει την οικογένεια; γ) Ποια είναι η θέση σας για την αντισύλληψη ως πράξη ρυθμίσεως των γεννήσεων και ποια για τα αντισυλληπτικά μέσα; δ) Ποια είναι η γνώμη σας για τη μέθοδο των γόνιμων και άγονων ημερών; ε) Ποια είναι η σχέση της χρήσης αντισυλληπτικών μέσων και της συμμετοχής στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας; στ) Ποια είναι η γνώμη σας για τη συζυγική συνουσία κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης; στ) Ποια είναι η γνώμη σας για την εγκύκλιο του 1937;
Οι ποιμαντικοί τύποι αναφέρονται στα προβλήματα της τεκνογονίας, του ελέγχου των γεννήσεων, της αντισύλληψης, της ρυθμίσεως της ανθρώπινης γονιμότητας και του προγραμματισμού της οικογένειας. 'Ετσι διακρίνονται δύο κυρίως γραμμές: α) H παραδοσιακή (που εκφράζεται με δύο τύπους: τον αυστηρό και τον επιεική) και β) η νεωτερίζουσα. Ανάλογες με τους τύπους που αναφέρθηκαν είναι και οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Οι χαρακτηρισμοί αποτελούν προσωπικές εκτιμήσεις και επιλογές του γράφοντος.
Η εργασία κατακλείεται με τον επίλογο, όπου παρουσιάζονται τα πορίσματα. Τέλος, στο παράρτημα παρατίθενται τρία κείμενα, που συνδέονται άμεσα με το υπό πραγμάτευση θέμα, δηλαδή: 1) Η περί του ζητήματος της τεκνογονίας εγκύκλιος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του 1937, 2) «Το διάγγελμα της Iεραρχίας της Εκκλησίας της Eλλάδoς προς τον λαόν περί τεκνογονίας (9.10.1978)», 3) Ο Νόμος υπ' αρ. 1036/1980 για τον οικογενειακό προγραμματισμό και για άλλες διατάξεις καθώς και τα στατιστικά στοιχεία με τις θέσεις των εγγάμων και αγάμων πνευματικών, που συμμετείχαν στην έρευνα.
Σε επικείμενη έκδοση θα συμπεριληφθούν οι διορθώσεις των λαθών, τα οποία επισημάνθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και θα προστεθεί η βιβλιογραφική ενημέρωσή της.
ISBN 960- 7814-23-1. Κωδικός Βιβλίου στον Εύδοξο: 24999
Η μελέτη ξεκινά από τη διαπίστωση ότι η κοινωνική ασφάλιση στην Ευρωπαϊκή Ένωση υφίσταται ασφυκτική πίεση από δύο πλευρές. Από τη μια μεριά από το σαρωτικό ρεύμα της εισαγωγής του ανταγωνισμού και των μηχανισμών της αγοράς και από την άλλη από το λιγότερο εμφανές, θα έλεγε κανείς υπόγειο, ρεύμα της εισαγωγής ή επεκτάσεως κανόνων κοινωνικής πρόνοιας. Τίθεται το ερώτημα μήπως στην έσχατη λογική κατάληξη αυτών των μεταρρυθμίσεων η κοινωνική ασφάλιση στην Ελλάδα καθίσταται κενή περιεχομένου. Το ερώτημα αυτό μπορεί να απαντηθεί, μόνο αν εξετασθεί ποιες διατάξεις αναδεικνύουν την εισαγωγή των κανόνων της αγοράς και του ανταγωνισμού στην κοινωνική ασφάλιση και ποιες διατάξεις την εισαγωγή ή επέκταση των κανόνων της κοινωνικής πρόνοιας. Εάν η εισαγωγή αυτών των διατάξεων θίγει τον πυρήνα του θεσμού της κοινωνικής ασφαλίσεως, θα πρόκειται για πραγματική αποδυνάμωση του θεσμού, ενώ στην αντίθετη περίπτωση για φαινομενική. Η μελέτη θεωρεί ότι ο πυρήνας του θεσμού της κοινωνικής ασφαλίσεως περιλαμβάνει τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως, δηλαδή τα καθεστώτα που στηρίζονται στον νόμο και ως αποτέλεσμα της προελεύσεώς τους χαρακτηρίζονται από το γενικό και αφηρημένο των ρυθμίσεων, την υποχρεωτικότητα, την καθολικότητα και τη διευρυμένη κοινωνική αλληλεγγύη, η οποία συνεπάγεται τη δυνατότητα εφαρμογής του διανεμητικού συστήματος για την κάλυψη των δαπανών. Δεν αποκλείεται να περιλαμβάνει και συμβατικής προελεύσεως καθεστώτα, εφόσον συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά των νομοθετικών καθεστώτων. Ο πυρήνας του θεσμού περιλαμβάνει επίσης τους ασφαλιστικούς κινδύνους που ανάγονται στον σκοπό της κοινωνικής ασφαλίσεως, ενώ δεν περιλαμβάνει την οργάνωση και λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος και των επι μέρους οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως.
Στο πρώτο μέρος εξετάζεται η αποδυνάμωση της κοινωνικής ασφαλίσεως από την εισαγωγή κανόνων ιδιωτικού δικαίου και μηχανισμών της αγοράς και υποστηρίζεται ότι είναι φαινομενική. Η επαγγελματική ασφάλιση αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση εισαγωγής κανόνων του ιδιωτικού δικαίου στην κοινωνική ασφάλιση. Εξετάζονται τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφαλίσεως (Τ.Ε.Α.) του ν. 3029/02 και διαπιστώνεται ότι η οργάνωση και λειτουργία τους συνδυάζει στοιχεία από τα αλληλοβοηθητικά σωματεία που λειτουργούν από ετών στην κοινωνική ασφάλιση, και από τις ανώνυμες εταιρείες και τους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς, που λειτουργούν στην ιδιωτική ασφάλιση. Ωστόσο ο Έλληνας νομοθέτης έχει ενισχύσει τα κοινωνικά στοιχεία κατά τέτοιον τρόπο, ώστε, όταν χρηματοδοτούνται και από τον εργοδότη, εμπίπτουν στην έννοια του φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 2084/92. Ειδικότερα, τα Τ.Ε.Α. έχουν μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα, ιδρύονται και λειτουργούν με βάση τις πρωτοβουλίες και συμφωνίες των κοινωνικών εταίρων, εποπτεύονται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, υπάγονται στον έλεγχο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση, δεν είναι επιλεκτικά κατά την υπαγωγή των ασφαλισμένων, προστατεύουν το δικαίωμα προσδοκίας των ασφαλισμένων και δικαιούχων παροχών κατά τη διάλυσή τους και επιτελούν, έστω και περιορισμένα, αναδιανεμητική λειτουργία. Η μελέτη υποστηρίζει ότι τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά των Τ.Ε.Α. ταυτίζονται με τα χαρακτηριστικά των συνεταιρισμών του άρθρου 12 παρ. 5 του Συντάγματος. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα η προστασία των Τ.Ε.Α. όσον αφορά τη νομική μορφή και την οργάνωσή τους να έχει έρεισμα στο άρθρο 12 παρ. 5 του Συντάγματος και όχι στο άρθρο 22 παρ. 5. Η νομοθετική αυτή επιλογή διακρίνει τα ελληνικά καθεστώτα επαγγελματικής ασφαλίσεως από τα αντίστοιχα των άλλων κρατών μελών της Ε.Ε., όπου οι αντίστοιχοι οργανισμοί έχουν τη μορφή σωματείων ή ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Στη συνέχεια η μελέτη εξετάζει την εισαγωγή μηχανισμών ανάλογων με τους μηχανισμούς της αγοράς για την αξιοποίηση της περιουσίας των νομοθετικών οργανισμών και τις ενοποιήσεις των ασφαλιστικών οργανισμών. Σήμερα, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως έχουν δικαίωμα να αξιοποιούν την περιουσία τους. Παρατηρείται μικρή διαβάθμιση όσον αφορά την έκταση και ελευθερία διαχειρίσεως των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, των Τ.Ε.Α. και των ιδιωτικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, κατά τη μελέτη, η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από τη διαφορετική νομική φύση και το δημόσιο συμφέρον που συνίσταται στον ρόλο των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών στο σύστημα κοινωνικής προστασίας.
Όσον αφορά τις ενοποιήσεις, ο ανταγωνισμός είναι ιδιότυπος. Αναφέρεται στη σύγκριση με τα ελάχιστα όρια του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.) και του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.) και οδηγεί σε ενοποιήσεις των ασφαλιστικών οργανισμών στην περίπτωση που οι παροχές τους δεν κρίνονται ισοδύναμες. Επίσης, αναφέρεται σε ενοποιήσεις που επιβάλλονται για οργανωτικούς λόγους, δηλαδή για να μειωθούν οι δαπάνες διοικήσεως και να απλουστευθεί το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων. Συνεπώς, το κριτήριο για την ενοποίηση είναι η αποδοτική ή μη λειτουργία όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρέχονται και όσον αφορά το κόστος λειτουργίας. Ενοποιήσεις εταιρειών προβλέπονται και στο εμπορικό δίκαιο με παρόμοια τεχνική και συνέπειες. Η διαφορά εντοπίζεται στην πρωτοβουλία για την ενοποίηση, δεδομένου ότι στην κοινωνική ασφάλιση την έχει ο νομοθέτης. Η ενοποίηση δεν συνεπάγεται απαραίτητα μείωση των δαπανών ή αποδοτικότερη λειτουργία. Η χρησιμότητα των ενοποιήσεων πρέπει να τεκμηριώνεται κάθε φορά με συγκεκριμένες οικονομικές και αναλογιστικές μελέτες. Αφού ο νόμος καθορίζει ενιαίες προϋποθέσεις, κατηγορία και έκταση των παροχών για τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, η ενοποίηση των ασφαλιστικών οργανισμών έχει ήδη γίνει έμμεσα και άτυπα και ως εκ τούτου η τυπική ενοποίηση δεν προσθέτει κατ’ ανάγκην κάτι.
Το πρώτο μέρος της μελέτης καταλήγει ότι η επαγγελματική ασφάλιση, οι κανόνες για την αξιοποίηση της περιουσίας, οι ενοποιήσεις δεν θίγουν τον πυρήνα του θεσμού της κοινωνικής ασφαλίσεως, διότι η κοινωνική ασφάλιση μπορεί να περιλάβει καθεστώτα με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των Τ.Ε.Α. Εξ άλλου, η επιρροή του εμπορικού και ιδιαίτερα του δικαίου ιδιωτικής ασφαλίσεως στο δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί να ωφελήσει την κοινωνική ασφάλιση όσον αφορά την αξιοποίηση της περιουσίας των ασφαλιστικών οργανισμών με βάση κανόνες ιδιωτικού δικαίου και την τεχνική της αγοράς, τη σύγχρονη οργάνωση των ασφαλιστικών οργανισμών και την ανάπτυξη της επαγγελματικής ασφαλίσεως που κινείται στο όριο μεταξύ της ιδιωτικής και της κοινωνικής ασφαλίσεως. Συνεπώς, η εισαγωγή κανόνων του ιδιωτικού δικαίου και μηχανισμών ανάλογων με αυτών της αγοράς, όπως αυτοί που εξετάσθηκαν, μόνον φαινομενικά αποδυναμώνει την κοινωνική ασφάλιση.
Στο δεύτερο μέρος της μελέτης εξετάζεται η αποδυνάμωση από την εισαγωγή προνοιακών κανόνων και υποστηρίζεται ότι είναι πραγματική. Η σχέση της κοινωνικής ασφαλίσεως και της πρόνοιας έχει από ετών απασχολήσει την επιστήμη, ιδίως όσον αφορά τα κριτήρια της διακρίσεως των δύο εννοιών, τη νομική φύση των παροχών κ.λπ. Η θεωρία εξετάζει τη σχέση της κοινωνικής πρόνοιας με την κοινωνική ασφάλιση, ανεξάρτητα από το αν το σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως είναι τύπου Bismarck ή Beveridge. Όμως, οι έννοιες και ο ρόλος της πρόνοιας και της κοινωνικής ασφαλίσεως ορίζoνται διαφορετικά σε κάθε σύστημα με αποτέλεσμα οι ίδιες παροχές που σε σύστημα τύπου Beveridge θεωρούνται κοινωνικοασφαλιστικές σε σύστημα τύπου Bismarck να θεωρούνται προνοιακές.
Η μελέτη θεωρεί ότι η διάκριση της πρόνοιας από την κοινωνική ασφάλιση θεμελιώνεται στο ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο της φτώχειας. Όταν η κοινωνική ασφάλιση αναλαμβάνει αυτόν τον κίνδυνο, μετατρέπεται σε σύστημα κοινωνικής ασφάλειας τύπου Beveridge (αναφερόμαστε εδώ στην κοινωνική ασφάλεια ως θεσμό και όχι ως σκοπό της κοινωνικής προστασίας). Τα στοιχεία της έννοιας της πρόνοιας και τα στοιχεία της έννοιας της κοινωνικής ασφάλειας στο σύστημα τύπου Beveridge ταυτίζονται. Ειδικότερα, αυτά είναι η καθολική κάλυψη του πληθυσμού από τον κίνδυνο της φτώχειας με παροχές που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό με βάση την αρχή της εθνικής αλληλεγγύης. Όταν η κοινωνική ασφάλιση δεν αναλαμβάνει τον κίνδυνο της φτώχειας, τότε η κοινωνική πρόνοια λειτουργεί διακριτά και παράλληλα με το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως τύπου Bismarck. Τα στοιχεία της πρόνοιας και της κοινωνικής ασφαλίσεως διακρίνονται ως προς το ποιοι είναι οι δικαιούχοι των παροχών, ποιοι τις χρηματοδοτούν και σύμφωνα με ποιες αρχές. Στην πρόνοια δικαιούχοι είναι οι πολίτες, οι μόνιμοι κάτοικοι και, κατά την ορθότερη άποψη, όσοι διαμένουν στη χώρα, ενώ στην κοινωνική ασφάλιση μόνον όσοι εργάζονται (μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι, αγρότες και δημόσιοι υπάλληλοι). Η χρηματοδότηση των προνοιακών παροχών γίνεται από τον κρατικό προϋπολογισμό με βάση την αρχή της εθνικής αλληλεγγύης, ενώ η χρηματοδότηση των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών γίνεται με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας σε συνδυασμό με την αρχή της εσωτερικής αλληλεγγύης. Το κριτήριο της επικουρικότητας της προνοιακής προστασίας σε σχέση με την κοινωνικοασφαλιστική έχει σημασία για τη διάκριση της κοινωνικής ασφαλίσεως από την πρόνοια σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως τύπου Bismarck, χωρίς όμως να επηρεάζει τη γενικότερη οριοθέτηση της πρόνοιας από την κοινωνική ασφάλιση.
Στη συνέχεια εξετάζονται αφ’ ενός οι κατώτατες συντάξεις και το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Κ.Α.Σ.) και αφ’ ετέρου η κρατική χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πρόκειται για κοινωνικοασφαλιστικές ή προνοιακές παροχές σύμφωνα με τα προναφερθέντα κριτήρια. Διαπιστώνεται ότι σε σύστημα τύπου Bismarck που κατ’ εξαίρεση καλύπτει τον κίνδυνο της φτώχειας, η σχετική παροχή χαρακτηρίζεται: 1) προνοιακή, όταν αποσκοπεί στην κάλυψη του κινδύνου της φτώχειας των ασφαλισμένων, χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και εφαρμόζεται η αρχή της εθνικής αλληλεγγύης και 2) κοινωνικοασφαλιστική, όταν αποσκοπεί στην κάλυψη του κινδύνου της φτώχειας των ασφαλισμένων και χρηματοδοτείται με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας σε συνδυασμό με την αρχή της εσωτερικής αλληλεγγύης. Με βάση τα παραπάνω κριτήρια, τα κατώτατα όρια συντάξεων και το Ε.Κ.Α.Σ. στην Ελλάδα είναι προνοιακές παροχές, που χορηγούνται από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς.
Το περιεχόμενο της κρατικής μέριμνας – εγγυήσεως για την κοινωνική ασφάλιση συνοψίζεται στην ύπαρξη και στην καλή λειτουργία συστήματος τύπου Bismarck. To Κράτος, υποχρεούται να λαμβάνει τα κατάλληλα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα, ώστε το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως να λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που το διέπουν. Σε δύο περιπτώσεις ενεργοποιείται ο εγγυητικός ρόλος του κράτους: α) στην περίπτωση της παραλείψεως ή της κακής οργανώσεως του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, και β) στην περίπτωση της κακής λειτουργίας του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος που οφείλεται σε πράξεις ή παραλείψεις του κράτους. Ενδεικτικά, η πράξη ή η παράλειψη μπορεί να συνίσταται σε ανεπαρκή οικονομικό έλεγχο, παράλειψη καθιερώσεως και συντάξεως αναλογιστικών μελετών κ.λπ. Η κρατική χρηματοδότηση αλλοιώνει το σύστημα τύπου Bismarck, όταν το Κράτος αναλαμβάνει την οικονομική κάλυψη των δαπανών λειτουργίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως αντί για τις εισφορές ή φέρει το κύριο βάρος παράλληλα με τις εισφορές, χωρίς αυτό να οφείλεται στην ενεργοποίηση του εγγυητικού ρόλου του. Επίσης, το ίδιο συμβαίνει, όταν το Κράτος καθίσταται υπόχρεο των παροχών ή όταν η κοινωνική ασφάλιση αναλαμβάνει τον κίνδυνο της φτώχειας και οι παροχές χρηματοδοτούνται με βάση την αρχή της εθνικής αλληλεγγύης.
Στην Ελλάδα, η οποία εφαρμόζει μεικτό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως με προέχοντα τα χαρακτηριστικά του τύπου Bismarck, παρατηρείται ότι η κοινωνική ασφάλιση παρέχει προνοιακές παροχές (κατώτατες συντάξεις, Ε.Κ.Α.Σ.) και το κράτος συμμετέχει στη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως. Το σύστημα δεν μετατρέπεται σε σύστημα κοινωνικής ασφάλειας, επειδή χορηγεί προνοιακές παροχές. Η εσωτερική λογική του δεν ανατρέπεται από μεμονωμένες και αποσπασματικές ρυθμίσεις. Η κρατική συμμετοχή στη χρηματοδότηση δεν υπερβαίνει προς το παρόν τον συνταγματικό ρόλο του Κράτους ως εγγυητή της κοινωνικής ασφαλίσεως. Αν όμως το Κράτος καταστεί υπόχρεο για τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές, τότε θίγεται ο θεσμός της κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως έχει καθιερωθεί συνταγματικά στην Ελλάδα.
Η μελέτη επιβεβαιώνει ότι στην Ελλάδα η κοινωνική ασφάλιση χαρακτηρίζεται από δύο αντίρροπες τάσεις. Από τη μια, εισάγονται κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και μηχανισμοί της αγοράς, που όμως φαινομενικά και μόνον αποδυναμώνουν την κοινωνική ασφάλιση. Από την άλλη, εισάγονται ή επεκτείνονται οι κανόνες και η τεχνική της πρόνοιας, που αποδυναμώνουν πραγματικά την κοινωνική ασφάλιση. Το κράτος τείνει να μετατραπεί από εγγυητής της υπάρξεως και της λειτουργίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως σε υπόχρεο για την καταβολή των παροχών. Παράλληλα, η κοινωνική ασφάλιση χορηγεί παροχές προνοιακές που αποσκοπούν στην κάλυψη του κινδύνου της φτώχειας των ασφαλισμένων, χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και εφαρμόζεται η αρχή της εθνικής αλληλεγγύης. Συνεπώς, ενώ στα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως τύπου Bismarck η διάκριση μεταξύ της κοινωνικής ασφαλίσεως και της πρόνοιας είναι κατά κανόνα σαφής, στην Ελλάδα τείνει να καταστεί συγκεχυμένη.
Τελικά, επιβεβαιώνεται ότι η εισαγωγή των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου και των μηχανισμών της αγοράς μόνο φαινομενικά αποδυναμώνει τον θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, ενώ η εισαγωγή των κανόνων και της τεχνικής της πρόνοιας αποδυναμώνει τη λογική του ισχύοντος κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος και, υπό αυτό το πρίσμα, αποδυναμώνει πραγματικά τον θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως.
Το βιβλίο "Φιλοσοφικές έννοιες στη Φυσική" παρουσιάζει την ανάπτυξη της επιστήμης της Φυσικής σε σχέση με το ιστορικό και φιλοσοφικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή συντελέστηκε.Μέσα από τις σελίδες του, δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να στοχαστεί σχετικά με τη φύση του επιστημονικού εγχειρήματος την οποία μπορεί να είχε προσεγγίσει νωρίτερα μέσα από το πρίσμα της παραδοσιακής ιστορίας της επιστήμης και μέσα από μια σειρά μαθημάτων στις φυσικές επιστήμες.Στόχος του είναι να εντυπώσει στον αναγνώστη τον ουσιαστικό ρόλο τον οποίο έχουν διαδραματίσει οι φιλοσοφικές θεωρήσεις σε ό,τι αφορά την επιστημονική πρακτική και την κατασκευή των επιστημονικών θεωριών.Αντίθετα με την αρκετά διαδεδομένη άποψη ότι η Φυσική και η Φιλοσοφία είναι απομακρυσμένες η μία από την άλλη, αυτό το βιβλίο περιγράφει τη συνεχή αλληλεπίδραση που είχαν και συνεχίζουν να έχουν.Μέσα στις σελίδες του βιβλίου η συζήτηση για τα κύρια φιλοσοφικά ζητήματα εδράζεται στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και στο περιεχόμενο της αντίστοιχης επιστημονικής δραστηριότητας. [...]
http://www.dardanosnet.gr/book_details.php?id=1041Κωδικός καταλόγου: 402089
ISBN: 978-960-402-089-7 1η ανατύπωση Απρίλιος 2005 (1η έκδοση, Μάιος 2003) 14 x 21 σελ. 451
Κωνσταντίνα Γογγάκη
Αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων για τον Αθλητισμό (Οι)
Εκδόσεις: Τυπωθήτω
Περίληψη.
Ο αθλητισμός, αποτελώντας ένα τμήμα της κοινωνικής ζωής, επηρεάζει την κοινωνία και επηρεάζεται απ' αυτήν. Έτσι, ο κλασικός αθλητισμός, συνιστώντας μιαν έκφανση της εποχής της ακμής, αντανακλά μιαν από τις πιο δυναμικές πτυχές αυτής της περιόδου. Η σημασία του αθλητισμού, ο πολυσήμαντος ρόλος του, η αγωνιστική νίκη που αποτύπωνει το κλέος και το κύδος των ανδρών, η συγκίνηση του αθλητικού θεάματος, συνδέονται με μερικές από τις καλύτερες στιγμές του δημιουργικού ανθρώπινου πνεύματος. Εκτός, όμως, από την θετική υπάρχει και η αρνητική όψη του αρχαίου αθλητισμού, η οποία επικρίθηκε και καυτηριάστηκε, χωρίς, ωστόσο, να επηρεάσει την εκ μέρους της αρχαίας κοινωνίας αποδοχή του αθλητικού γεγονότος, και η οποία αρνητική όψη επιβεβαιώνει τελικά, εκ του αντιθέτου, τη διαχρονική αξία του μέτρου και της ψυχικής και σωματικής εναρμόνισης. Αυτήν την διττή προσέγγιση, των φωτεινών και των σκοτεινών πλευρών του αρχαίου αθλητισμού, επιχειρεί η παρούσα εργασία, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις πηγές της κλασικής παράδοσης. Με τον τρόπο αυτό ξετυλίγεται ένα πλούσιο υλικό, που αποκαλύπτει τις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων για τον αθλητισμό, από τον Όμηρο, τον Τυρταίο, τον Πίνδαρο και τον Πλάτωνα, έως τον Γαληνό, τον Φιλόστρατο, τον Παυσανία και τον Λιβάνιο, ενώ, παράλληλα, γίνεται αναφορά σε ορισμένους Ρωμαίους συγγραφείς. Από τη γενική αξιολόγηση του αρχαίου αθλητισμού και τις αντιστοιχίες του στο σύγχρονο αθλητικό γίγνεσθαι, εντέλει αποδεικνύεται πως ο λόγος περί ηθικής και μέτρου στον αθλητισμό είναι όχι μόνον διαχρονικός, αλλά, σήμερα, άκρως αναγκαίος και επίκαιρος.
Περιεχόμενα.
Πρόλογος Ανδρέα Μάνου || Εισαγωγή || Οι αθλητικοί αγώνες στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια: Μια συγκριτική θεώρηση || Η αγωνιστική νίκη ως αξία στις πινδαρικές ωδές || Η σημασία της νίκης μέσα από τον τύπο του ηττημένου αθλητή κατά τον Πίνδαρο || Προσέγγιση των Πυθίων αγώνων δια της αγγελικής ρήσης στην "Ηλέκτρα" του Σοφοκλή || Η κατά Πλάτωνα "Περί Γυμναστικής" διδασκαλία || Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του || Το νόημα της ολυμπιακής νίκης στην κλασική αρχαιότητα || Η πολιτισμική αξία των αρχαίων ολυμπιακών αγώνων || Μορφές βίας στα αρχαία αθλήματα || Επικριτικοί λόγοι κατά του αρχαίου αθλητισμού || Γενική βιβλιογραφία || Ευρετήριο ονομάτων || Ευρετήριο εννοιών.
The 88th Canon of the Synod in Tullo (Trullo 88), punishing the crime of importing animal at church, remained for centuries at the backstage of canonical research, undermined, forgotten and misunderstood. This survey, brings the canon to the forefront, and spotlights its content as a most singnificant disclosure of the structure and theory of Church Criminal Law. The book is a manual of the General Part of Church Criminal Law: The action, the hypostasis of the crime, reasons of lifting the unjust, external terms of criminality, criminal liabilty are investigated in this "byzantine" canon. Last but not least: a) we analyse how the General Principle of placing the Rights Human Life and Health at the top of the Pyramid of Canonical Protection is provided by the Trullo 88 and is introduced to the whole Canon Law, b) we notice the fact that the Canon introduces the Evangelic speech about the Sabbath into the field of Church Law, with serious consequences in the "philosophy" (=theology) of Orthodox Canon Law.
Κοντός Παναγιώτης, Ιακώβου Μαρία, Μπέλλα Σπυριδούλα, Μόζερ Αμαλία, Χειλά-Μαρκοπούλου Δέσποινα. Αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας σε ενηλίκους: Επίπεδο Επάρκειας. Αθήνα: Διατμηματικό Πρόγραμμα Διδασκαλίας της Ελληνικής ως Ξένης Γλώσσας, ΕΚΠΑ; 2002 pp. 205.
Κοντός Παναγιώτης, Ιακώβου Μαρία, Μπέλλα Σπυριδούλα, Μόζερ Αμαλία, Χειλά-Μαρκοπούλου Δέσποινα. Αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας σε ενηλίκους: Επίπεδο Επάρκειας. Αθήνα: Διατμηματικό Πρόγραμμα Διδασκαλίας της Ελληνικής ως Ξένης Γλώσσας, ΕΚΠΑ; 2002 pp. 205.
Το θέμα του βιβλίου είναι επίκαιρο εν όψει της μεταρρυθμίσεως του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων στην Ελλάδα και εν όψει του κοινοτικού ενδιαφέροντος για την επικουρική κοινωνική ασφάλιση. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση το κύριο ερώτημα είναι με ποιο τρόπο οι φορείς της επικουρικής ασφαλίσεως και οι ασφαλισμένοι θα επωφεληθούν από τις ελευθερίες που κατοχυρώνει η ενιαία αγορά. Τα ειδικότερα θέματα που απασχολούν σε σχέση με την επικουρική κοινωνική ασφάλιση είναι η διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και κεφαλαίων, η θέσπιση ενιαίων κανόνων εποπτείας για τους φορείς επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως και η επίδραση της φορολογίας. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με σειρά αποφάσεών του, από το 1993, ασχολήθηκε με τη σχέση μεταξύ των καθεστώτων επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως και της εφαρμογής των κανόνων του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου για τον ανταγωνισμό. Το θέμα αυτό είναι σημαντικό, διότι η άποψη ότι πρόκειται για επιχειρήσεις διευκολύνει την ελεύθερη διακίνηση των υπηρεσιών και τον έλεγχο των επενδύσεών τους κατά το υπόδειγμα των φορέων της ιδιωτικής ασφαλίσεως. Και ενώ αρχικά φάνηκε να επικρατεί η άποψη ότι οι φορείς της επικουρικής ασφαλίσεως δεν νοείται να είναι επιχειρήσεις, αργότερα το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δέχθηκε ότι κάτι τέτοιο μπορεί κάλλιστα να συμβαίνει, εφόσον βέβαια συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου εξετάζει την έννοια της επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως και διαπιστώνεται ότι, ενώ η διάκριση μεταξύ της κύριας κοινωνικής ασφαλίσεως και της ιδιωτικής έχει από παλιά απασχολήσει την επιστήμη, αντιθέτως η διάκριση της επικουρικής ασφαλίσεως από την κοινωνική και από την ιδιωτική δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο αντίστοιχου ενδιαφέροντος. Τίθεται το ερώτημα, αν τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της επικουρικής ασφαλίσεως είναι ικανά να την καταστήσουν ιδιαίτερη νομική κατηγορία σε σχέση με την κύρια κοινωνική ασφάλιση και με την ιδιωτική. Με άλλα λόγια, αν η διάκριση της παρεχόμενης κοινωνικής προστασίας σε τρεις πυλώνες ανταποκρίνεται όντως σε εννοιολογικές κατηγορίες σαφώς οριοθετημένες. Αναλύονται τα στοιχεία της έννοιας της επικουρικής ασφαλίσεως στην ημεδαπή και αλλοδαπή θεωρία καθώς και στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και διαπιστώνεται ότι δεν είναι επαρκή για να την διακρίνουν από την κύρια κοινωνική και από την ιδιωτική ασφάλιση. Υποστηρίζεται ότι στην πραγματικότητα η επικουρική κοινωνική ασφάλιση δεν αποτελεί αυτόνομη κατηγορία σε σχέση με την κοινωνική και την ιδιωτική ασφάλιση και ότι τα νομοθετικά καθεστώτα επικουρικής ασφαλίσεως συγκεντρώνουν όλα τα εννοιολογικά στοιχεία της κύριας κοινωνικής ασφαλίσεως και συγκεκριμένα το γενικόν και αφηρημένον των ρυθμίσεων, την υποχρεωτικότητα, την καθολικότητα και τη διευρυμένη κοινωνική αλληλεγγύη, η οποία συνεπάγεται και τη δυνατότητα εφαρμογής του διανεμητικού συστήματος για την οικονομική κάλυψη των δαπανών . Αντίθετα, τα συμβατικής προελεύσεως καθεστώτα επικουρικής ασφαλίσεως συγκεντρώνουν όλα τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της ιδιωτικής ασφαλίσεως και συγκεκριμένα την προαιρετικότητα, το εξατομικευμένον των ρυθμίσεων, την περιορισμένη κοινωνική αλληλεγγύη.
Το κριτήριο της προελεύσεως, και επομένως των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και του τρόπου οργανώσεως, επιτρέπει να υπαχθούν στις ρυθμίσεις της κοινωνικής ασφαλίσεως τα καθεστώτα που έχουν τα ίδια με αυτήν εννοιολογικά χαρακτηριστικά ως αποτέλεσμα της νομοθετικής τους προελεύσεως καθώς και στις ρυθμίσεις της ιδιωτικής ασφαλίσεως τα καθεστώτα που έχουν τα ίδια με την ιδιωτική ασφάλιση εννοιολογικά χαρακτηριστικά ως αποτέλεσμα της συμβατικής τους προελεύσεως. Συνεπώς, από τη νομοθετική ή συμβατική προέλευση των καθεστώτων επικουρικής ασφαλίσεως συνάγεται τεκμήριο, και μάλιστα μαχητό, που επιτρέπει να χαρακτηρίζονται ή όχι ως επιχειρήσεις και να εφαρμόζεται σε αυτά το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού επιχειρήσεων.
Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, η μελέτη καταλήγει σε κριτική της διακρίσεως της κοινωνικής προστασίας σε τρεις πυλώνες. Υποστηρίζεται ότι υπάρχουν δύο μόνο πυλώνες κοινωνικής προστασίας και οι φορείς επικουρικής ασφαλίσεως εντάσσονται σε αυτούς ανάλογα με τη νομοθετική ή συμβατική προέλευσή τους. Για να εκλογικευθεί και απλοποιηθεί το σύστημα κοινωνικής προστασίας προτείνεται η διάσπαση του δεύτερου πυλώνα σε νομοθετικά και συμβατικά καθεστώτα και η απορρόφηση των μεν νομοθετικών καθεστώτων από τον πρώτο πυλώνα, των δε συμβατικών από τον δεύτερο. Κριτήριο της εντάξεως των καθεστώτων επικουρικής ασφαλίσεως στους δύο πυλώνες είναι η νομοθετική ή συμβατική ίδρυσή τους.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου αναλύεται η νομολογία του Δ.Ε.Κ. και επιβεβαιώνεται τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο οι νομοθετικής προελεύσεως φορείς επικουρικής ασφαλίσεως δεν είναι επιχειρήσεις, ενώ αντιθέτως οι συμβατικής προελεύσεως φορείς κατά τεκμήριο είναι επιχειρήσεις. Ήδη το Δ.Ε.Κ. έχει δεχθεί ότι τα συμβατικής προελεύσεως καθεστώτα επικουρικής ασφαλίσεως μπορεί να είναι επιχειρήσεις, οπότε εφαρμόζεται σε αυτά το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού επιχειρήσεων. Η νομολογία αυτή, χωρίς να αναλύει σε βάθος τη νομική φύση της επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, προβαίνει σε χαρακτηρισμό σταθμίζοντας δέσμη ενδείξεων για τον χαρακτήρα του καθεστώτος που κρίνεται κάθε φορά. Κατά κανόνα εξετάζει την κοινωνική αλληλεγγύη (η οποία άλλοτε νοείται ως οργανωτική συνέπεια και άλλοτε ως σκοπός), την αναδιανομή εισοδημάτων, το υποχρεωτικό της υπαγωγής, την έκταση της αυτονομίας του φορέα, την εφαρμογή του διανεμητικού ή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος κ.λπ. Όλα αυτά τα κριτήρια αποτελούν απόρροια της νομοθετικής ή συμβατικής προελεύσεως του καθεστώτος. Ειδικότερα, ως προς τα συμβατικά καθεστώτα, διακρίνονται τα προαιρετικά καθεστώτα επικουρικής ασφαλίσεως από τα καθεστώτα που ιδρύθηκαν με Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και στη συνέχεια έγιναν υποχρεωτικά με νόμο. Ο κοινωνικός διάλογος, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις κατοχυρώνονται ρητά από τη Σ.Ε.Κ. και θεωρούνται το πλέον πρόσφορο μέσο για την οικονομική και κοινωνική ενοποίηση. Η νομολογία του Δ.Ε.Κ. γι’ αυτά τα καθεστώτα αναφέρεται σε παροχές γήρατος και ασθένειας μισθωτών και σε παροχές γήρατος αυτοτελώς απασχολουμένων. Απο την εξέταση της σχετικής νομολογίας προκύπτει ότι, ακόμη κι αν επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής τους με ουσιαστικό νόμο, δεν ανατρέπεται ο κανόνας ότι κατά το κοινοτικό δίκαιο οι φορείς επικουρικής ασφαλίσεως αποτελούν επιχειρήσεις και σε αυτούς εφαρμόζεται το δίκαιο του ανταγωνισμού.
Από την ανάλυση της θεωρίας και της νομολογίας η μελέτη καταλήγει στο ότι ένα νομοθετικό καθεστώς επικουρικής ασφαλίσεως, επειδή έχει τα ίδια εννοιολογικά χαρακτηριστικά με τα καθεστώτα της κύριας ασφαλίσεως, κατά τεκμήριο δεν είναι επιχείρηση και δεν διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού επιχειρήσεων. Αντιθέτως, ένα συμβατικής προελεύσεως καθεστώς, επειδή έχει όλα τα εννοιολογικά γνωρίσματα της ιδιωτικής ασφαλίσεως, κατά τεκμήριο είναι επιχείρηση. Το προτεινόμενο τεκμήριο είναι μαχητό και επιβεβαιώνεται από την υποχρεωτικότητα ή προαιρετικότητα του καθεστώτος που κρίνεται, την έκταση της κοινωνικής αλληλεγγύης ή της ανταποδοτικότητας και την εφαρμογή του διανεμητικού ή του κεφαλαιοποιητικού συστήματο για την κάλυψη των παροχών. Το τεκμήριο χρησιμεύει στην απλοποίηση του χαρακτηρισμού, την ασφάλεια δικαίου και στη συστηματική θεώρηση της νομικής φύσεως της επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως.
(2002). Γογγάκη, Κωνσταντίνα. Σημειώσεις Φιλοσοφίας του Αθλητισμού. Οι αθλητικοί αγώνες στην αρχαία ελληνική διανόηση, έκδοση Πανεπιστημίου Αθηνών
Η ολυμπιακή νίκη κατά την αρχαιότητα συνιστά μία αξία ηθική. Ο νικητής εθεωρείτο ‘μακάριος’ και ‘όλβιος’, επίθετα τα οποία έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο και τον ταυτίζουν με την ευτυχία. Η νίκη στους ιερούς αγώνες ήταν η απόδειξη ότι διαθέτει τη θεϊκή ευλογία, επισημαίνει ο Πίνδαρος, ο οποίος αποτυπώνει στην ποίησή του το αθλητικό ιδεώδες. Εξάλλου, ο ίδιος υποστηρίζει πως ο νικητής αποδεικνύει την αξία της πόλης του, του γένους και της φυάς του.
Ο ολυμπιακός αθλητής δεν αποτελούσε, επομένως, μια μονοσήμαντη προσωπικότητα, αλλά αντίθετα, ήταν μέτοχος ενός σύνθετου πολιτισμού. Στον πολυσήμαντο χώρο της αρχαίας Ολυμπίας οι Έλληνες συγκεντρώνονταν για να διαμορφώσουν δειλά τα σπέρματα του «έθνους» που θα αποκρυστάλλωνε η Ελλάδα πολύ αργότερα. Σύμμαχοι προς την κατάκτηση αυτή υπήρξαν κυρίως δύο παράγοντες, οι οποίοι καθόρισαν, άλλωστε, την ταυτότητα και την ποιότητα των αρχαίων αγώνων: 1) Ο πολιτικός, μιας και η δημιουργία των αγώνων ως θεσμού συμπίπτει με την ίδρυση της πόλης-κράτους, και 2) Ο θρησκευτικός, μιας και η ίδρυση του θεσμού των αγώνων συμπίπτει με την ολοκλήρωση της διαμόρφωσης του πανθέου του Ολύμπου. Η συνισταμένη, όμως, επάνω στην οποία ισορρόπησαν οι αγώνες προκειμένου να διασωθούν ως θεσμός επί δώδεκα αιώνες, ήταν αδιαμφισβήτητα η εκεχειρία. Η εκεχειρία προέκυψε ως ανθός, μέσα από την σκληρή εμπειρία του πολέμου μεταξύ των πόλεων-κρατών. Και έδωσε τη δυνατότητα στους Έλληνες της εποχής εκείνης να συνειδητοποιήσουν την πολύτιμη συμβολή της ειρήνης στην ανθρώπινη πρόοδο και τον πολιτισμό.
Η ενασχόληση με το θέμα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής του ανθρώπου και της ορθόδοξης χριστιανικής ηθικής σε επίπεδο διδακτορικής διατριβής αποτέλεσε πρωτότυπο έργο, αφού δεν είχε υποβληθεί έως τότε σε Θεολογική Σχολή παρόμοια μελέτη.
Στην παρούσα διατριβή αναφέρονται διεξοδικά τα ηθικά ερωτήματα και προβλήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στον άνθρωπο και διατυπώνονται απόψεις με βάση την ορθόδοξη χριστιανική ηθική και την ποιμαντική προοπτική του θέματος.
Στην εισαγωγή της εργασίας επισημαίνεται η σπουδαιότητα του θέματος και παρατίθεται η σχετική με αυτό προβληματική. Η διατριβή διαιρείται σε οκτώ κεφάλαια.
Στο πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται η αντίληψη για το ανθρώπινο έμβρυο στη χριστιανική παράδοση και τεκμαίρεται ο σεβασμός που είναι αναγκαίο να απολαμβάνει από τη σύλληψη, μέσω της παράθεσης βιβλικών και πατερικών κειμένων. Η συγκεριμένη θέση κρίνεται απαραίτητη για το λόγο ότι αρκετά έμβρυα, τα οποία δημιουργούνται εργαστηριακά, είτε καταψύχονται είτε καταστρέφονται μετά από ορισμένο χρόνο αποθήκευσης.
Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα προβλήματα, τα οποία προκαλούν η στειρότητα και η ατεκνία στο ζεύγος, όπως το κοινωνικό όνειδος, οι ψυχικές επιπλοκές και η θλίψη που προκαλείται στον άνθρωπο. Εκτίθεται συνοπτικά η αντιμετώπισή τους, σύμφωνα με την ιουδαϊκή και τη χριστιανική παράδοση, δηλαδή μέσα από τις βιβλικές διηγήσεις και τις πατερικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Μέσω των αναφορών σε συναξάρια και περιστατικά στείρων ζευγαριών, τα οποία αντιμετώπισαν το πρόβλημα της ατεκνίας, παρουσιάζονται περιπτώσεις συζύγων που συγκαταλέγονται στη χορεία των αγίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Θεός πατέρας εισακούοντας τις προσευχές τους, χαρίζει τέκνα, αν και βρίσκονταν σε προχωρημένη ηλικία. Με το γεγονός αυτό φανερώνεται η λύση που δίνει ο Θεός πατέρας στο πρόβλημα της στειρότητας, συνεργούντος του άτεκνου ζεύγους και μαρτυρείται η εμπιστοσύνη των συζύγων στο θέλημα του Θεού.
Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα παθολογικά αίτια της στειρότητας και τα ιατρικά μέσα αντιμετώπισής της. Επιπλέον, γίνεται λόγος για την υιοθεσία, η οποία πριν από την εμφάνιση των μεθόδων της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, αποτελούσε για αιώνες τρόπο αντιμετώπισης της ατεκνίας. Τέλος, σημειώνεται συνοπτικά η κείμενη νομοθεσία στη χώρα μας, παρατίθενται στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των υιοθεσιών στην Ελλάδα και γίνεται σύντομη αναφορά στη νέα νομοθετική ρύθμιση για την υιοθεσία σε σχέση με την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
Στο τέταρτο κεφάλαιο αναφέρονται οι μέθοδοι της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και περιγράφονται η λειτουργία και η εφαρμογή των μεθόδων αυτών σε εργαστηριακό περιβάλλον. Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για την τεχνητή σπερματέγχυση και αναλύονται οι διαφορές ανάμεσα στην ομόλογη και την ετερόλογη γονιμοποίηση. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται λεπτομερώς η εξωσωματική γονιμοποίηση και οι επιμέρους μεθόδοι αυτής.
Στο πέμπτο κεφάλαιο εξετάζονται με χαρακτηριστικά παραδείγματα η δανεική μητρότητα και τα νομικά προβλήματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή της στην αναπαραγωγική διαδικασία.
Στο έκτο κεφάλαιο σημειώνονται και κρίνονται οι σύγχρονες δυνατότητες και συνέπειες, που απορρέουν από την εφαρμογή των μεθόδων της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως για παράδειγμα, η προεμφυτευτική διάγνωση των εμβρύων, ο πειραματισμός και η κατάψυξή τους, η απόκτηση τέκνων από ομοφυλόφιλα ζευγάρια, η προγενετική επιλογή φύλου και τέλος η κλωνοποίηση.
Στο έβδομο κεφάλαιο καταγράφονται τα ηθικά προβλήματα και διλήμματα, που αναφύονται από την εφαρμογή των μεθόδων της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Επιπλέον, αναφέρονται οι σύγχρονες θεολογικές θέσεις και απόψεις για το θέμα, τόσο των ορθοδόξων μελετητών, όσο και των ετεροδόξων, κυρίως των Ρωμαιοκαθολικών και των Προτεσταντών, όπως αυτές αποτυπώνονται σε επίσημα έγγραφα και επιστημονικές ανακοινώσεις τους.
Στο όγδοο κεφάλαιο παρουσιάζεται για πρώτη φορά η ηθική αξιολόγηση των μεθόδων της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής από την οπτική γωνία της ορθόδοξης χριστιανικής ηθικής. Επιχειρείται η διατύπωση και η ανάπτυξη ορθόδοξης πρότασης για τη χρήση των μεθόδων αυτών.
Η διατριβή ολοκληρώνεται με τον επίλογο και τα συμπεράσματα, καθώς και με τη συνοπτική μετάφραση στην αγγλική γλώσσα. Τέλος, παρατίθεται η ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση βιβλιογραφία, στην οποία συμπεριλαμβάνεται ικανός αριθμός ελληνόγλωσσων και ξενόγλωσσων άρθρων και δημοσιευμάτων σε εφημερίδες και επιστημονικά περιοδικά για τα θέματα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ευρύτερα της γενετικής, αλλά και της υιοθεσίας και της κλωνοποίησης.
Η διδακτορική διατριβή βρίσκεται στη βάση δεδομένων «Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών» του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:
http://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/12582https://core.ac.uk/display/10955424http://bioethicsuop.blogspot.gr/p/blog-page_1384.html
Στη βάση των ακαδημαϊκών συγγραμάτων ΕΥΔΟΞΟΣ επιλέχθηκε ως προτεινόμενο εγχειρίδιο στα μαθήματα:
Τμήμα Θεολογίας, Θεολογική Σχολή Α.Π.Θ., Επιλεγμένο σύγγραμμα 3ο, στο Μάθημα1154 ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ, εξάμηνο Εαρινό για τα ακαδημαϊκά έτη 2010-11, 2011-12 (στην έντυπη μορφή του Οδηγού Σπουδών), 2012-2013, 2013-14.
2. Τμήμα Μαιευτικής, ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, επιλεγμένο σύγγραμμα 2ο στο Μάθημα 661 ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ, ακαδημαϊκό έτος 2011-2012.
Ενδεικτικές αναφορές επιστημόνων στη διδακτορική διατριβήα. Μαντζαρίδη Γεωργίου, «Η θεώρηση της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής του Τμήματος Θεολογίας, 10, (2000), Θεσσαλονίκη, 94, υποσημ. 2β. Του ιδίου, Ηθική ΙΙ, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 580, υποσημ. 3
γ. Κεσελόπουλου Ανέστη, Εκ του θανάτου εις την Ζωήν, Θεολογική προσέγγιση στις προκλήσεις της βιοηθικής, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, α) σελ.59, υποσημ. 36, β) σελ.144, υποσημ.1, γ) σελ.155, υποσημ.16
δ. Βάντσου Μιλτιάδη, Η ιερότητα της Ζωής, Οι θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας σε θέματα βιοηθικής, Θεσσαλονίκη 2003, α) σελ.110, υποσημ. 259, β) σελ.248, υποσημ. 688, γ) σελ. 258, υποσημ. 715.
ε. Γρινιεζάκη Μακαρίου Αρχ., Κλωνοποίηση, Ηθικοκοινωνικές και Θεολογικές Συνιστώσες, Παντοδαπά της Βιοηθικής τόμος 1ος εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 2005. Παραπομπές 113, 267, 320.
στ. Ιερόθεου Βλάχου, μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Βιοηθική και βιοθεολογία, εκδόσεις Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 2005, σελ. 293-294.
Αναφορές στον Τύπο:Σουφλέρη Ιωάννας, «Έρχονται τα κύτταρα Ε.B.D», Το Βήμα της Κυριακής, 7.1.2001.
Ενδεικτικές αναφορές στο διαδίκτυο:http://www.bioethics.org.gr/06_d.html(ιστοσελίδα Κέντρου Βιοιατρικής και Ηθικής Δεοντολογίας)
http://bitly.com/1WMx4I1(ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ) http://dobrotoliubie.com/2016/02/11/православието-и-ин-витро-оплождането/Βιβλιοκριτικές :α. Δρ. Παπαγιάννη Αντωνίου, Ιατρικά Θέματα21, (2001),100-101.
β. Βάντσου Μιλτιάδη, Orthodoxes Forum 16 (2002), 283-284.
γ. Μπουγάτσου Νίκου, Ανάπλασις 396, (2001),183.
δ. π. Σωφρόνιου Γκουτζίνη, Σύναξη 81, (2002),114-115.
ε. Χατζηφώτη Ιωάννη, Παύλειος Λόγος 40, (2001), 31.
στ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεου Βλάχου «ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ - ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ» (Εἰσήγησις Ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδοςτήν 6ην Ὀκτωβρίου 2005)
http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/eisigiseis/ierotheos_anaparagogi.htm
………………………………………………………………………………………………
«Στό θέμα τῆς ἰατρικῆς ὑποβοήθησης στήν ἀνθρώπινη ἀναπαραγωγή ὑπάρχει μιά σημαντική ἐπιστημονική μελέτη τοῦ κ. Βασιλείου Φανάρα, τήν ὁποία ὑπέβαλε στήν θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, ὡς διδακτορική διατριβή, μέ τίτλο «Ὑποβοηθούμενη ἀναπαραγωγή, ἠθικοκοινωνική προσέγγιση». Στήν ἐνδιαφέρουσα αὐτή ἐπιστημονική μελέτη, ἡ ὁποία κατά τήν ἄποψή μου εἶναι ἡ μοναδική στό εἶδος της, ἀνευρίσκουμε σημαντικά σημεῖα, ὅπως γιά παράδειγμα τί εἶναι ὑποβοηθούμενη ἀναπαραγωγή, ποιές εἶναι οἱ μέθοδοι μέ τίς ὁποῖες γίνεται, ποιές εἶναι οἱ συνέπειες ἀπό τήν ἐφαρμογή της καί ποιά εἶνα τά νομικά, ἠθικά, κοινωνικά καί θεολογικά προβλήματα πού ἀναφύονται μέ τήν χρήση της. Γιά νά διαπιστωθῆ ἡ ἀξία τῆς μελέτης, ἁπλῶς θά παραθέσω τά ὀκτώ κεφάλαιά της. Στό πρῶτο κεφάλαιο γίνεται λόγος γιά τό ἀνθρώπινο ἔμβρυο στήν Χριστιανική παράδοση. Στό δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται ……….Τέλος στό ὄγδοο κεφάλαιο ἀναπτύσσεται τό θέμα τῆς ὑποβοηθούμενης ἀναπαραγωγῆς ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς ἠθικῆς. Ὁ ἐπίλογος καί τά συμπεράσματα τῆς μελέτης δίδουν μιά συνολική εἰκόνα τοῦ προβλήματος αὐτοῦ.»
Σε επόμενη έκδοση της διατριβής θα συμπεριληφθούν οι αναγκαίες προσθήκες (νέες μέθοδοι, νέα νομοθεσία κτλ), οι διορθώσεις των λαθών που επισημάνθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και θα προστεθεί η αναγκαία βιβλιογραφική ενημέρωσή της.
ISBN 960- 7814-14-2. Κωδικός Βιβλίου στον Εύδοξο: 24976
This research comes to illuminate a masterpiece of ecclesiastical poetry, the Great Canon of Saint Andrew of Crete (660 - 740 A.D.), with the light of two scientific fields: Theology and Pedagogy. It comes to fill the gap of a special treatise on the pedagogic elements and hermeneutical analysis of the Great Canon, on which few and restricted essays have been written, mostly of hymnologic interest. A hymnological approach of the poem (life and personality of the writer, writing circumstances, language and style) was the first step of the survey. The Great Canon is of tremendous literary value. The poetic and dense language adjusted to a pre-determined poetic measure is a most fascinating instrument, used ingeniously by the composer, whose sacred life was even more fascinating. Apart from the pedagogic character of the Canon, its presence in the Great Lent’s typikon satisfies the aesthetic need of a descend pray.As a liturgical poem, the Great Canon abounds with Orthodoxy. Partially examined, its dogmatic elements concern all branches of systematic Theology. Its full alignment with Orthodoxy discloses the potentials of its pedagogic purpose, which is repentance.Liturgical pedagogy is quite a useful term to describe the procedure of learning how to feel and follow God’s Will through Worship. This pedagogy is not something beyond or alien to any other pedagogic system. Repetition, familiarization, “material participation” (actual physical presence) to Worship are conditions sine qua non for any kind of educational attempt, even if the pedagogic aim has less to do with expanding cognitive faculty and more with enriching people’ s hearts with authentic feelings. Andrew of Crete is overwhelmed with awe and every single word of his Canon is the result of a sincere feeling. Therefore, he can and does «teach» and convey awe to the others. Saint Andrew was and still is an active member of the Church. His life proves that a composer’ s sanctity can bear dogmatic accuracy in his words, renovating inspiration in the difficult task of waking up people’s consciences that belong in different ages, educational levels and spiritual condition. Nevertheless, his pilgrimage has a common basis to stand up: Their membership to the Church, their conscientious and freewill participation in liturgical life, and their intention to follow up the spirit of the Great Lent. The Great Canon is the most intense assault to human egoism that ecclesiastical poetry can give. This impetuous self - assault in its full extent happens only once a year during the Great Lent. This is the most one can bear. The Greek term metania for repentance means change of mind. The composer addresses to the innermost recesses of people’ s hearts so as to instill the procedure of metania in a most discreet way. He leads people to personal conclusions about their own spiritual condition revealing that the only reason to mourn is the loss of Paradise. The conclusions are derived spontaneously as the Sacred Story is unfolded in a profoundly dramatic way. Divine Incarnation brings to the world the possibility of a real relationship with God, which is the basis of the orthodox concept of Pedagogy. In this relationship the unexpected and unstable party is man, not Cod. God is Love and there is nothing more reliable and invariable than love. Man’s personal controversies on the one hand, and the simplicity of the evangelic word on the other, compress any rational pre-scheduled pedagogic action; the only strong argument for the possibility of one’s repentance is the “improvisation” of Paraclete. The classic pedagogic principles are present in the Great Canon and get related to its ceremonial use, orthodox spirituality and mystical catechesis. They are orientated to ecclesiastical life. An effort to reveal the sequence of the writer’s teaching process has led to the safe conclusion that he follows a series of paradigms, parables and pictures derived from the Bible. Moreover, there is enough space for a personal view on the text, and this is why an original hermeneutic approach, yet in complete accordance with Orthodox Pedagogy, was attempted.Common pedagogic means, such as addiction, encouragement, reinforce-ment, advice, orders, paradigms and models are present in the Canon, though not always visible at first glance. Their presentation and analysis was an indispensable, yet profoundly demanding, part of the research. For instance, a pedagogue might be surprised to hear that lamentation serves encouragement. A theologian, however, can easily understand why the Canon’ s mourning is not rendered as the tragic woe of ancient Greek fatality but as the «hopeful despair» of patristic language.Certainly, in this survey Theology is not an opponent to Pedagogy. Each science has been a useful servant to the other. Both of them are something more than scientific fields. They deal with the deepest needs of the human soul - the desire to reach beauty, wisdom and happiness. Both of them have questions to pose and answers to give. However, time has come for the scientific field of Pedagogy to give a sincere answer to the crucial question of God’ s existence, because if He exists he cannot be ignored as a Teacher.URL: https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/12018
Από τα πρώτα έργα της έντεχνης ποίησης που θεματοποιούν την δημοτικής καταγωγής μορφή του βρυκόλακα, η μπαλλάντα "Ελεονώρα" του Γερμανού ποιητή Gottfried August Burger άσκησε σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής Ρομαντικής ποίησης. Η παρούσα μελέτη εξετάζει το θρησκευτικό περιεχόμενο του ποιήματος και τη μεταφραστική του τύχη στην Ελλάδα, από την πρώτη προσπάθεια μεταγραφής του (1847) ως την τελευταία της εκδοχή (1959).
Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου που διοργανώθηκε στα πλαίσια του Προγράμματος «Οι δρόμοι του ορθόδοξου μοναχισμού: Πορευθέντες μάθετε».Θεσσαλονίκη, 28 Σεπτεμβρίου - 2 Οκτωβρίου 1994.Proceedings of the International Symposium Organised within the Programme «The Routes of Orthodox Monasticism: Go ye and learn